Πώς μπορεί να αποδοθεί η ανθρώπινη εμπειρία μέσα από το χρώμα και τη μορφή; Πώς μετατρέπεται το συναίσθημα σε εικόνα; Παρότι το πέρασμά τους από τη Γη το χώριζαν περισσότερα από 50 χρόνια, η ζωγραφική της Μαρία Λάσνιγκ (1919-2014) και του Εντβαρντ Μουνκ (1863-1944) συναντήθηκε ακριβώς σε αυτή την αναζήτηση. Και οι δύο καλλιτέχνες επιχείρησαν να αποδώσουν εικαστικά την εσωτερική κατάσταση του ανθρώπου μετατρέποντας τον καμβά σε χώρο όπου η ψυχολογία, το σώμα και η µνήµη προσπαθούν να γίνουν δισδιάστατη εικόνα.
Για τον Μουνκ, η ζωγραφική υπήρξε τρόπος να αποτυπωθούν τα μεγάλα υπαρξιακά συναισθήματα. Στις δραματικές μορφές και τα έντονα χρώματα των έργων του εμφανίζονται η αγωνία, η μοναξιά, ο φόβος, αλλά και η ένταση του έρωτα και της επιθυμίας. «Η φύση δεν είναι μόνο ό,τι είναι ορατό στο μάτι· περιλαμβάνει επίσης και τις εσωτερικές εικόνες της ψυχής» έλεγε ο ίδιος.
Η Λάσνιγκ, έναν αιώνα αργότερα, στράφηκε σε μια διαφορετική αλλά συγγενική θεματική κατεύθυνση. Με τη θεωρία της «συνείδησης του σώματος» ζωγράφιζε το σώμα όχι όπως φαίνεται, αλλά όπως βιώνεται εσωτερικά, καταγράφοντας αισθήματα πίεσης, έντασης ή αποξένωσης. «Στέκομαι μπροστά στον καμβά γυμνή, κατά κάποιον τρόπο. Δεν έχω συγκεκριμένο σκοπό, σχέδιο, μοντέλο ή φωτογραφία. Αφήνω τα πράγματα να συμβούν.
Αλλά έχω ένα σημείο εκκίνησης, που προέρχεται από τη συνειδητοποίηση ότι η µόνη αληθινή πραγµατικότητα είναι τα συνασθήµατά µου, τα οποία εκδηλώνονται µέσα στο σώµα µου. Είναι φυσιολογικές αισθήσεις: μια αίσθηση πίεσης όταν κάθομαι ή ξαπλώνω, αισθήσεις έντασης και αντίληψης του χώρου. Αυτά είναι αρκετά δύσκολο να αποτυπωθούν» είχε δηλώσει η Λάσνιγκ με τη σειρά της.
Στα έργα και των δύο, τελικά, το σώμα, το χρώμα και η παραμόρφωση της μορφής λειτουργούν ως μέσα έκφρασης της εσωτερικής ζωής. Μέσα από τις διαφορετικές διαδρομές τους, η Λάσνιγκ και ο Μουνκ συναντιούνται τελικά σε μια κοινή πεποίθηση: ότι η τέχνη μπορεί να μετατρέψει το εσωτερικό βίωμα σε εικόνα.
Αυτή η απροσδόκητη συγγένεια βρίσκεται στο επίκεντρο μιας μεγάλης έκθεσης που παρουσιάζει το μουσείο τέχνης Hamburger Kunsthalle στο Αμβούργο, φέρνοντας για πρώτη φορά σε άμεσο διάλογο τα έργα των δύο δημιουργών.
Με τίτλο «Malfluss = Lebensfluss» (Flow of Paint = Flow of life / Ροή της ζωγραφικής = Ροή της ζωής), η έκθεση διερευνά τη στενή σχέση ανάμεσα στη ζωγραφική πράξη και την ίδια τη ζωή, υπογραμμίζοντας πώς μπορεί το καλλιτεχνικό έργο να λειτουργήσει ως καταγραφή συναισθημάτων, εμπειριών και σωματικών αισθήσεων. Οι πιθανές αυτές συγγένειες δεν παρουσιάζονται ως άμεσες επιρροές, αλλά ως ανοιχτές αναγνώσεις που επιτρέπουν στο κοινό να δει τα έργα των δημιουργών υπό νέο πρίσμα.
Στην έκθεση παρουσιάζονται περισσότερα από 180 έργα που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα της δημιουργίας των δύο καλλιτεχνών. Ανάμεσά τους βρίσκονται μεγάλες ζωγραφικές συνθέσεις, σπάνια έργα σε χαρτί, χαρακτικά, φωτογραφίες, γλυπτά αλλά και κινηματογραφικά έργα της Λάσνιγκ, που εν τέλει προσφέρουν μια πολυεπίπεδη εικόνα της καλλιτεχνικής πορείας τους.
Η «Malfluss = Lebensfluss» λειτουργεί όχι μόνο ως ιστορική παρουσίαση δύο μεγάλων καλλιτεχνικών διαδρομών, αλλά και ως στοχασμός πάνω στη δύναμη της ζωγραφικής να αποκαλύπτει τις πιο κρυφές πλευρές της ανθρώπινης εμπειρίας. Η επιλογή των έργων επιτρέπει στο κοινό να παρακολουθήσει το πώς η ένταση της γραμμής, η χειρονομία του πινέλου και η εκφραστική χρήση του χρώματος μπορούν να μετατρέψουν προσωπικές εμπειρίες σε καθολικές εικόνες.
Παλαιότερα, η ιστορικός τέχνης Πατρίσια Μπέρμαν είχε επισημάνει ότι ο Μουνκ, παρά τη συχνά προβληματική στάση του απέναντι στις γυναίκες, επηρέασε βαθιά πολλές εικαστικούς του 20ού και του 21ου αιώνα.
Η έντονα εξομολογητική διάσταση του έργου του και ο τρόπος με τον οποίο αποτύπωσε την ευαλωτότητα, το τραύμα και την εσωτερική ζωή του ανθρώπου αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για δημιουργούς όπως η γλύπτρια Λουίζ Μπουρζουά, η Τρέισι Εμιν – ας θυμηθούμε την έκθεσή της δίπλα σε έργα του νορβηγού δημιουργού στη Royal Academy of Arts το 2021 –,
η Μαρλέν Ντιμάς και βεβαίως η Μαρία Λάσνιγκ.
Μια διευρυμένη συνεργασία
Η διοργάνωση προκύπτει από συνεργασία σημαντικών ευρωπαϊκών ιδρυμάτων και μουσείων που διαθέτουν εκτενείς συλλογές και ερευνητική δραστηριότητα γύρω από την τέχνη του 19ου και του 20ού αιώνα, δημιουργώντας ένα ευρύ πλαίσιο όπου τα έργα των δύο καλλιτεχνών μπορούν να ιδωθούν τόσο μέσα από τις διαφορές τους όσο και μέσα από τις απρόσμενες συγκλίσεις τους.
Κατ’ αρχάς, η έκθεση φιλοξενείται σε ένα από τα σημαντικότερα κρατικά μουσεία τέχνης της Γερμανίας. Το Hamburger Kunsthalle είναι ιδιαίτερα γνωστό για τα έργα γερμανικού ρομαντισμού και για τη συλλογή του από έργα του Εντβαρντ Μουνκ, γεγονός που το καθιστά ιδανικό χώρο για μια τέτοια παρουσίαση. Η έκθεση διοργανώνεται μαζί με το Kunsthaus Zürich στη Ζυρίχη, το μεγαλύτερο μουσείο τέχνης της Ελβετίας.
Καθοριστικό ρόλο στο εικαστικό project έχει επίσης το Maria Lassnig Foundation με έδρα τη Βιέννη, το ίδρυμα που δημιουργήθηκε για να διατηρήσει, να μελετήσει και να προωθήσει το έργο της Λάσνιγκ. Παράλληλα, συμμετέχει το Munchmuseet στο Οσλο, το μουσείο που είναι αφιερωμένο αποκλειστικά στο έργο του Μουνκ. Εκεί φυλάσσεται η μεγαλύτερη συλλογή έργων του καλλιτέχνη στον κόσμο, καθώς ο ίδιος δώρισε στην πόλη μεγάλο μέρος της δημιουργίας του.
Την επιμέλεια της έκθεσης υπογράφει μια διεθνής ομάδα ιστορικών τέχνης και επιμελητών. Επικεφαλής είναι η Μπριγκίτε Κέλε, επιμελήτρια και υπεύθυνη του Τµήµατος Σύγχρονης Τέχνης του Hamburger Kunsthalle, συµµετέχει επίσης ως προσκεκλημένος επιμελητής ο ιστορικός τέχνης Χανς Ντίτερ Χούμπερ, γνωστός για το θεωρητικό έργο του γύρω από την ερμηνεία της εικόνας και τη σύγχρονη καλλιτεχνική πρακτική, ενώ την ομάδα συμπληρώνει η Σάντρα Τζιανφρέντα, επιμελήτρια του Kunsthaus Zürich. Μαζί επιχειρούν να δημιουργήσουν έναν ουσιαστικό διάλογο ανάμεσα στα έργα των δύο καλλιτεχνών, φωτίζοντας τόσο τις ιστορικές διαφορές τους όσο και τις πιθανές, συχνά απρόσμενες συγγένειες της καλλιτεχνικής ματιάς τους.
Σημείο εκκίνησης και συνάντησης
Η διαδρομή του Εντβαρντ Μουνκ ξεκινά στη Νορβηγία του 19ου αιώνα και διαμορφώνεται από πολύ νωρίς μέσα από εμπειρίες απώλειας και ασθένειας. Ο θάνατος της μητέρας του από φυματίωση όταν εκείνος ήταν μόλις 5 ετών και λίγα χρόνια αργότερα της αγαπημένης του μεγαλύτερης αδελφής όταν ο ίδιος ήταν 13 σημάδεψαν βαθιά την ψυχή του.
Οι εμπειρίες αυτές μαζί με τις δικές του συχνές ασθένειες και το αυστηρό, βαθιά θρησκευόμενο οικογενειακό περιβάλλον δημιούργησαν ένα αίσθημα υπαρξιακής αγωνίας που θα διαπεράσει ολόκληρο το έργο του.
Ως νεαρός φοιτητής τέχνης στην τότε Κριστιανία, το σημερινό Οσλο, συνδέθηκε με τον κύκλο των ριζοσπαστών διανοουμένων και καλλιτεχνών του λεγόμενου κινήματος Kristiania-Bohemen, οι οποίοι αμφισβητούσαν τις αστικές αξίες της εποχής και προωθούσαν νέες κοινωνικές ιδέες, από τη γυναικεία χειραφέτηση μέχρι τη διεύρυνση των πολιτικών δικαιωμάτων.
Στη δεκαετία του 1890 ο Μουνκ διαμόρφωσε τον εμβληματικό κύκλο έργων «The Frieze of Life», μια ανοιχτή ενότητα ζωγραφικών πινάκων, σχεδίων και χαρακτικών που εξερευνούσαν τα μεγάλα θέματα της ανθρώπινης ύπαρξης: την αγωνία, τον έρωτα και τον θάνατο. Τα χρόνια που πέρασε σε καλλιτεχνικά κέντρα της Ευρώπης, κυρίως στο Παρίσι και ιδιαίτερα στο Βερολίνο, υπήρξαν καθοριστικά για την εξέλιξή του.
Εκεί ήρθε σε επαφή με τον διεθνή καλλιτεχνικό κόσμο – επηρεάστηκε από τον Βαν Γκογκ, τον Ανρί ντε Τουλούζ-Λοτρέκ, τον Πολ Γκογκέν – και βρήκε ένα περιβάλλον που ενθάρρυνε τη χρήση της προσωπικής εμπειρίας ως καλλιτεχνικής γλώσσας. Στο Βερολίνο γνώρισε επίσης συγγραφείς και διανοούμενους της σκανδιναβικής πρωτοπορίας, οι οποίοι ενίσχυσαν την πεποίθησή του ότι η τέχνη μπορεί να εκφράσει καθολικές εμπειρίες μέσα από βαθιά προσωπικές εικόνες.
Επειτα από μια σοβαρή ψυχική κρίση το 1908 και μια περίοδο νοσηλείας, το έργο του απέκτησε πιο ήρεμο και λυρικό τόνο, ενώ στράφηκε περισσότερο σε τοπία, μορφές και σκηνές από τη φύση. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, το νορβηγικό τοπίο έγινε για εκείνον ένα συμβολικό πεδίο όπου μπορούσε να εκφράσει τη μοναξιά, τη μνήμη και τη συμφιλίωση με τον κύκλο της ζωής και του θανάτου.
Η πορεία της Μαρία Λάσνιγκ ξεκινά στην Καρινθία της Αυστρίας το 1919. Σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά μετά το τέλος του απομακρύνθηκε γρήγορα από τον ακαδημαϊκό ρεαλισμό που κυριαρχούσε στην εκπαίδευσή της. Αναζητώντας νέες μορφές έκφρασης, στράφηκε στις καλλιτεχνικές πρωτοπορίες της Ευρώπης και επηρεάστηκε από την εκφραστική χρήση του χρώματος καλλιτεχνών όπως ο Οσκαρ Κοκόσκα και την έντονη, συχνά παραμορφωμένη απεικόνιση της μορφής στον Εγκον Σίλε.
Στις δεκαετίες του 1940 και του 1950 πειραματίστηκε με διάφορα καλλιτεχνικά ρεύματα, από τον υπερρεαλισμό και τον αυτοματισμό έως το art informel και τον μετακυβισμό. Η εγκατάστασή της στο Παρίσι το 1960 αποτέλεσε σημαντικό σημείο καμπής. Εκεί άρχισε να διαμορφώνει μια νέα, έντονα εκφραστική μορφή ζωγραφικής, δημιουργώντας αφηγηματικά έργα με μία ή περισσότερες φιγούρες, συχνά εμπνευσμένα από τεχνολογικές και επιστημονικής φαντασίας εικόνες, με στοιχεία υπερβολής ή σχεδόν καρικατούρας. Σε αυτή την περίοδο εμφανίζονται και τα χαρακτηριστικά, συχνά ζωόμορφα αυτοπορτρέτα της.
Το 1968 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου η καλλιτεχνική πρακτική της μετατοπίστηκε εκ νέου, ενσωματώνοντας στοιχεία εξωτερικού ρεαλισμού μέσα από πορτρέτα, γυμνά και νεκρές φύσεις, τα οποία συχνά συνδύαζε με τα αυτοπορτρέτα «συνείδησης του σώματος».
Η θεωρία της «συνείδησης του σώματος» αποτέλεσε τον πυρήνα της δουλειάς της. Η Λάσνιγκ ζωγράφιζε το σώμα όχι όπως φαίνεται στον καθρέφτη, αλλά όπως βιώνεται εσωτερικά, μέσα από αισθήσεις πίεσης, έντασης, κίνησης ή αποξένωσης. Χρησιμοποιώντας έντονα και συχνά αντιθετικά χρώματα, όπως πράσινο, ροζ και μπλε, δημιουργούσε εικόνες με έντονη σωματική και ψυχολογική φόρτιση.
Το 1980 διορίστηκε καθηγήτρια στη Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών της Βιέννης, όπου δίδαξε ζωγραφική και animation, συνεχίζοντας παράλληλα την καλλιτεχνική της έρευνα γύρω από θέματα ταυτότητας, γήρανσης, σχέσεων και υπαρξιακών ανησυχιών. Στα τελευταία χρόνια της ζωής της στράφηκε σε μεγάλα υπαρξιακά θέματα, όπως η σχέση ανάμεσα στα φύλα και τις γενιές, η καταπίεση και η θνητότητα, μέσα από τα λεγόμενα «Drastic Pictures», ολοκληρώνοντας μια πορεία βαθιά προσωπική αλλά και καθοριστική για τη σύγχρονη ευρωπαϊκή ζωγραφική.
INFO
«Malfluss = Lebensfluss»: Μουσείο Hamburger Kunsthalle, Αμβούργο, από τις 27 Μαρτίου έως τις 30 Αυγούστου.