Στις 4 Φεβρουαρίου η «Washington Post», η εφημερίδα που κάποτε αποκάλυψε το σκάνδαλο Watergate και έριξε έναν αμερικανό πρόεδρο, ανακοίνωσε ότι απολύει το ένα τρίτο του προσωπικού της. Περίπου 300 άνθρωποι, ανάμεσά τους και η ρεπόρτερ που κάλυπτε το ρεπορτάζ της Amazon (τι ειρωνεία, αλήθεια), είδαν την πόρτα της εξόδου. Η αιτιολογία; Οικονομικές ζημίες ύψους 77 εκατομμυρίων δολαρίων τον τελευταίο χρόνο.
Εναν κοινό θνητό το ποσό τον ζαλίζει. Για τον ιδιοκτήτη της, Τζεφ Μπέζος, μοιάζει περισσότερο με στατιστικό λάθος. Σύμφωνα με τη real-time λίστα του «Forbes», η περιουσία του Μπέζος αυτή τη στιγμή φλερτάρει με τα 250 δισεκατομμύρια δολάρια. Για να το θέσουμε με την κυνική ακρίβεια των αριθμών: το έλλειμμα που οδήγησε στον «αποκεφαλισμό» της ιστορικής εφημερίδας αντιστοιχεί περίπου στο 0,03% της καθαρής του αξίας.
Είναι τα ψιλά που αφήνει ένας δισεκατομμυριούχος στο τραπέζι για φιλοδώρημα. Και όμως, ο άνθρωπος που ξόδεψε 500 εκατ. δολάρια για το γιοτ «Koru», που πέρυσι τον Ιούνιο ουσιαστικά «έκλεισε» τη Βενετία για τους γάμους του και δαπάνησε 75 εκατ. δολάρια για να στηρίξει το ντοκιμαντέρ «Melania» της Μελάνια Τραμπ στο Amazon, επέλεξε να θυσιάσει την ανθρώπινη επένδυση στο όνομα του εξορθολογισμού και της αποδοτικότητας.
Και να σκεφτεί κανείς ότι ο Μπέζος είναι μόνο το ένα μέλος της τρόικας που επανασχεδιάζει τον χάρτη της παγκόσμιας επιρροής. Από την παρέα των εξωφρενικά πλούσιων και αχαλιναγώγητα ισχυρών δεν μπορεί να λείπει ο Ιλον Μασκ, ο πλουσιότερος άνθρωπος στον πλανήτη, με περιουσία που ξεπερνά τα 850 δισεκατομμύρια δολάρια. Αν ο Μπέζος είναι ο ψυχρός λογιστής που κόβει δαπάνες σιωπηλά, ο Μασκ είναι ο ροκ σταρ που σπάει την κιθάρα στη σκηνή. Εξαγόρασε το Twitter όχι για να το κάνει κερδοφόρο, αλλά για να γίνει ο ίδιος το μήνυμα. Η επιρροή του είναι χαοτική, άμεση και συχνά τρομακτική.
Κάπου στην Ευρώπη, υπάρχει ο τρίτος μεγιστάνας που συμπληρώνει την εικόνα. Ο Μπερνάρ Αρνό της LVMH, με περιουσία κοντά στα 170 δισεκατομμύρια δολάρια, παρότι σιωπηλός, παρακολουθεί και διαμορφώνει τις εξελίξεις. Oχι αγοράζοντας εφημερίδες για να τις διαλύσει, ούτε πλατφόρμες για να τρολάρει. Αγοράζει την επιθυμία μας. Ελέγχει την αισθητική του πλανήτη μέσω του κολοσσού της μόδας, πουλώντας το όνειρο της πολυτέλειας σε έναν κόσμο που βυθίζεται στην ανισότητα.
Οι απολύσεις στην «Washington Post» δεν είναι απλώς μια εταιρική είδηση. Είναι η απόδειξη ότι για τους σύγχρονους φαραώ του πλούτου, τα media, η ενημέρωση, ακόμα και η ίδια η Δημοκρατία είναι απλά assets. Οταν βαρεθούν να παίζουν με αυτά ή όταν τα νούμερα δεν βγαίνουν στο Excel, απλώς πατούν «delete». Το μότο της «Washington Post» είναι: «Η Δημοκρατία πεθαίνει στο σκοτάδι». Με τον Μπέζος στο τιμόνι, αποδεικνύεται ότι μπορεί κάλλιστα να πεθάνει και στο φως της ημέρας. Με ένα απλό email απόλυσης ενώ ο ιδιοκτήτης της λιάζεται στο κατάστρωμα του υπερπολυτελούς σκάφους του.
