Η βασίλισσα, τα bains mixtes και το «ατμόπνουν θηρίον»

Από τα λουτρά του Φαλήρου ως το Ελληνικό και από τη Γλυφάδα ως το Σούνιο, ξετυλίγεται μια ιστορία αστικής μεταμόρφωσης που οδήγησε στη γέννηση της Αθηναϊκής Ριβιέρας.

«Κάθε δεύτερη μέρα κατεβαίνω στις τέσσερις το πρωί στα λουτρά του Φαλήρου και διασκεδάζω μισή ώρα μέσα στα κύματα μαζί με τις κυρίες μου, μέχρι να μας διώξει ο ήλιος που ανατέλλει ρόδινος». Αυτά γράφει τον Ιούλιο του 1845 η βασίλισσα Αμαλία στον πατέρα της, επιβεβαιώνοντας πως, αν δεν ήταν η πρώτη, ήταν σίγουρα μία από τις πρώτες γυναίκες που ανακάλυψαν τις χάρες του παραλιακού μετώπου της Αθήνας, το οποίο σήμερα αποκαλούμε Αθηναϊκή Ριβιέρα.

Σε μια εποχή που η εγχώρια Ριβιέρα ήταν μια σχεδόν εγκαταλελειμμένη εξοχή, που το μπάνιο στη θάλασσα θεωρούνταν πράξη τολμηρή και προκλητική και που η νέα πρωτεύουσα της Ελλάδας είχε στραμμένη την πλάτη προς τη θάλασσα, η πρώτη βασίλισσα της χώρας σχεδόν σε ημερήσια βάση κατευθυνόταν έφιππη προς την παραλία για να απολαύσει το πολύτιμο δώρο που της χάριζε η νέα πατρίδα της. Ποιος να το έλεγε πως σήμερα το ησυχαστήριό της θα αποτελούσε έναν από τους πιο δυναμικούς και πολύτιμους αστικούς άξονες της Μεσογείου – έναν τόπο όπου η πόλη συναντά τη θάλασσα με όρους κοσμοπολίτικους.

Γιατί η Αθηναϊκή Ριβιέρα του 21ου αιώνα δεν είναι απλώς μια παραλιακή διαδρομή· είναι ένα αφήγημα ανάπτυξης και επανεφεύρεσης: από τις αναπλάσεις στον Φαληρικό Ορμο μέχρι τη νέα ταυτότητα του Ελληνικού, από τις οργανωμένες παραλίες της Γλυφάδας και της Βούλας μέχρι τα ηλιοβασιλέματα στο Σούνιο, η ακτογραμμή αυτή επαναπροσδιορίζει τη σχέση των Αθηναίων με το υγρό στοιχείο ως χώρος όπου συναντιούνται οι μεγάλες προσδοκίες της πόλης. Ισως ακριβώς γι’ αυτό έχει σημασία να θυμηθούμε πως όλα ξεκίνησαν… αλλιώς. Πως πριν από τις μαρίνες, τα beach bars και τα αρχιτεκτονικά masterplans, υπήρχε μια ακτογραμμή σχεδόν άγνωστη, ακατέργαστη, απομονωμένη.

«Εκεί, δίπλα στο έλος…»

Οσο λοιπόν και αν σήμερα η Αθηναϊκή Ριβιέρα μοιάζει να κοιτάζει μόνο προς το μέλλον, η αξία της δεν είναι καινούργια. Στην πραγματικότητα, κουβαλά στρώματα ιστορίας, μνήμης και μεταμορφώσεων που ξεκινούν πολύ πριν γίνει «brand» ή επενδυτικός όρος. Το Φάληρο, το πρώτο και αρχαιότερο επίνειο της Αθήνας (ως τη στιγμή, τον 5ο αιώνα, που διαμορφώθηκε το λιμάνι του Πειραιά) στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ήταν ένα μικρό χωριό. Εκτός από τη βασίλισσα Αμαλία, που απολάμβανε εκεί το μπάνιο της (και που ελλείψει των κατάλληλων εγκαταστάσεων άλλαζε και φορούσε το μπανιερό της σε ένα εγκαταλελειμμένο παραθαλάσσιο οίκημα), λίγοι το επισκέπτονταν για λόγους αναψυχής.

Μία από εκείνους ήταν η Βιλελμίνη φον Πλυσκώ, Μεγάλη Κυρία των Τιμών της Βασιλίσσης, η οποία σημειώνει στο ημερολόγιό της τον Ιούλιο του 1847: «Η σημερινή είναι η πρώτη πολύ ζεστή ημέρα. Εκανα δύο επισκέψεις και μετά πήγα με την άμαξα ως το Φάληρο. Εκεί, δίπλα στο έλος, είχε πολλή δροσιά». Το έλος στο οποίο αναφέρεται απλωνόταν σε ολόκληρο το Φαληρικό Δέλτα, ήταν ένας εκτεταμένος υδροβιότοπος που δημιουργούσαν οι διακλαδώσεις του Κηφισού. Στην περιοχή, εκτός από τον φόβο των ληστών που λυμαίνονταν τα πέριξ των Αθηνών, υπήρχε και ο φόβος των φιδιών και των εντόμων, τα οποία ενδεχομένως μετέφεραν ακόμα και θανατηφόρες ασθένειες. Υπήρχε όμως και πεντακάθαρη θάλασσα, η θάλασσα που τόσο αγαπούσε η Αμαλία.

Ανακαλύπτοντας το Φάληρο

Στο βιβλίο της «Η καθημερινή ζωή στην Ελλάδα του Οθωνα» (Βιβλιοπωλείον της Εστίας) η Βάνα Μπουσέ γράφει: «Το Φάληρο δεν απείχε πολύ από την Αθήνα, και εκείνη την εποχή η θάλασσα ήταν ορατή από το παλάτι και άλλα σημεία της πόλης γιατί η ενδιάμεση περιοχή δεν είχε κτίσματα. Στην παραλία υπήρχαν καμπίνες για τους λουόμενους, δηλαδή ξύλινα δωμάτια χτισμένα στην άκρη της θάλασσας από τα οποία έμπαινε κανείς στο νερό χωρίς να τον βλέπουν, γιατί τον κάλυπτε το πρόχειρο κτίσμα. Τα μπάνια άρχιζαν στα τέλη Μαΐου.

Ενωρίς την ημέρα, πριν ανατείλει ο ήλιος, στις 3.30 με 4 το πρωί, κατέβαινε στο Φάληρο για μπάνιο η βασίλισσα Αμαλία με τη συνοδεία της. Αργότερα έρχονταν μερικές άμαξες με απλούς πολίτες ενώ το απόγευμα μπορούσε να δει κανείς κυρίους του διπλωματικού σώματος και μερικές κυρίες με τα παιδιά τους. Υπήρχαν και μερικοί εκκεντρικοί που έμπαιναν στη θάλασσα το βράδυ, η Ελενα Γκίκα (σ.σ.: σημαντική προσωπικότητα της μετεπαναστατικής Ελλάδας) διηγείται ότι είδε στο Φάληρο τη Φρεντρίκα Μπρέμερ να κάνει μπάνιο στη θάλασσα την ώρα που έδυε ο ήλιος».

Η Μπρέμερ ήταν σουηδή συγγραφέας και πρωτοπόρος του πρώιμου φεμινιστικού κινήματος στην Ευρώπη, η οποία επισκέφθηκε την Ελλάδα στα μέσα του 19ου αιώνα και μας άφησε πολύτιμες περιγραφές για την καθημερινότητα της εποχής. Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα είναι όσα γράφει και για το Φάληρο, το οποίο προτείνει ως ιδανικό καταφύγιο «αν ποτέ, αγαπητέ μου αναγνώστη, βρεθείς στην Αθήνα Μάιο ή Ιούνιο και αισθανθείς να χάνεσαι από τη ζέστη, να διαλύεσαι ή να λιώνεις και να μετατρέπεσαι σε νερό». Σύμφωνα με την Μπρέμερ («Η Ελλάδα και οι Ελληνες την εποχή του Οθωνα», Εκδόσεις Κάτοπτρο – Νεοελληνική Ιστορική Βιβλιοθήκη): «Μόνο με αμάξια ή με άλογα μπορεί κανείς να κάνει, χωρίς κινδύνους για την υγεία του, τη διαδρομή της μιας ώρας μέσα από την πεδιάδα που φλέγεται από τον ήλιο.

Κι αυτό είναι δύσκολο για όσους δεν είναι πλούσιοι, γιατί τα άλογα και τα αμάξια είναι ακριβά στην Αθήνα και τα λεωφορεία δεν άρχισαν ακόμη δρομολόγια προς το Φάληρο. Αυτό, βέβαια, έχει και ένα πλεονέκτημα. Δεν συναντά κανείς πολύ κόσμο ούτε εκεί ούτε στη διαδρομή. Αν πάει αργά το απόγευμα, μπορεί να συναντήσει ευγενείς του διπλωματικού σώματος και αραιά και πού κανένα αμάξι με Ελληνίδες και τα παιδιά τους.

Εκείνη την ώρα σηκώνεται ένα αεράκι και μια ευχάριστη δροσιά πνέει πάνω από τον κόλπο και το ακρωτήρι του Φαλήρου. Τα κύματα χτυπούν χαρούμενα πάνω στους βράχους της ακτής. Πάνω από τους λόφους και τις κοιλάδες της ακτής ανασαίνει κανείς ένα δροσερό αέρα, το αναζωογονητικό αποτέλεσμα του οποίου μπορεί να το εκτιμήσει, μόνο αν έρχεται από το καμίνι της Αθήνας».

Οι πρώτες βουτιές

Το παράδειγμα της βασίλισσας Αμαλίας, της Μπρέμερ και άλλων Ευρωπαίων άρχισαν να ακολουθούν σιγά-σιγά όλο και περισσότεροι Αθηναίοι, άνδρες και γυναίκες, και να δοκιμάζουν την απόλαυση μιας βουτιάς στο Φάληρο ή στον Πειραιά (στον Λιμένα της Μουνιχίας, σημερινό Μικρολίμανο). Εμπαιναν στη θάλασσα σε διαφορετικά σημεία και διαφορετικές ώρες, ώστε να μην υπάρχει οπτική επαφή. Μάλιστα, στις οργανωμένες πλαζ περιπολούσαν χωροφύλακες που επέβλεπαν τους λουόμενους ώστε να μη σημειώνονται απρέπειες και να διαφυλάσσονται τα ήθη. Λέγεται ότι η πρώτη που τόλμησε να κολυμπήσει μαζί με άνδρες, εγκαινιάζοντας τα «bains mixtes» (μεικτά μπάνια), ήταν η Γαλλίδα Ζορζέτ Μερσιέ, γνωστή και ως «μαντάμ Φρου-Φρου», η ιστορία της οποίας έγινε επιθεωρησιακό νούμερο.

Κατά τα άλλα, το 1873 λειτούργησε στο Φάληρο θερινό θέατρο, έργο της Εταιρείας του Σιδηροδρόμου που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή. Το 1887 ήταν η χρονιά που τέθηκε σε λειτουργία το ατμήλατο τραμ του Φαλήρου και εγκαινιάστηκε ο σιδηρόδρομος (ατμομηχανή) που ένωνε την Αθήνα με το Νέο Φάληρο, το οποίο είχε αρχίσει να εξελίσσεται σε δημοφιλές παραλιακό προάστιο. Ενας κλάδος του συνέχιζε αριστερά, μέχρι την αρχή του σημερινού Παλαιού Φαλήρου, όπου λειτούργησε από το 1902 ο Ζωολογικός Κήπος της Αθήνας. Το 1903 υποδέχθηκε τους πρώτους ενοίκους του το πολυτελές ξενοδοχείο Ακταίον. Ηταν πενταώροφο, διέθετε 160 δωμάτια και χώρους για τη διοργάνωση χορών και εκδηλώσεων.

Την ίδια χρονιά ξεκίνησε μπροστά από το ξενοδοχείο τη λειτουργία της η Κολυμβητική Σχολή του φαρμακοποιού Παναγιώτη Ναστού – η πρώτη αυτού του είδους στην Ελλάδα. Το γεγονός επιβεβαιώνει πως όλο και περισσότεροι Αθηναίοι ήθελαν να μάθουν μπάνιο. Την περίοδο μετά το 1910 ισχυρές αθηναϊκές οικογένειες της εποχής άρχισαν να χτίζουν στην περιοχή υπέροχες επαύλεις, μερικές εκ των οποίων σώζονται ακόμη. Τα λουτρά της Ούλεν (κοντά στο Φαληρικό Δέλτα) κατασκευάστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1920 για να γίνουν τα πρώτα μεικτά λουτρά της Αττικής. Μεταξύ 1922 και 1924, οι δρόμοι του Φαλήρου φωτίστηκαν με ηλεκτρικό ρεύμα και το 1930 η περιοχή συνδέθηκε με το δίκτυο ύδρευσης της ΟΥΛΕΝ.

Από τον Αλιμο στη Γλυφάδα

Αρχικά περιοχή με βοσκοτόπια, ο Αλιμος άρχισε να αναπτύσσεται οικιστικά τη δεκαετία του 1920 και κυρίως μετά τη δεκαετία του 1940, με πολλούς Αθηναίους να χτίζουν τα εξοχικά τους στην όμορφη παραλία του. Οσο για το πολυσυζητημένο τα τελευταία χρόνια Ελληνικό, αυτό παλαιά ονομαζόταν Λοιμικό, από το λοιμοκαθαρτήριο που λειτουργούσε εκεί, αλλά και Χασάνι, από τον Χασάν μπέη, που κατείχε μεγάλο τσιφλίκι στην περιοχή. Το όνομα «Ελληνικό» (παραλλαγή της ονομασίας «Λοιμικό») καθιερώθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Από τις αρχές του 20ού αιώνα και η Γλυφάδα άρχισε να αναδεικνύεται σε παραθεριστικό προορισμό. Από εκεί, από την παραλία της, λέγεται πως ξεκίνησε η μόδα των ποδοκίνητων θαλάσσιων ποδηλάτων που σήμερα βλέπουμε σε πολλές οργανωμένες παραλίες. Ούτε η περιοχή της σημερινής Βούλας ήταν, μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα, οργανωμένος αστικός χώρος όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Ηταν κυρίως αγροτική γη που ανήκε σε πλούσιους ιδιοκτήτες – κάτι σαν ιδιωτικά κτήματα-τσιφλίκια, καθεστώς που έχει ρίζες ήδη από την οθωμανική περίοδο και συνεχίστηκε, σε διαφορετική μορφή, και μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, για να διασχίσει κανείς τη γη τους (προκειμένου να μεταφέρει ζώα, προϊόντα κ.λπ.) έπρεπε να καταβάλει αντίτιμο, κάτι σαν διόδια στον ιδιοκτήτη της γης. Το «φεουδαρχικό» καθεστώς τελείωσε όταν η Βούλα – όπως και η Γλυφάδα – μετατράπηκε σιγά-σιγά από αγροτική γη σε προάστιο της Αθήνας με τα δικά της bains mixtes, με τις ταβέρνες της και με τις εξοχικές κατοικίες της. Τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της ενίσχυσαν ακολούθως η ίδρυση του αεροδρομίου του Ελληνικού (1938) και αργότερα η λειτουργία της αμερικανικής βάσης.

Οι επαύλεις της Βουλιαγμένης

Και η περιοχή της Βουλιαγμένης κατά την εποχή του Οθωνα ήταν μια σχεδόν ακατοίκητη, δασική και αγροτική έκταση με δύσκολη πρόσβαση προς την Αθήνα. Κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα ανήκε στην Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη. Με το πέρασμα του χρόνου και με το σταδιακό πέρασμά της στο Δημόσιο, απέκτησε κοσμικό χαρακτήρα, με εστιατόρια, καφενεία και φυσικά με τις επαύλεις που έχτισαν εκεί ισχυρές αθηναϊκές οικογένειες που κατείχαν γη στην περιοχή και συμμετείχαν ενεργά στη διαμόρφωσή της. Στη μεταπολεμική εξέλιξή της η Βουλιαγμένη οργανώθηκε ως το πιο εμβληματικό τουριστικό «φιλέτο» της παραθαλάσσιας Αττικής με μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες – ο «Αστέρας Βουλιαγμένης» ήταν το σημείο καμπής για να γίνει η περιοχή «διεθνής προορισμός» –, με τη λίμνη της και με τη δημοφιλέστατη οργανωμένη πλαζ της.

Σούνιο: «Ενας άβατος χερσότοπος»

Και μετά τη Βουλιαγμένη το τοπίο συνεχίζεται το ίδιο, με τη μία παραλία να διαδέχεται την άλλη ως το Σούνιο, το τελευταίο όριο της Αθηναϊκής Ριβιέρας. Το Σούνιο, που το 1820 ο σκωτσέζος περιηγητής Χιου Ουίλιαμ Ουίλιαμς περιέγραφε στο βιβλίο του «Travels in Italy, Greece and the Ionian Islands» (Ταξίδια στην Ιταλία, στην Ελλάδα και στα Ιόνια νησιά) ως έναν τόπο όπου «όλα ήταν άγρια κι έρημα και προκαλούσαν μελαγχολικές σκέψεις.

Το μέρος όπου συγκεντρώνονταν ο Πλάτων και οι μαθητές του είναι τώρα ένας άβατος χερσότοπος. Μόνο δεκατέσσερις κολόνες διασώζονται από τον ναό, φτιαγμένες από το λευκότερο παριανό (sic) μάρμαρο· μερικές έχουν διαβρωθεί απ’ τον καιρό, και τις έχουν χτυπήσει κεραυνοί. Τις είδαμε να διαγράφονται έντονα στον ουρανό· όμως, όταν τα άστρα σύντομα εμφανίστηκαν πίσω τους, ο ναός μόλις που φαινόταν, κι έμοιαζε με το χλωμό φάντασμά του! Κι ήταν σιωπηλός σαν το θάνατο· το μόνο που ακουγόταν ήταν το μουρμούρισμα των κυμάτων, που γυάλιζαν τα πεσμένα μάρμαρα, τα έτριβαν και τα έκαναν χαλίκια στην ακρογιαλιά – και μετά τα χαλίκια γίνονταν σκόνη, για να τα φυσήξει ο άνεμος των ουρανών!».

Δυσοίωνες εικόνες που γίνονται ακόμη πιο σκληρές όταν αρχίζει να περιγράφει ένα περιστατικό βανδαλισμού: «Αν κι ο ναός έχει την αγνότητα μιας διακριτικής και παρακαλούσας καλλονής, δεν γλίτωσε από τα βέβηλα χέρια των βρετανών ναυτικών· τον λέρωσαν με μαύρη μπογιά ή με πίσσα και έγραψαν τα ονόματά τους πάνω στις κολόνες, σε ύψος καμιά εξηνταριά πόντων γύρω γύρω στο επιστύλιο. Θα χρειαστούν αιώνες (αν αντέξει δηλαδή τόσο πολύ ο ναός) για να εξαλειφθεί η ζημιά. Δεν θα αναφέρω το όνομα του πλοίου που έχει αράξει στη θάλασσα εδώ μπροστά, ούτε θα αποκαλύψω τα ονόματα αυτών που φέρθηκαν τόσο βάρβαρα· αλλά συμβουλεύω τους νέους της Σκωτίας να σκεφτούν λιγάκι πριν προβούν ξανά σε τέτοιες καταστροφές.

Οι νέοι μας, περισσότερο από κάθε άλλον, θα έπρεπε να ευγνωμονούν την Ελλάδα για τα φώτα που έδωσε και να σέβονται δεόντως τα λιγοστά της απομεινάρια». (Να σημειωθεί πως και ο φιλέλληνας λόρδος Βύρωνας έχει κακομεταχειριστεί το μάρμαρο του ναού όταν κατά την επίσκεψη που έκανε το 1810 στο ακρωτήριο χάραξε το όνομά του σε παραστάδα στη νότια πλευρά του ναού.)

Οπως και να έχει, σχεδόν δύο αιώνες μετά τη σκοτεινή περιγραφή του Ουίλιαμς, ο ναός αντέχει! Στέκει σήμερα ασφαλής, φροντισμένος και ζωντανός μέσα στον χρόνο. Δεν είναι πια ένας άβατος και ερημικός τόπος, αλλά ένας επισκέψιμος και αγαπημένος προορισμός, που συγκεντρώνει ταξιδιώτες από όλον τον κόσμο. Σκαρφαλωμένος στην άκρη του βράχου, με το βλέμμα στραμμένο στο Αιγαίο, έχει μετατραπεί σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τοπόσημα της Αθηναϊκής Ριβιέρας.

Υπάρχει κάτι κινηματογραφικό, σχεδόν παραμυθένιο, στον τρόπο με τον οποίο στέκεται στον βράχο, όπως και στον τρόπο με τον οποίο η λεγόμενη Αθηναϊκή Ριβιέρα έχει επανέλθει στο συλλογικό φαντασιακό της πόλης τα τελευταία χρόνια: ως μια υπόσχεση – για καλύτερη ποιότητα ζωής, για μια Αθήνα που ξανασυστήνεται στον εαυτό της και στους επισκέπτες της. Από το Φάληρο μέχρι το Σούνιο και το Λαύριο, το παράκτιο μέτωπο δεν είναι πια το «πίσω μέρος» της πόλης, αλλά η βιτρίνα της. Χώρος βαθιά οικείος: εκεί όπου οι Αθηναίοι συνεχίζουν να κάνουν τις βόλτες τους, να απολαμβάνουν τις βουτιές τους, να αναζητούν λίγη δροσιά μακριά από το τσιμέντο.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version