Ο κόσμος της τέχνης βρίσκεται σε διαρκή κίνηση. Νέα στυλ, νέα μέσα και νέοι δημιουργοί μεταφράζουν τα συναισθήματά τους σε έργα με τον δικό τους, μοναδικό τρόπο. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι η τέχνη στρέφεται προς μέρη που μπορούν να υποστηρίξουν αυτή την κινητικότητα και προς περιβάλλοντα που δεν εναλλάσσουν απλώς ιδέες, αλλά τις δοκιμάζουν και τις επαναπροσδιορίζουν.
Λίγες πόλεις υιοθετούν με τόση άνεση αυτή τη δημιουργική ένταση όσο το Λονδίνο, όπου τόσο διαφορετικοί κόσμοι καταφέρνουν να συνυπάρξουν αβίαστα: η chic ηρεμία μιας γκαλερί στο Μέιφερ απέχει μόλις λίγα τετράγωνα από την ακατέργαστη, απρόβλεπτη ενέργεια μιας αποθήκης στο Σόχο που φιλοξενεί την πασαρέλα ενός ανερχόμενου σχεδιαστή. Tο καθιερωμένο και το ανερχόμενο εφάπτονται διαρκώς στην ίδια πόλη – συλλέκτες τέχνης, φοιτητές και πρωτοεμφανιζόμενοι δημιουργοί κινούνται στους ίδιους χώρους, ενώ θεσμοί με κύρος, όπως η Tate, η Εθνική Πινακοθήκη και το Royal College of Art, συνυπάρχουν με το εικαστικό δίκτυο της ανήσυχης καλλιτεχνικά περιοχής Χάκνεϊ.
Πάνω απ’ όλα, η βρετανική πρωτεύουσα είναι ένα σημείο συνάντησης. Ενα διεθνές σταυροδρόμι αισθητικών και ιδεών. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον διαμορφώνεται μια νέα γενιά δημιουργών που επαναπροσδιορίζει τις σύγχρονες πρακτικές στην τέχνη αντλώντας από τις προσωπικές της εμπειρίες. Ανάμεσά τους, τρεις νέες γυναίκες μάς προσφέρουν μια πιο κοντινή ματιά σε αυτόν τον κόσμο μέσα από έργα σύγχρονα, τολμηρά και βαθιά προσωπικά.
Λίντια Σμιθ
Ανάμεσα στην ύλη και την τεχνολογία
Στο επίκεντρο αυτής της αλλαγής, η millennial καλλιτέχνις Λίντια Σμιθ αρνείται τις εύκολες κατηγοριοποιήσεις. Εχοντας γνωρίσει το έργο της μέσα από τους κοινωνικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους του Λονδίνου, και συγκεκριμένα από δημιουργούς που ασχολούνται με την ψηφιακή τέχνη, εντυπωσιάστηκα από την πολυπλοκότητα της πορείας της – το είδος καριέρας που βρίσκεται σε συνεχή εξέλιξη και που χαρακτηρίζει μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες προσωπικότητες της πόλης. Η Σμιθ ξεκίνησε τη διαδρομή της από τη βιομηχανία του κινηματογράφου, δουλεύοντας στα παρασκήνια για τη δημιουργία μεγάλων γλυπτικών κατασκευών που προορίζονταν για τα σκηνικά κινηματογραφικών παραγωγών.

PHOTO:JEFF GILBERT
Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου έστρεψε το ενδιαφέρον της προς καθαρά καλλιτεχνικούς στόχους. Χωρίς να φοβάται τα νέα υλικά και την τεχνολογία, αγκάλιασε τα ψηφιακά μέσα ως προέκταση της μέχρι τότε δουλειάς της στη γλυπτική και τη ζωγραφική. Η πρακτική της κινείται ανάμεσα σε διαφορετικά επίπεδα παραγωγής και ψηφιακής έκφρασης, αντανακλώντας μια εποχή όπου το φυσικό και το ψηφιακό δεν λειτουργούν πλέον ως ξεχωριστοί κόσμοι, αλλά ως αλληλένδετα συστήματα. Αντί να επιλέξει ανάμεσα σε αυτά, επιτρέπει στο ένα να τροφοδοτεί το άλλο, χτίζοντας μια γλώσσα που εξελίσσεται συνεχώς. Ρώτησα αν η εναλλαγή ανάμεσα στο χέρι και την τεχνολογία διαμόρφωσε τον τρόπο που κατανοεί την ίδια τη φόρμα. «Δουλεύοντας με τον πηλό, εισέρχομαι σε μια σχεδόν διαλογιστική κατάσταση, όπου η μορφή αναδύεται μέσα από έναν ήσυχο διάλογο ανάμεσα στο σώμα μου και το υλικό» μου εξήγησε και συνέχισε: «Στον ψηφιακό κόσμο, αντίθετα, δεν υπάρχει βάρος, ούτε σταθερό περιβάλλον. Η κίνηση ανάμεσα σε αυτούς τους δύο τρόπους μού επιτρέπει να αντιλαμβάνομαι τη μορφή ως κάτι διαρκώς μεταβαλλόμενο, παρά ως κάτι στατικό. Η εμπειρία του θεατή αλλάζει ανάλογα με το πώς και πού συναντά το έργο».
Ως αναγνώριση της πορείας της, η Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου της παραχώρησε για δύο χρόνια στούντιο στις ιστορικές κατακόμβες της, οι οποίες λειτουργούσαν στο παρελθόν ως βασιλικά κελάρια. Τη ρώτησα τι σήμαινε για εκείνη να δημιουργεί μέσα σε έναν χώρο τόσο έντονα φορτισμένο από την Ιστορία. «Το Λονδίνο είναι μια πόλη όπου συνυπάρχουν πολλαπλές στιγμές στον χρόνο. Η παρουσία της Ιστορίας είναι ενσωματωμένη παντού, ακόμη και στους τοίχους» ήταν η απάντησή της. Αυτή η ευαισθησία διατρέχει πλέον και το έργο της, μια επίγνωση ότι το υλικό, ο χώρος και ο χρόνος δεν είναι ποτέ ουδέτερα, αλλά βρίσκονται σε συνεχή συνομιλία. Είναι ίσως και η αντανάκλαση μιας γενιάς καλλιτεχνών που έχει διαμορφωθεί μέσα από την άμεση πρόσβαση σε πληροφορίες, αρχεία και αναφορές από όλον τον κόσμο. Αναρωτήθηκα αν βλέπει τον εαυτό της ως μέρος μιας ευρύτερης γενιάς που συνδυάζει την τέχνη, την τεχνολογία και το συναίσθημα. «Ναι, νιώθω ότι υπάρχει αυτή η σύνδεση», απάντησε, «αλλά για εμένα δεν προέκυψε ως ανταπόκριση σε ένα ευρύτερο κίνημα. Η σχέση ανάμεσα στην τέχνη, την τεχνολογία και το συναίσθημα ήταν πάντα ενσωματωμένη στην πρακτική μου». Με πολλούς τρόπους, το έργο της Σμιθ μοιάζει να συμπυκνώνει τη μετατόπιση που συντελείται σήμερα στο Λονδίνο. Μια πόλη όπου η Ιστορία παραμένει πανταχού παρούσα, οι πρακτικές μεταβάλλονται και νέες μορφές δημιουργίας αναδύονται μέσα από την τριβή. Η ίδια δεν προσπαθεί να επιλύσει αυτές τις εντάσεις, αλλά εμπνέεται από αυτές.

Τσίνγι Λι
Η οικειότητα των αντισυμβατικών υλικών
Οσο το Λονδίνο επιτρέπει την ύπαρξη αντιθέσεων άλλο τόσο η νέα γενιά καλλιτεχνών είναι ατρόμητη στο να εξειδικεύεται σε απροσδόκητα υλικά. Η καλλιτέχνις Τσίνγι Λι, με καταγωγή από την Κίνα, κινείται στη σύζευξη τέχνης, ανθρωπολογίας και χειροτεχνίας. Χρησιμοποιώντας τη δαντέλα ως κύριο υλικό της, προσεγγίζει την έννοια της οικειότητας μέσα από μια προσωπική και πολιτισμική σκοπιά: «Για εμένα, η δαντέλα δεν είναι μόνο υλικό, αλλά μια οπτική γλώσσα. Κουβαλά ιστορίες και μνήμες που συνδέονται με τις ζωές των γυναικών. Διατηρεί μια ισχυρή σύνδεση με τη θηλυκότητα και την οικιακή εργασία, επομένως μου επιτρέπει να εργάζομαι μέσα από αυτό το πλαίσιο αντί να ψάχνω κάποιο εξωτερικό νόημα». Η δουλειά της συχνά ξεκινά από είδη με ιστορία. Κουτιά αντίκες, μεταλλικά αντικείμενα και υφάσματα, το καθένα φέρει ίχνη από προηγούμενες ζωές. «Πάντα ένιωθα μια ισχυρή σύνδεση με τα αντικείμενα. Για εμένα, τα υλικά ενός έργου τέχνης δεν είναι απλώς η πρώτη ύλη του αλλά και οι συνεργάτες μου» εξήγησε. Μέσα από αυτή τη διαδικασία νιώθει ότι το έργο της συνεχίζει αφηγήσεις που προϋπάρχουν.

Αναρωτήθηκα γιατί το Λονδίνο αποτελεί το κατάλληλο περιβάλλον για την ανάπτυξη αυτού του είδους πρακτικής. Ως δημιουργός που κινείται ανάμεσα σε διαφορετικά πεδία, περιέγραψε μια σπάνια «ανοιχτότητα» στην τοπική σκηνή: «Υπάρχει μια διάθεση για το νέο. Κάθε πρακτική μπορεί να βρει το κοινό και τη σημασία της, να βρει υποστήριξη». Αυτή η συνθήκη τής επιτρέπει να συνδυάζει έρευνα και δημιουργία: «Μπορώ να παραμένω κοντά στο υλικό, ενώ παράλληλα κατανοώ πώς διάφορες πρακτικές διατηρούνται και εξελίσσονται». Ο στόχος της παραμένει σαφής, ενώ εισέρχεται στο επόμενο στάδιο της καριέρας της μέσω της συμμετοχής της στο πρόγραμμα φιλοξενίας του Sarabande Foundation – του φιλανθρωπικού οργανισμού με έδρα το Λονδίνο που ίδρυσε ο Αλεξάντερ Μακ Κουίν για την υποστήριξη αναδυόμενων δημιουργών. «Θέλω να μη χάσω ποτέ τον λόγο για τον οποίο ξεκίνησα» ανέφερε εκείνη. Στο έργο της, η οικειότητα δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Είναι κάτι που την εμπνέει, στη συνέχεια το αναλύει και στο τέλος τού δίνει μορφή.

Ελίζαμπεθ Εϊμπελ
Η ζωγραφική ως ένστικτο
Σε αυτό το τοπίο, η ζωγράφος Ελίζαμπεθ Εϊμπελ προσεγγίζει το μέσο της με μια ευαισθησία που μοιάζει βαθιά προσωπική. Η πρακτική της διαμορφώνεται μέσα από τη μνήμη, το συναίσθημα και τη φυσική διαδικασία της δημιουργίας. Δουλεύοντας στο Λονδίνο, μια πόλη που διαμορφώνεται τόσο από την ιστορία της όσο και από τη διαρκή ανανέωση, το έργο της αντλεί εξίσου από τη μνήμη και το παρόν. Τη ρώτησα για τη διαδικασία εργασίας της, η οποία δίνει προτεραιότητα στην αμεσότητα. «Ξεκινώ να δουλεύω απευθείας πάνω σε ακατέργαστο καμβά. Υπάρχει μια αίσθηση του επείγοντος, ιδιαίτερα στις αρχικές φάσεις. Χρησιμοποιώ το χρώμα κατευθείαν από το σωληνάριο» εξήγησε. Η δουλειά της δεν βασίζεται σε προκαθορισμένες ιδέες, αλλά σε μια διαδικασία αποκάλυψης: «Ξεθάβω. Ενα συναίσθημα, μια μνήμη, έναν τόπο… κάτι αρχαίο».

Οι μορφές στα έργα της εμφανίζονται και εξαφανίζονται σχεδόν ταυτόχρονα: «Μερικές φορές προκύπτει ένα αντικείμενο, μια φιγούρα. Αλλες φορές απομένει μόνο ένα χρώμα ή μια γραμμή». Η χειρονομία και η επανάληψη διαμορφώνουν την επιφάνεια, δημιουργώντας μια ένταση ανάμεσα στην αφαίρεση και την αναγνώριση. «Τα σημάδια συγκρούονται μεταξύ τους, ενώ το χρώμα λειτουργεί σαν μια ήρεμη επίστρωση». Μεγαλωμένη στο Λονδίνο, αντιλαμβάνεται την πόλη ως καθοριστική για τη διαμόρφωσή της. «Αισθάνομαι τυχερή. Είχα πρόσβαση σε σημαντικές εκθέσεις και πρακτικές από μικρή» σημειώνει. Στο έργο της, η ζωγραφική λειτουργεί ως πεδίο όπου η παρούσα πραγματικότητα και το υποσυνείδητο συνυπάρχουν. «Υπάρχει αυτή η υποβόσκουσα καθοδήγηση του υποσυνειδήτου και της μνήμης. Νομίζω ότι αυτές οι δύο αντίρροπες δυνάμεις καθοδηγούν τη σύνθεσή μου» παρατηρεί.
Το νέο κύμα
Μετά τη συνομιλία μου και με τις τρεις καλλιτέχνιδες έγινε σαφές ότι γινόμαστε μάρτυρες της ανάδυσης μιας γενιάς που κινείται στον ίδιο ρυθμό με την πόλη που τη διαμορφώνει. Ανήσυχοι, πολυεπίπεδοι, απρόθυμοι να περιοριστούν, αυτοί οι δημιουργοί διαμορφώνονται από ένα Λονδίνο που απαιτεί πνευματική, συναισθηματική και οικονομική αντοχή. Μια μεγαλούπολη που σου κλείνει το μάτι, υποσχόμενη πως μπορεί να προσφέρει τα πάντα, όμως στην πραγματικότητα δεν εγγυάται τίποτα. Για να επιπλεύσει κανείς σε αυτή, απαιτούνται συγκέντρωση, ανθεκτικότητα και η ικανότητα να ξεπερνά τους δικούς του περιορισμούς. Μέσα σε αυτή την ένταση γεννιέται κάτι νέο.
Η νέα γενιά έχει μάθει να δημιουργεί μέσα στα όρια και στις αντιφάσεις. Εκεί όπου το παλιό συναντά το νέο, το υλικό συναντά το ψηφιακό και το εμπορικό το ενστικτώδες. Στα χέρια της Σμιθ, της Εϊμπελ και της Λι, αυτή η τριβή μετατρέπεται σε κάτι σύγχρονο. Ισως γι’ αυτό η βρετανική πρωτεύουσα εξακολουθεί να κατέχει τέτοια δύναμη στον κόσμο της τέχνης. Είναι το μέρος που επιτρέπει στην πολυπλοκότητα να λειτουργεί ως κινητήρια δύναμη της δημιουργικότητας. Το Λονδίνο δεν υποσχέθηκε ποτέ ευκολία. Δεν προοριζόταν για κάτι τέτοιο. Ομως για αυτούς που μπορούν να δημιουργήσουν μέσα στις αντιφάσεις του, τους προσφέρει τη δυνατότητα να βρουν και να αναπτύξουν τη δική τους γλώσσα. Μια δημιουργική γλώσσα που γεννιέται εδώ και, όταν ξεκαθαρίσει, ταξιδεύει παντού.