«Η μόδα είναι η πανοπλία για να επιβιώσεις στην πραγματικότητα της καθημερινής ζωής» είχε πει ο θρυλικός street style φωτογράφος των «New York Times» Μπιλ Κάνινγκχαμ, αναφερόμενος στην αυτοπεποίθηση και τη συναισθηματική προστασία που μπορούν να προσφέρουν τα ρούχα στην καθημερινότητά μας. Φυσικά, όσο πιο σκληρό είναι το βλέμμα της δημοσιότητας τόσο πιο απαραίτητη γίνεται αυτή η πανοπλία – και οι παγκόσμιες βασιλικές προσωπικότητες αποτελούν ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πράγματι, αν και τα λόγια του Κάνινγκχαμ ανήκουν στον 20ό αιώνα, η σχέση μεταξύ μόδας και μοναρχίας εκτείνεται χιλιάδες χρόνια πίσω.
Μέσα στις εντάσεις της Γαλλίας του τέλους του 18ου αιώνα, η σχέση μεταξύ της βασίλισσας Μαρίας Αντουανέτας και της θρυλικής μοδίστρας της Ροζ Μπερτάν – που συχνά καταγράφεται ως μία από τις πρώτες σύγχρονες σχεδιάστριες μόδας – εξελίχθηκε σε μια στρατηγική συνεργασία στην ίδια την αρχιτεκτονική της εξουσίας. Η Μπερτάν κατανόησε νωρίς ότι η εικόνα ενός μονάρχη αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα νομίσματά του, σμιλεύοντας για την Αντουανέτα σιλουέτες που πρόβαλλαν σταθερότητα, πλούτο και πολιτισμική κυριαρχία μέσα στο τότε ασταθές τοπίο της Ευρώπης. Ακόμα και στη δική μας εποχή, πίσω από κάθε ηγετική εικόνα βρίσκεται ένας σύμμαχος, ένας δημιουργικός συνεργάτης μόδας που γνωρίζει άπταιστα τη σιωπηλή γλώσσα του στυλ.

Σχεδόν δύο αιώνες αργότερα, ένας βρετανικός οίκος θα ερμήνευε την ίδια ιδέα με έναν πιο ήσυχο, πειθαρχημένο τρόπο, βοηθώντας τη βασίλισσα Ελισάβετ Β’ να κινηθεί στη δημόσια ζωή για δεκαετίες με έναν σταθερό, διακριτικό σύντροφο: μια σικάτη τσάντα Launer London.Με την πάροδο του χρόνου, το αξεσουάρ έγινε αναπόσπαστο μέρος της φιγούρας της – ένα εργαλείο μη λεκτικής διπλωματίας και ένα masterclass στην αξία της σταθερής εικόνας. Ετσι, αν οι Βερσαλλίες δίδαξαν κάποτε στην Ευρώπη ότι η μεγαλοπρεπής μόδα μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτικό χαρτί, η Launer London απέδειξε ότι και η διακριτικότητα μπορεί να μετατραπεί σε μορφή δύναμης.
Ο βρετανικός οίκος δερμάτινων ειδών Launer London κατάφερε να παραμείνει επίκαιρος για πάνω από οκτώ δεκαετίες, ακριβώς επειδή δεν προσπάθησε ποτέ να κυνηγήσει την εφήμερη επιτυχία. Ιδρυθείς το 1941, έχτισε την ταυτότητά του πάνω σε ένα σύνολο αρχών που μοιάζουν σχεδόν ριζοσπαστικές στο σημερινό τοπίο: παραδοσιακές μέθοδοι, βρετανική δεξιοτεχνία, εξαιρετική ποιότητα και μια έντονα διακριτική προσέγγιση στην πολυτέλεια.
Με αφορμή τη συμπλήρωση των 100 χρόνων από τη γέννηση της πλέον εμβληματικής μούσας του – την οποία τιμά μέσα από μια ειδική συλλογή – ζητήσαμε από τον Τζέραλντ Μπόντμερ, CEO και ιδιοκτήτη που καθοδηγεί τον οίκο από τη δεκαετία του ’80, να μας μιλήσει για τη σημασία της δεξιοτεχνίας, του στυλ και της κληρονομιάς.

Εχοντας κατά νου την κλασική εικόνα της μάρκας Launer London, αναρωτήθηκα γιατί ο οίκος επέλεξε να παραμείνει τόσο σταθερός στις αρχές και τα σχέδιά του σε μια εποχή όπου ακόμη και οι μεγαλύτεροι οίκοι πολυτελείας στράφηκαν προς τη μαζική παραγωγή και την ανάγκη για ριζική ανανέωση κάθε σεζόν: «Οι αξίες μας παρέμειναν οι ίδιες μέσα στις δεκαετίες.
Ουσιαστικά, ο οίκος χτίστηκε πάνω σε τέσσερις πυλώνες: παραδοσιακές μέθοδοι, βρετανικά χειροποίητα είδη, εξαιρετική ποιότητα και ένα διακριτικό, πολυτελές στυλ» εξήγησε εκείνος και συνέχισε: «Αυτές οι αρχές μάς κράτησαν σταθερούς όλα αυτά τα χρόνια, ακόμη και όταν η αγορά κινήθηκε προς την παραγωγή στο εξωτερικό με χαμηλότερο κόστος ή όταν η μόδα επέβαλε ένα look πολύ διαφορετικό από το δικό μας. Εμείς αποφασίσαμε να μείνουμε πιστοί στις αρχές μας, κάτι που (ευτυχώς) μας αντάμειψε με ένα κοινό που δεν επηρεάζεται από τάσεις που έρχονται και φεύγουν, αλλά εκτιμά την πραγματική ποιότητα».
Το «Royal Warrant» (βασιλική διαπίστευση), το οποίο ο οίκος κατέχει από το 1968, ίσως αποτελεί την απόλυτη έκφραση αυτής της σταθερότητας. Οντας πολύ πιο σημαντική από μια απλή εμπορική διάκριση, η διαπίστευση υποδηλώνει μια βαθιά σχέση με τη βρετανική μοναρχία – ένα σιωπηλό συμβόλαιο εμπιστοσύνης, χτισμένο σε βάθος δεκαετιών. Για διάστημα μεγαλύτερο από μισό αιώνα, η βασίλισσα Ελισάβετ Β’ εμφανιζόταν σπάνια δημόσια χωρίς τις τσάντες Launer.

Ετσι, αυτό το αξεσουάρ συνδέθηκε τόσο άρρηκτα με την εικόνα της που ξεπέρασε τα όρια της μόδας και έγινε μέρος μιας «στολής» που στόχο είχε να επικοινωνήσει σταθερότητα και έλεγχο. Για τον Μπόντμερ, αυτή η σχέση συνοδεύεται από υπερηφάνεια αλλά και από ένα τεράστιο αίσθημα ευθύνης, γι’ αυτό και δεν αντιμετωπίζει την κληρονομιά ως κάτι απλώς προς επίδειξη, αλλά ως κάτι που πρέπει να προστατευθεί: «Η βασίλισσα Ελισάβετ Β’ υπήρξε ένα τόσο σημαντικό κομμάτι της ιστορίας και της επιτυχίας του οίκου. Θέλαμε να τιμήσουμε τη μνήμη της με τον πιο σωστό τρόπο, γι’ αυτό και δημιουργήσαμε τη συλλογή QEII ως ένα διαχρονικό ενθύμιο μιας πολυαγαπημένης μονάρχου».
Η συλλογή QEII Centenary και η χειροποίητη τέχνη
Με αφορμή την εκατονταετηρίδα από τη γέννηση της βασίλισσας Ελισάβετ Β’ στις 21 Απριλίου, η Launer προχώρησε σε ένα εγχείρημα ιδιαίτερης συναισθηματικής και αρχειακής σημασίας: τη συλλογή QEII Centenary, έναν αυθεντικό φόρο τιμής σε μια εποχή και σε ένα πρόσωπο που σημάδεψε την Ιστορία. Φυσικά, η αποτύπωση 60 ετών οπτικής ταυτότητας σε μια συλλογή οκτώ «hero» τσαντών – ανάμεσά τους οι «Traviata», «Eleanor» και «Madelaine» – απαίτησε πάνω από έναν χρόνο προσεκτικού σχεδιασμού και μια εις βάθος μελέτη του ίδιου του αρχείου του οίκου.
«Η πρωτοβουλία ξεκίνησε από τους πελάτες μας σε όλον τον κόσμο, οι οποίοι ζήτησαν μια επετειακή τσάντα για τα 100 χρόνια από τη γέννηση της Αυτής Μεγαλειότητος» σημείωσε ο Τζέραλντ Μπόντμερ, συνεχίζοντας: «Μας πήρε πάνω από έναν χρόνο να οργανώσουμε τη συλλογή. Συνεργαστήκαμε εσωτερικά με όλες τις ομάδες της εταιρείας και εξετάσαμε ποιες τσάντες είχε κρατήσει πιο συχνά η βασίλισσα στα σημαντικότερα γεγονότα της ζωής της. Δεν ήταν εύκολο να περιορίσουμε 60 χρόνια Ιστορίας σε λίγα κομμάτια, αλλά είμαστε ιδιαίτερα ικανοποιημένοι με τις οκτώ δημιουργίες που προέκυψαν».
Και αν η Centenary Collection αντιπροσωπεύει το τελευταίο κεφάλαιο του brand, η ουσία του είναι ριζωμένη στην πιο πραγματική μορφή δεξιοτεχνίας. Σε μια εποχή όπου η έννοια της «κληρονομιάς» χρησιμοποιείται συχνά ως απλό διακοσμητικό στοιχείο, η επιλογή του οίκου να διατηρήσει την παραγωγή του στο Ηνωμένο Βασίλειο μοιάζει λιγότερο με νοσταλγία και περισσότερο με ηθική στάση. Ενώ τόσοι οίκοι πολυτελείας μετέφεραν τη δική τους στο εξωτερικό για να μειώσουν το κόστος, το brand παραμένει πιστό στο αγγλικό εργαστήριο δερματοποιίας του, που στεγάζεται σε ένα διατηρητέο κτίριο εδουαρδιανής εποχής, στοχεύοντας στο να προστατεύσει την παραδοσιακή τεχνοτροπία.

Ρωτήσαμε τον Τζέραλντ Μπόντμερ για το βάρος αυτής της δέσμευσης: «Είναι πολύ σημαντικό για εμάς να διατηρήσουμε και να μεταλαμπαδεύσουμε αυτή τη χειροποίητη τεχνογνωσία στην επόμενη γενιά. Είναι επίσης σημαντικό να υποστηρίξουμε την τέχνη της δερματοποιίας στο Γουόλσολ, που υπήρξε η καρδιά της βιομηχανίας επί αιώνες» εξήγησε. Στα εργαστήρια του οίκου, κάθε τσάντα Launer κατασκευάζεται από την αρχή μέχρι το τέλος από έναν μόνο τεχνίτη – μια διαδικασία που φαντάζει σχεδόν ριζοσπαστική στην εποχή της γρήγορης παραγωγής. «Το επίπεδο της δεξιοτεχνίας είναι έκδηλο τη στιγμή που κάποιος δει από κοντά τα δερμάτινα είδη μας.
Θα τολμούσα να πω ότι μοιάζουν με έργα τέχνης» παρατήρησε ο Μπόντμερ και συνέχισε: «Οι τεχνίτες μας είναι πραγματικά ειδικοί σε αυτό που κάνουν και νιώθουν τεράστια περηφάνια. Φτιάχνουν αψεγάδιαστα προϊόντα, καθώς ο καθένας τους είναι υπεύθυνος για ολόκληρη τη διαδικασία δημιουργίας μιας τσάντας και την επιβλέπει από όλες τις απόψεις – είναι ένας συνδυασμός δεξιότητας και πάθους».
Ενας διάλογος δημιουργίας
Αυτό το επίπεδο αφοσίωσης επιτρέπει στη Launer London να προσφέρει στους πελάτες της κατά παραγγελία δημιουργίες – μια υπηρεσία που γίνεται όλο και πιο σπάνια στην παγκόσμια αγορά πολυτελείας. Σε μια εποχή όπου πολλοί περιορίζουν την «εξατομίκευση» ενός προϊόντος στην απλή αποτύπωση του μονογράμματος του πελάτη επάνω του, ο βρετανικός οίκος επιλέγει μια πολιτική «ριζοσπαστικής οικειότητας».
Με μια περιήγηση στην ιστοσελίδα του brand, γίνεται αμέσως σαφές ότι κάθε κομμάτι είναι μοναδικό, κατασκευασμένο και προσαρμοσμένο στις επιλογές εκείνου που το αποκτά. Ετσι, ο οίκος επιτρέπει έναν προσωπικό διάλογο ανάμεσα στον δημιουργό και εκείνον που θα χρησιμοποιήσει το αντικείμενο: εξωτερικά και εσωτερικά χρώματα, φινιρίσματα και ιδιαίτερες λεπτομέρειες γίνονται όλα μέρος της διαδικασίας, επιτρέποντας στον πελάτη να λειτουργήσει ως αθόρυβος συνδημιουργός και σε κάθε τσάντα να μετατραπεί σε ένα απόκτημα με απόλυτα προσωπικό χαρακτήρα.
Οπως σημειώνει ο Μπόντμερ: «Δημιουργούμε κάτι πραγματικά ιδιαίτερο: κομμάτια που είναι βαθιά προσωπικά για τους ιδιοκτήτες τους, αφού έχουν επιλέξει κάθε λεπτομέρεια και έχουν προσθέσει τα αρχικά τους ή κάποιο μήνυμα. Αυτός είναι και ο λόγος που είμαστε μια πραγματικά μοναδική στο είδος της επιχείρηση – ο λόγος για τον οποίο είμαστε αφοσιωμένοι στη διατήρηση της παρακαταθήκης μας».

Το μέλλον της κληρονομιάς Launer London
Εχοντας αφιερώσει χρόνο στην ανασκόπηση της μακράς ιστορίας του οίκου, αναρωτήθηκα πώς βλέπει το μέλλον του ο ίδιος ο ιδιοκτήτης του: «Η τεχνογνωσία και η κληρονομιά του brand είναι σημαντικές, όμως είμαστε ενθουσιασμένοι κοιτάζοντας και προς το μέλλον. Η διοικητική ομάδα αποτελείται από γυναίκες, με τη νεότερη να βρίσκεται σε ηλικία κάτω των 30 ετών. Τα μέλη της εφαρμόζουν φρέσκες ιδέες στο design, ενώ έχουν ανοίξει και νέες αγορές, τόσο στο Ηνωμένο Βασίλειο όσο και στο εξωτερικό, με ιδιαίτερη έμφαση στην επιχειρηματικότητα της ψηφιακής εποχής. Εισερχόμαστε πλέον σε μια νέα και συναρπαστική περίοδο για τον οίκο Launer, η οποία διατηρεί τις παραδόσεις της τέχνης μας, αλλά τον καθιστά ένα πραγματικά σύγχρονο brand».
Υπάρχει κάτι ταυτόχρονα συγκροτημένο και ριζοσπαστικό σε αυτή την οπτική: ένας βρετανικός οίκος του «παλαιού κόσμου», χτισμένος πάνω στην εμπιστοσύνη της αριστοκρατίας και σε τεχνικές του 19ου αιώνα, περνά στα χέρια μιας νέας γενιάς χωρίς να χάνει την πραγματική του ταυτότητα ή να υποκύπτει στην ταχύτητα. Είναι ίσως μια υπενθύμιση πως τα πραγματικά αντικείμενα πολυτελείας είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλές αγορές.
Από το τολμηρό image making της Ροζ Μπερτάν στις Βερσαλλίες μέχρι την πειθαρχημένη σιλουέτα της βασίλισσας Ελισάβετ Β’, ο «ράφτης του βασιλιά» παραμένει ένα από τα πιο διαχρονικά συμβόλαια ανά τους αιώνες – η σχεδόν αόρατη δύναμη πίσω από τις εικόνες πάνω στις οποίες χτίζονται όσα γράφονται αργότερα στα βιβλία. Πράγματι, τα πιο σημαντικά αντικείμενα δεν είναι αυτά που «παρακαλούν» τον θεατή να τα προσέξει, αλλά εκείνα που δημιουργούν τόσο ξεχωριστές ταυτότητες για αυτόν που τα φορά, ώστε τελικά να γίνονται και τα ίδια μέρος της Ιστορίας.
