Υπάρχουν κάποιες εικόνες που εγγράφονται ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη. Οχι ελέω εντυπωσιασμού, φαντασμαγορίας ή κάποιου θετικού ή αρνητικού σοκ που προκαλούν. Αλλά επειδή επιβάλλουν τη σιωπή.
Οταν η Ζιζέλ Πελικό διέσχιζε τον Σεπτέμβριο του 2024 τον μακρύ διάδρομο του δικαστηρίου στην Αβινιόν, με το αυστηρό καρέ της, τα σκούρα γυαλιά ηλίου που έκρυβαν επιμελώς το βλέμμα της και μια κορμοστασιά που έμοιαζε να αψηφά τη βαρύτητα μιας κτηνωδίας που ίσως ούτε η ίδια είχε προλάβει ακόμα να συνειδητοποιήσει, ολόκληρος ο πλανήτης παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα.

Αντί για έναν άνθρωπο φοβισμένο, αποθαρρυμένο και συντετριμμένο, αντί για ένα «τέλειο», αδύναμο και δακρυσμένο θύμα που θα τροφοδοτούσε τον κοινωνικό οίκτο και τον τηλεοπτικό κανιβαλισμό, είδαμε μια γυναίκα φτιαγμένη θαρρείς από γρανίτη. Η Πελικό είχε ήδη πάρει τη μεγαλύτερη και πιο ριζοσπαστική απόφαση της ζωής της. Να αρνηθεί πεισματικά μια δίκη κεκλεισμένων των θυρών.
Ηθελε να τραβήξει βίαια τις κουρτίνες και να αφήσει το φως, όσο σκληρό, εκτυφλωτικό και αποκαλυπτικό κι αν ήταν, να πέσει πάνω στο απόλυτο σκοτάδι. «Η ντροπή πρέπει να αλλάξει πλευρά» είχε πει στους δικηγόρους της.
Μια φράση μόλις έξι λέξεων που ξέφυγε από τα στενά όρια της δικογραφίας, έγινε σύνθημα στα χείλη χιλιάδων διαδηλωτών, γκράφιτι στους τοίχους του Παρισιού, πλακάτ σε μεγαλειώδεις πορείες και, τελικά, αναθεώρησε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε και μιλάμε για την έμφυλη βία.

Σήμερα, λίγους μήνες μετά την ιστορική ετυμηγορία της δίκης που συγκλόνισε την υφήλιο, η 73χρονη πλέον Ζιζέλ Πελικό επιστρέφει. Αυτή τη φορά ως η απόλυτη κυρίαρχος του δικού της αφηγήματος. Και της ζωής της.
Το βιβλίο της, γραμμένο σε στενή συνεργασία με τη διακεκριμένη γαλλίδα δημοσιογράφο και συγγραφέα Ζιντίτ Περινιόν, που κυκλοφόρησε στα μέσα Φεβρουαρίου σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες – και στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Ψυχογιός σε μετάφραση της Πετρούλας Γαβριηλίδου –, φέρει έναν τίτλο που μοιάζει σχεδόν προκλητικός, ένα ανατρεπτικό μανιφέστο απέναντι στην ίδια την άβυσσο που αναγκάστηκε να ζήσει: «Υμνος στη Ζωή – H ιστορία μου» (στο γαλλικό πρωτότυπο κυκλοφορεί ως «Et la joie de vivre»).

Μέσα σε μία μόλις εβδομάδα από την κυκλοφορία του στη Γαλλία, το βιβλίο πούλησε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα, σκαρφάλωσε αμέσως στην κορυφή των best sellers σε ολόκληρη την Ευρώπη, έσπασε τον πήχη του ρεκόρ στην κατηγορία των απομνημονευμάτων. Η ανταπόκριση είναι η συλλογική βαθιά υπόκλιση σε μια γυναίκα που ανέδειξε εαυτόν σε ηρωίδα της ανθρώπινης θέλησης.
Το χρονικό της φρίκης
Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος όσων αναπλάθει στο βιβλίο της η Πελικό, πρέπει πρώτα να αναμετρηθεί με τα ίδια τα γεγονότα της υπόθεσης.
Μιας ανήκουστης ιστορίας που μοιάζει βγαλμένη από τον πιο νοσηρό εφιάλτη και έγραψε μια νέα, δυστοπική σελίδα στα χρονικά της εγκληματολογίας. Μιας βιομηχανικής κλίμακας κακοποίησης που διήρκεσε σχεδόν μία ολόκληρη δεκαετία, από τον Ιούλιο του 2011 έως τον Οκτώβριο του 2020, με ενορχηστρωτή τον άνθρωπο που αγάπησε, ερωτεύτηκε και εμπιστεύθηκε η Ζιζέλ Πελικό. Τον σύζυγό της Ντομινίκ.

Το 2013, το ζευγάρι, μετά τη συνταξιοδότησή του, είχε μετακομίσει στο γραφικό και φιλήσυχο χωριό Μαζάν της Προβηγκίας. Επειτα από έναν μάλλον τρικυμιώδη βίο που είχε κάμποσους χωρισμούς και επανασυνδέσεις από τις αρχές των 70s, όταν και γνωρίστηκαν, οι Πελικό έμοιαζαν να έχουν κατακτήσει μια ειδυλλιακή καθημερινότητα. Με ποδηλατάδες, επισκέψεις από τα εγγόνια τους, συμμετοχή της Ζιζέλ στην τοπική χορωδία, κηπουρική.
Ομως, πίσω από την τέλεια βιτρίνα εκτυλισσόταν ένα απόκοσμο θρίλερ. Ο Ντομινίκ Πελικό, ο άνδρας με τον οποίο η Ζιζέλ Πελικό μοιράστηκε σχεδόν πενήντα χρόνια από τη ζωή της, ο πατέρας των τριών παιδιών της, τη νάρκωνε συστηματικά.
Χρησιμοποιώντας βαριά αγχολυτικά (κυρίως Temesta) και ισχυρά μυοχαλαρωτικά, την παρέδιδε σε άγνωστους άνδρες που προσκαλούσε στο σπίτι τους όσο εκείνη βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση. Τουλάχιστον 92 καταγεγραμμένοι βιασμοί από 72 διαφορετικούς άνδρες (oι 52 εκ των οποίων έχουν ταυτοποιηθεί) έλαβαν χώρα σε αυτό το διάστημα πάνω στο ίδιο της το κρεβάτι.
Το νήμα της σκοτεινής ιστορίας άρχισε να ξετυλίγεται τυχαία τον Σεπτέμβριο του 2020. Ο Πελικό συνελήφθη από την ασφάλεια ενός σουπερμάρκετ της περιοχής Καρπαντρά να τραβάει με το κινητό του τηλέφωνο φωτογραφίες κάτω από τις φούστες ανυποψίαστων γυναικών.

Οταν η αστυνομία, θορυβημένη από την απαθή, σχεδόν κυνική στάση του κατά την ψυχιατρική του αξιολόγηση, σε δεύτερο χρόνο κατέσχεσε τον ηλεκτρονικό του εξοπλισμό, βρέθηκε μπροστά σε ένα ψηφιακό κολαστήριο που σόκαρε ακόμα και τους πιο έμπειρους αξιωματικούς της Δίωξης.
Σε έναν κρυμμένο φάκελο με την ωμή ονομασία «Abuses» (Κακοποιήσεις) εντόπισαν περισσότερα από 20.000 αρχεία, με εικόνες και βίντεο της αναίσθητης συζύγου του να κακοποιείται κατ’ εξακολούθηση, προσεκτικά αρχειοθετημένα με ημερομηνίες και με τα ψευδώνυμα των δραστών.
Η αρχιτεκτονική της προδοσίας
Ενώ το σπίτι των Πελικό στην Προβηγκία μετατρεπόταν τα βράδια σε βωμό μαρτυρίου, η ίδια η Ζιζέλ Πελικό βίωνε τα πρωινά μια σταδιακή, ανεξήγητη και βασανιστική σωματική και ψυχική κατάρρευση.
Στις σελίδες του βιβλίου της περιγράφει με χειρουργική ακρίβεια τα χρόνια που το σώμα της την πρόδιδε καθημερινά. Αναφέρεται στις τρομακτικές κρίσεις αμνησίας, στην ανεξέλεγκτη τριχόπτωση που την ανάγκαζε να αποφεύγει τον καθρέφτη, στην ακραία απώλεια βάρους και στις σοβαρές νευρολογικές διαταραχές που την έστελναν από τον έναν ειδικό στον άλλον.
Είχε πειστεί πως έπασχε από πρώιμο Αλτσχάιμερ ή από κάποιον επιθετικό όγκο στον εγκέφαλο.

Εξίσου σοκαριστική ήταν η στάση του ιατρικού κατεστημένου. Κανένας γιατρός, κανένας νευρολόγος ή γυναικολόγος δεν υποψιάστηκε την αλήθεια. Τα συμπτώματά της αποδίδονταν στην «κόπωση της ηλικίας» ή στο «άγχος για τη φροντίδα των εγγονιών».
Ο Ντομινίκ Πελικό ήταν πάντα εκεί: να υποδύεται τον στοργικό συνοδό στις αίθουσες αναμονής, τον προστάτη σύζυγο που μιλούσε εκ μέρους της στους γιατρούς, τον αφοσιωμένο σύντροφο που επέστρεφε σπίτι για να της ετοιμάσει με τα ίδια του τα χέρια το βραδινό της γεύμα – το ίδιο γεύμα μέσα στο οποίο έλιωνε τις υπερβολικές δόσεις των φαρμάκων που την παρέδιδαν πολλές φορές την εβδομάδα στην κόλαση.

Οπως εξομολογήθηκε σε πρόσφατη συνέντευξή της η Πελικό, η στιγμή της αποκάλυψης από τους αστυνομικούς ήταν μια τραυματική εμπειρία απόλυτης αποσύνδεσης. Η ίδια, βλέποντας το υλικό στον υπολογιστή του τμήματος, δεν μπορούσε καν να συνδέσει τον εαυτό της με τη γυναίκα στα βίντεο. «Δεν αναγνώριζα αυτά τα άτομα. Ούτε αυτή τη γυναίκα» ανέφερε. «Το μάγουλό της ήταν τόσο χαλαρό. Το στόμα της τόσο πεσμένο. Ηταν μια πάνινη κούκλα. Το μυαλό μου σταμάτησε να λειτουργεί στο γραφείο του υπαστυνόμου».
Η δίκη της Αβινιόν
Οταν, στις 2 Σεπτεμβρίου 2024, άνοιξαν οι πόρτες του δικαστηρίου στην Αβινιόν, ολόκληρη η γαλλική κοινωνία βρέθηκε απέναντι στον παραμορφωτικό καθρέφτη της. Μαζί με τον Ντομινίκ Πελικό, στο εδώλιο κάθισαν και οι άνδρες που ταυτοποιήθηκαν από το οπτικοακουστικό υλικό.

Η ετυμηγορία, που ανακοινώθηκε λίγες ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα, στις 19 Δεκεμβρίου 2024, ήταν καταπέλτης: όλοι τους κρίθηκαν ένοχοι, με τον Ντομινίκ Πελικό να καταδικάζεται στη μέγιστη προβλεπόμενη ποινή των 20 ετών.
Ωστόσο, εκείνο που προκάλεσε τον μεγαλύτερο κοινωνικό σεισμό, διαλύοντας συθέμελα κάθε ψευδαίσθηση ασφάλειας που τρέφουμε για τον διπλανό μας, ήταν το προφίλ των συγκατηγορουμένων του.
Στο εδώλιο δεν βρίσκονταν τα στερεοτυπικά «τέρατα» των ταινιών, ούτε περιθωριακές φιγούρες του σκοτεινού Διαδικτύου. Ηταν κυριολεκτικά οι άνδρες της διπλανής πόρτας. Ολων των ηλικιών και των κοινωνικών διαστρωματώσεων. Ενας επαγγελματίας πυροσβέστης που βίασε την Πελικό φορώντας την υπηρεσιακή του στολή. Ενας πωλητής στο ίδιο ακριβώς σουπερμάρκετ όπου συνελήφθη ο σύζυγός της. Ενας κηπουρός, δημοσιογράφοι, οδηγοί ασθενοφόρων, νοσηλευτές, εργάτες οικοδομών.

«Φυσιολογικοί» οικογενειάρχες, «νοικοκυραίοι», κάποιοι εξ αυτών παππούδες, που έβρισκαν απόλυτα φυσιολογικό να οδηγήσουν μέχρι το Μαζάν, να βιάσουν ένα ναρκωμένο γυναικείο σώμα που δεν μπορούσε να προβάλει καμία απολύτως αντίδραση ή αντίσταση και έπειτα να επιστρέψουν στα σπίτια τους, στις συζύγους, στην καθημερινότητα και την εργασιακή τους ρουτίνα.
Γυναίκα-σύμβολο
«Αυτή η ιστορία δεν μου ανήκει πια ολοκληρωτικά» ομολογεί η ίδια με μια δόση μελαγχολίας μέσα στο βιβλίο της. Το πώς έφτασε να γίνει ένα παγκόσμιο σύμβολο αγώνα είναι κάτι που ακόμα και σήμερα προσπαθεί να επεξεργαστεί. Οπως εξομολογήθηκε πρόσφατα: «Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι η φωνή μου θα είχε τόσο μεγάλη απήχηση, ξεπερνώντας ακόμα και τα σύνορα της Γαλλίας, φτάνοντας σε κάθε γωνιά του πλανήτη».

«Είπα στον εαυτό μου ότι έπρεπε να σκεφτούμε όλα τα θύματα βιασμού που δεν τολμούν να αρνηθούν μια κεκλεισμένων των θυρών δίκη από βαθιά ντροπή, κάτι που αποτελεί τελικά μια διπλή ποινή, ένα δεύτερο μαρτύριο, που επιβάλλουμε εμείς οι ίδιες στον εαυτό μας» γράφει.
Με αφοπλιστική και βαθιά ειλικρίνεια, αναγνώρισε πως η προχωρημένη ηλικία της έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόφασή της.

Παραδέχθηκε ότι αν ήταν είκοσι ή τριάντα χρόνια νεότερη, ίσως να μην είχε βρει το σθένος να αντέξει μια δημόσια δίκη. «Θα φοβόμουν τα βλέμματα, την κριτική της κοινωνίας» εξομολογήθηκε.
Αλλά ένιωσε πως, σε αυτή τη φάση της ζωής της, το προσωπικό της χρέος απέναντι στην αλήθεια ταυτίστηκε απόλυτα με το συλλογικό: «Είπα πως αν μπορούσα να το αντέξω εγώ, θα μπορούσαν να αντλήσουν δύναμη και άλλοι. Το μήνυμά μου προς όλα τα θύματα είναι ένα: να μη νιώθουν ποτέ, μα ποτέ, ντροπή».
Η «Χαρά της Ζωής» ως πράξη αντίστασης
Αν το πρώτο μισό της ιστορίας και του βιβλίου αφορά την ελεύθερη πτώση στην άβυσσο, το δεύτερο μισό εστιάζει αποκλειστικά στη δύναμη της ανάδυσης.
Η Ζιζέλ Πελικό αρνείται πεισματικά, σχεδόν εμμονικά, να ορίσει τον εαυτό της αποκλειστικά από τον πόνο, την κακοποίηση, το τραύμα και την προδοσία. «Η ζωή δεν έχει replay, δεν ξαναπαίζεται» γράφει σε ένα από τα πιο δυνατά αποσπάσματα του βιβλίου. «Αν τα σβήσω όλα και αφεθώ στη μαυρίλα, είμαι ήδη νεκρή, και μάλιστα εδώ και πάρα πολύ καιρό».
Ο σύζυγός της είχε δηλώσει κυνικά ενώπιον των δικαστών ότι το πρωταρχικό κίνητρο για τις πράξεις του ήταν να «υποτάξει μια ανυπότακτη γυναίκα». Να την τιμωρήσει για την ανεξαρτησία της.

Η Πελικό, όμως, μέσα από τις σελίδες του «Υμνου στη Ζωή», του απαντά με τον πιο αποστομωτικό τρόπο: ζώντας ελεύθερη, αναπνέοντας χωρίς ενοχή, απολαμβάνοντας τη μέρα δίχως να νιώθει το κορμί της βαρύ από τις ναρκωτικές ουσίες. «Εδωσα επιτέλους στον εαυτό μου την άδεια να είναι ευτυχισμένος» λέει πια, στέλνοντας το πιο ελπιδοφόρο και ανατρεπτικό μήνυμα σε μια κοινωνία που συχνά περιμένει από τα θύματα ακραίας βίας να ζουν για πάντα στο περιθώριο, εγκλωβισμένα στον φαύλο κύκλο της κακοποίησης.
Διαβάζοντας τον «Υμνο στη Ζωή», νιώθεις συχνά την ανάγκη να κλείσεις το βιβλίο και να πάρεις μια βαθιά ανάσα. Είναι ένα κείμενο που, όπως γράφτηκε εύστοχα στον διεθνή Τύπο, κάποιες στιγμές «σου δημιουργεί την ανάγκη να κάνεις εμετό» από τη φρίκη των περιγραφών.
Ωστόσο, είναι μια ανάγνωση παραπάνω από αναγκαία και απαραίτητη. Μάλιστα, ήδη λέγεται πως υπάρχουν συζητήσεις για την τηλεοπτική μεταφορά της υπόθεσης Πελικό, με τις αναφορές να βάζουν στο κάδρο για τον πρωταγωνιστικό ρόλο τη Μέριλ Στριπ.

Είτε ευοδωθεί είτε όχι το εν λόγω σχέδιο, η πηγαία, αφτιασίδωτη και καταιγιστική αφήγηση της Ζιζέλ Πελικό δεν μπορεί παρά να είναι ένα ανάγνωσμα αναφοράς – ειδικά όσο ο κόσμος μας χρειάζεται παγκόσμιες ημέρες και επετείους για να θυμάται και να μνημονεύει τις γυναίκες.
«Θέλω με αυτό το βιβλίο να βάλω λέξεις σε αυτό που πέρασα» γράφει στον επίλογό της. «Να πω ότι δεν φοβάμαι πια να είμαι μόνη, ότι ξαναβρήκα τη χαρά της ζωής. Να πω ότι είμαι ζωντανή».
