«Απαπα! Δεν μπορώ να πάω σε ένα νησί γεμάτο λαγούς!» απαντά με υπεροψία η Πάστα Φλώρα στην κόρη της μόλις εκείνη τη ρωτά: «Τι λες, Πάστα Φλώρα, θα σου άρεσε να πάμε στο Λαγονήσι;». Αλλά η κόρη επιμένει. «Δεν έχει λαγούς! Ελα τώρα, μαμά! Είναι και ωραία μέρα. Θα αλλάξουμε περιβάλλον». Οπότε, με ένα «Καλά, πάμε» η Πάστα Φλώρα ενδίδει απρόθυμα, προσθέτοντας βέβαια ένα σχόλιο για ντουφέκια…
Το όνομα «Πάστα Φλώρα» όπως και η συνομιλία ανάμεσα σε αυτή – δηλαδή στη Μαίρη Αρώνη – και την κινηματογραφική κόρη της Τζένη Καρέζη αποτελούν πλέον κομμάτι της κινηματογραφικής μυθολογίας για γενιές Ελλήνων, σε σημείο που θαρρείς ότι δεν χρειάζεται καν να αναφερθεί πως η εν λόγω ταινία είναι η κλασική κωμωδία «Μια τρελή, τρελή οικογένεια» (1965) του Ντίνου Δημόπουλου, πολλά από τα εξωτερικά γυρίσματα της οποίας πραγματοποιήθηκαν όντως στο Λαγονήσι.
Η Πάστα Φλώρα μπορεί να πίστευε (ή να έλεγε ότι πίστευε) πως «το νησί είναι γεμάτο λαγούς», όμως η πραγματικότητα ήταν αρκετά διαφορετική. Το Λαγονήσι ήταν και παραμένει ένα από τα πιο προνομιακά σημεία της περίφημης Αθηναϊκής Ριβιέρας, στα παράλια της νότιας Αττικής. Της ζώνης δηλαδή που με αφετηρία τον Πειραιά και τους γειτονικούς του δήμους περνά από όλες τις παραλιακές περιοχές που βρέχονται από τον πανέμορφο Σαρωνικό Κόλπο – μεταξύ άλλων από το Παλαιό Φάληρο, τον Αλιμο, τη Γλυφάδα, τη Βούλα και το Καβούρι ως τη Βουλιαγμένη τη Βάρκιζα, τη Σαρωνίδα, την Ανάβυσσο και βεβαίως το Σούνιο, που είναι και ο «τερματικός σταθμός» της.

Ειδικά για την «Τρελή, τρελή οικογένεια», ο Νίκος Καβουκίδης, διευθυντής φωτογραφίας της ταινίας (όπως και πάρα πολλών άλλων επιτυχιών της Finos Film εκείνης της εποχής), θυμάται με πολύ ζωηρά χρώματα τα γυρίσματα που έλαβαν χώρα και στο ξενοδοχείο Xenia στο Λαγονήσι, στα οποία πήραν μέρος, εκτός από την Αρώνη και την Καρέζη, ο Αλέκος Αλεξανδράκης, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος και η Λίλυ Παπαγιάννη. «Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζει ο κόσμος ότι τα περισσότερα εσωτερικά γυρίσματα των ταινιών στα χρόνια του ’60 γίνονταν στα πλατό των στούντιο και όποτε χρειαζόταν να γίνουν εξωτερικά, συνήθως επιλέγονταν σχετικά κοντινά σημεία στην Αθήνα» περιγράφει ο πολύπειρος Καβουκίδης στο ΒΗΜΑgazino, για να προσθέσει: «Και αυτό συνέβαινε επειδή σε καθημερινή βάση ήταν αναγκαία η μεταφορά με πούλμαν πολλών ατόμων, ηθοποιών και μελών του συνεργείου, όπως και μηχανημάτων. Επίσης, ακριβώς επειδή το ελληνικό φως είναι πολύ “σκληρό”, δεν έπρεπε να χάνεται το πρωινό σε ό,τι αφορά τις λήψεις. Αρα όλα έπρεπε να ξεκινήσουν από πολύ νωρίς. Κάποιες ώρες το μεσημέρι, ανάμεσα στη μία και τις τρεις, τότε που ο ήλιος ήταν πολύ έντονος και έπεφτε κάθετα στα πρόσωπα, γίνονταν διαλείμματα στα γυρίσματα».
Από τη «Θεία από το Σικάγο» στα «Κίτρινα γάντια»
Από τη δεκαετία του 1920 ακόμα, έναν ολόκληρο αιώνα πίσω, η εμπορική ανάπτυξη αυτής της παραλιακής ζώνης υπήρξε όραμα πολλών πολιτικών και επιχειρηματιών μέσα στο πλαίσιο μιας γενικότερης αξιοποίησης των ακτών της Αττικής. Θα έπρεπε να περάσουν αρκετές δεκαετίες μέχρι το όραμα αυτό να αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά, εκεί στα χρόνια της δεκαετίας του 1950.
Στην Ελλάδα, τα πράγματα δεν γίνονταν (και δεν γίνονται) από τη μία στιγμή στην άλλη, πόσω μάλλον αν το σχέδιο προέβλεπε ότι μεγάλες εκτάσεις με μέχρι πρότινος «πρωτόγονες» υποδομές θα μετατρέπονταν σε ελληνική «Κυανή Ακτή», όπως είχε γραφτεί σε ρεπορτάζ του Τύπου της εποχής αναφορικά με την ανάπτυξη περιοχών όπως η Γλυφάδα, η Βούλα και η Βουλιαγμένη.
Η εποχή μάλιστα της ανάπτυξης των παραλιών των νοτίων προαστίων συνέπεσε με εκείνη της άνθησης του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου. Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 η εγχώρια παραγωγή γνώρισε περίοδο ακμής με όρους κανονικής βιομηχανίας και μπροστάρη την εταιρεία παραγωγής-κολοσσό Finos Film.
Αυτή η συνθήκη θα διαρκούσε μέχρι τα πρώτα χρόνια των 70s, όταν η κρίση για το μέσο του κινηματογράφου επήλθε με την εμφάνιση και τη μετέπειτα κυριαρχία της τηλεόρασης. Συνεπώς, στην εικοσαετία 1953-1973 η αθηναϊκή «Κυανή Ακτή» αξιοποιήθηκε δεόντως και στη μεγάλη οθόνη, που ανέδειξε με τον καλύτερο τρόπο σχεδόν όλα τα ειδυλλιακά σημεία της που είχαν αρχίσει να αναμορφώνονται.
«Σε μια περιοχή λίγο μετά τη Βάρκιζα έγιναν πάρα πολλά γυρίσματα της ταινίας “Τα κίτρινα γάντια”» περιγράφει ο Νίκος Καβουκίδης για την κλασική ταινία παραγωγής 1960 του Αλέκου Σακελλάριου, με τους Μάρω Κοντού, Νίκο Σταυρίδη, Γιάννη Γκιωνάκη, Μίμη Φωτόπουλο και Μάρθα Βούρτση, στην οποία ο πρώτος είχε εργαστεί ως βοηθός οπερατέρ: «Μάλιστα, εκτός από τα εξωτερικά γυρίσματα που έγιναν εκεί, το ενδιαφέρον σε αυτή την ταινία είναι ότι πραγματοποιήθηκαν και πολλά εσωτερικά, όχι σε στούντιο, αλλά σε ένα κοντινό εστιατόριο. Εκεί γυρίστηκε και η γνωστή σκηνή “πορτοκαλάδα από πορτοκάλια;” ανάμεσα στον Γιάννη Γκιωνάκη και τον Νίκο Σταυρίδη».
Η παραπάνω συνθήκη θα γινόταν «άγραφος νόμος» – η μέθοδος της ανταλλαγής. Εστιάτορες, καταστηματάρχες, ξενοδόχοι κ.ά. πρόσφεραν τις εγκαταστάσεις τους δωρεάν στις κινηματογραφικές παραγωγές, που γλίτωναν έτσι το κόστος της ενοικίασης χώρων. Και αργότερα, το εστιατόριο, το κατάστημα, το νυχτερινό κέντρο ή το ξενοδοχείο στο οποίο είχαν γίνει τα γυρίσματα κέρδιζε από την πλευρά του αθρόα διαφήμιση μέσω ευρείας απήχησης της μεγάλης οθόνης.
Σε πλαζ της Βάρκιζας βρισκόταν η Γεωργία Βασιλειάδου στην περίφημη σκηνή της με το τεράστιο σομπρέρο και την πίπα στην ταινία «Η θεία από το Σικάγο» (1957) του Αλέκου Σακελλάριου, ενώ η ακτή στην οποία βλέπουμε τη Μελίνα Μερκούρη και τον Γιώργο Φούντα στο κλασικό μελόδραμα «Στέλλα» (1955) του Μιχάλη Κακογιάννη βρίσκεται στο Καβούρι. Εκεί όπου ο Σακελλάριος, πολλά χρόνια αργότερα, θα «έστηνε» τον γάμο της Αλίκης Βουγιουκλάκη και του Δημήτρη Παπαμιχαήλ για τις ανάγκες της ταινίας «Η αρχόντισσα και ο αλήτης» (1968). Το «μυστήριο» έλαβε χώρα στο οικοδομημένο το 1950 παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου στο Καβούρι, στον δρόμο για την παραλία. Ενα μικροσκοπικό ξωκκλήσι, αυτό του Αγίου Νικολάου στον Λαιμό της Βουλιαγμένης, είναι ένα από τα σημεία όπου εστιάζει ο φακός του Βασίλη Γεωργιάδη στην ταινία «Εκείνο το καλοκαίρι» (1971), με την Ελενα Ναθαναήλ και τον Λάκη Κομνηνό, για την οποία πραγματοποιήθηκαν γυρίσματα μεταξύ άλλων στο παλαιό αεροδρόμιο του Ελληνικού και τη Βουλιαγμένη.

Eνας Αστέρας γεννιέται
Ενα από τα πιο φωτογενή τοπόσημα του 20ού αιώνα στην Αθηναϊκή Ριβιέρα, το εμβληματικό κτιριακό συγκρότημα του Αστέρα Βουλιαγμένης που σχεδίασαν οι αρχιτέκτονες Εμμανουήλ Βουρέκας, Αντώνης Γεωργιάδης και Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας, φιλοξένησε επίσης γυρίσματα πολλών ταινιών.
Ο Αστέρας άλλωστε αποτελούσε από τα τέλη των 60s αγαπημένο προορισμό πολλών διασημοτήτων, από τον Αριστοτέλη Ωνάση και τον Φρανκ Σινάτρα ως την Αλίκη Βουγιουκλάκη και κυρίως τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, ο οποίος υπήρξε τακτικότατος επισκέπτης, τόσο στην προσωπική του ζωή όσο και ως πρωταγωνιστής ταινιών που απαιτούσαν λήψεις κοντά στη θάλασσα. «Ο φαντασμένος» (1973) του Ντίνου Δημόπουλου, «Ο άνθρωπος που γύρισε από τη ζέστη» (1972) του Κώστα Καραγιάννη και, πολλά χρόνια αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, «Ο Λαμπρούκος μπαλαντέρ», επίσης του Κ. Καραγιάννη, με συμπρωταγωνίστρια τη Μάρω Κοντού, είχαν γυρίσματα στον Αστέρα.

Πολλές ακόμη αγαπημένες ταινίες, που επανέρχονται κατά καιρούς μέσω των ανελλιπών τηλεοπτικών προβολών τους, έκαναν τα εξωτερικά τους γυρίσματα στον Αστέρα Βουλιαγμένης και στις περιοχές πέριξ αυτού. Το «Κάτι να καίει» (1964) του Γιάννη Δαλιανίδη, µε τους Ρένα Βλαχοπούλου, Ντίνο Ηλιόπουλο και Μάρθα Καραγιάννη στο επίκεντρο ενός πολύ µεγάλου καστ, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγµα, όπως φυσικά και η κωµωδία του 1966 «Ξυπόλητος πρίγκηψ», επίσης σε σκηνοθεσία Δαλιανίδη, µε τον Κώστα Βουτσά στον ξεκαρδιστικό ρόλο του τίτλου. Μέσα στο ίδιο το ξενοδοχείο έγιναν λήψεις μεταξύ άλλων για τη περίφημη «Μουσίτσα» (1959), και πάλι του Δαλιανίδη, με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Ανδρέα Μπάρκουλη στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, ενώ η αγαπημένη ηθοποιός εμφανίστηκε μαζί με τον Αλέκο Αλεξανδράκη στο «Κλωτσοσκούφι» του Ντίνου Δημόπουλου, το 1960, με διευθυντή φωτογραφίας τον Νίκο Καβουκίδη, που γύρισε κάποιες σκηνές τους στην παραλία του Φαλήρου.
Ο Νίκος Καβουκίδης θυμάται επίσης πολύ έντονα το γύρισμα μιας σκηνής που έχει γράψει Ιστορία στον ελληνικό κινηματογράφο, αυτής του τσακωμού ανάμεσα στον Μαύρο (Σπύρος Καλογήρου) και τον Αρη (Νίκος Κούρκουλος) στη «Λόλα» (1964) του Ντίνου Δημόπουλου. Η σκηνή με την περίφημη ατάκα «Πολλά τα λεφτά, Αρη!» (χωρίς το «είναι») γυρίστηκε νύχτα στον Πειραιά, στους χώρους ενός εργοστασίου. Στην ίδια ταινία, η εκπληκτική εισαγωγή όπου βλέπουμε τη Βίκυ Μοσχολιού να τραγουδά το «Χάθηκε το φεγγάρι» των Βαγγέλη Γκούφα και Σταύρου Ξαρχάκου σε ένα παράθυρο γυρίστηκε επίσης on location, ενώ όλη η σεκάνς της αρχής περιλαμβάνει εικόνες από διάφορες παράκτιες περιοχές του Πειραιά.
Αντιστοίχως, βέβαια, πολλά από τα πλάνα γνωστών ελληνικών φιλμ κινηματογραφήθηκαν στην ανατολική ακτή της Αττικής, σε περιοχές όπως το Λαύριο, το Πόρτο Ράφτη και η παραλία Σχινιά, όπου γυρίστηκε, εκτός των άλλων, το «Νησί της Αφροδίτης» (1969) του Γιώργου Σκαλενάκη, μία από τις τελευταίες κινηματογραφικές εμφανίσεις της Κατίνας Παξινού, στην οποία διευθυντής φωτογραφίας ήταν και πάλι ο Νίκος Καβουκίδης (να θυμίσουμε εδώ ότι πριν από λίγα χρόνια, το 2024, η παραλία της Βραυρώνας αξιοποιήθηκε για κάποια γυρίσματα της ταινίας «Υπάρχω» του Γιώργου Τσεμπερόπουλου), ενώ ως και ο Μπραντ Πιτ βρέθηκε πρόσφατα στη Νέα Μάκρη για τις ανάγκες της χολιγουντιανής ταινίας «The Riders».
