Μακριά, στο βάθος, διακρίνονται οι χιονισμένες κορυφές του Ατλαντα, της θεαματικής οροσειράς που χωρίζει τις εύφορες παραθαλάσσιες ακτές από την απέραντη κάψα της Σαχάρας, και που λειτουργεί ως κλιματικός ρυθμιστής, εμποδίζοντας την υγρασία του Ατλαντικού να εισχωρήσει στην έρημο.
Εξω από το παράθυρο του λεωφορείου που μας μεταφέρει από το Μαρακές προς τα παράλια του Μαρόκου «παρελαύνουν» χαμηλοί λόφοι γεμάτοι με ελαιόδεντρα και με τα εμβληματικά δέντρα αργκάν, χωριά με πλινθόκτιστα σπίτια, βοσκοί με τα κοπάδια τους, παιδιά που παίζουν στο χώμα. Σιγά-σιγά ο ζεστός αέρας της ενδοχώρας αρχίζει να παραχωρεί τη θέση του στη δροσιά της θαλασσινής αύρας.
Επειτα από διαδρομή τριών ωρών φθάνουμε στον τελικό προορισμό μας: Η Εσαουίρα, μια μικρή πόλη γεμάτη χρώμα και κίνηση που μοιάζει με νησί, δεσπόζει πάνω σε μια βραχώδη ακτή, ανάμεσα σε δύο μεγάλες αμμουδερές παραλίες.

Photo Credits: Κοσμάς Βίδος
Τα κύµατα του Ατλαντικού, τεράστια και θορυβώδη, σκάνε µε ορµή στα θαλασσινά τείχη της, σκορπίζοντας στην ατµόσφαιρα µια λεπτή αλµύρα που ανακατεύεται µε τις µυρωδιές από το φρεσκοψηµένο ψάρι και τα µπαχαρικά της πολύβουης αγοράς. Τι κι αν κάνει ακόµα λίγη ψύχρα; Η Εσαουίρα σε προσκαλεί να ζήσεις σε µια φαινοµενικά αδιάκοπη άνοιξη (είναι, εννοείται, ένας υπέροχος προορισµός για τις ηµέρες του Πάσχα), σε ένα ξέγνοιαστο καλοκαίρι!
Πράγµατι, οι πρώτες εικόνες της περιοχής μού έφεραν στο μυαλό ένα νησί σαν τη Μύκονο: άνεμος, θάλασσα, λευκά σπίτια, γαλάζια παντζούρια, boho αισθητική, καλλιτέχνες, surf, τουρίστες με λινά πουκάμισα και με διάθεση για χαλαρό ξεφάντωμα στην παραλία.

Photo Credits: Κοσμάς Βίδος
Η όποια σύγκριση σταματά εκεί που η μικρή πόλη, μία από τις ομορφότερες του Μαρόκου, αρχίζει να ξετυλίγει την ιδιαίτερη ταυτότητά της: Στο λιμάνι όπου οι ψαράδες καθαρίζουν τα δίχτυα τους, στη Μεδίνα, το ιστορικό κέντρο της που είναι Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, στις παρακείμενες γειτονιές της φτώχειας και του καθημερινού μόχθου.
Παραμύθι με δύο όψεις
Η ιστορία της Εσαουίρα, παλαιότερα γνωστής ως Μογκαντόρ, είναι μια αφήγηση επιβίωσης και πολυπολιτισμικότητας. Πιθανολογείται πως ήδη από την αρχαιότητα οι Φοίνικες είχαν ανακαλύψει αυτό το ασφαλές αγκυροβόλιο. Στα ανοικτά της πόλης, στα νησιά Πουρπουρέρ, κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους λειτουργούσαν εργαστήρια παραγωγής του πολύτιμου πορφυρού χρώματος από κοχύλια.
Η πορτογαλική κατοχή τον 16ο αιώνα άφησε έντονα τα σημάδια της, με την ανέγερση οχυρώσεων και εμπορικών εγκαταστάσεων που επιβεβαίωναν τη στρατηγική σημασία του λιμανιού στον ανταγωνισμό για τον έλεγχο των θαλάσσιων δρόμων του Ατλαντικού.
Ωστόσο, η σημερινή μορφή του οικισμού είναι έργο του 18ου αιώνα. Ο σουλτάνος Μοχάμεντ μπεν Αμπντάλα, επιθυμώντας να δημιουργήσει ένα λιμάνι που θα άνοιγε το Μαρόκο στον κόσμο, ανέθεσε στον γάλλο αρχιτέκτονα Τεοντόρ Κορνού τη χάραξή του.

Photo Credits: Κοσμάς Βίδος
Το αποτέλεσμα ήταν μια πόλη κομψή, το όνομα της οποίας ερμηνεύεται συχνά ως «η καλοσχεδιασμένη». Πρόκειται για μία από τις ελάχιστες προνεωτερικές μαροκινές πόλεις με τόσο αυστηρό, ευρωπαϊκής έμπνευσης, ρυμοτομικό σχέδιο.
Για αιώνες, η Εσαουίρα θεωρούνταν το «λιμάνι του Tιμπουκτού», ο τερματικός σταθμός των καραβανιών που διέσχιζαν τη Σαχάρα φορτωμένα με χρυσό, ελεφαντόδοντο, αλάτι αλλά και – συχνά – σκλάβους. Εκεί, οι εβραίοι έμποροι, οι άραβες τεχνίτες και οι βερβερίνοι ναυτικοί δημιούργησαν μια κοινωνία ευμάρειας. Στη δεκαετία του ’60, η πόλη συνδέθηκε με τον μύθο της χίπικης περιπλάνησης· λέγεται πως και ο Τζίμι Χέντριξ πέρασε από τις γειτονιές της το 1969.
Εκτοτε δεκάδες επισκέπτες περπάτησαν στα σοκάκια της, αναζητώντας την ελευθερία στους ρυθμούς της μουσικής Γκνάουα – μιας πνευματικής μουσικής παράδοσης που έφεραν μαζί τους οι σκλάβοι από την υποσαχάρια Αφρική και η οποία αντηχεί ακόμα και σήμερα στις πλατείες της πόλης και στο φεστιβάλ που διοργανώνεται εκεί κάθε καλοκαίρι. Οι «alizés», οι ισχυροί άνεμοι που πνέουν σχεδόν όλον τον χρόνο, έχουν επιπλέον αναδείξει την πόλη σε έναν από τους σημαντικότερους προορισμούς παγκοσμίως για windsurf και kitesurf.

Photo Credits: Κοσμάς Βίδος
Παρά την έντονη τουριστική ανάπτυξη των τελευταίων δεκαετιών, η Εσαουίρα παραμένει ένας τόπος μοναδικός· ένα πεδίο σπαρμένο με μικρά καθημερινά θαύματα που γοητεύουν και συγκινούν, ξεκινώντας από το λιμάνι με τις χαρακτηριστικές μπλε βάρκες και τους θορυβώδεις γλάρους και περνώντας στα στενά σοκάκια με τα μαγαζιά και με τους τεχνίτες που σκαλίζουν με υπομονή έπιπλα και μικροαντικείμενα από το μυρωδάτο ξύλο τούγια. Τα σπίτια είναι κυρίως βαμμένα άσπρα με μπλε παντζούρια και με βαριές ξύλινες πόρτες.
Δεκάδες καλοταϊσμένες γάτες λιάζονται μπροστά τους. Στην άκρη της Μεντίνα, η Skala de la Ville απλώνεται σαν πέτρινο μπαλκόνι πάνω από τον ωκεανό. Η θέα από εκεί είναι άγρια και ποιητική ταυτόχρονα: τα κύματα σπάνε στα βράχια με θεατρική υπερβολή, σαν να δίνουν παράσταση στους τουρίστες που τα φωτογραφίζουν και φωτογραφίζονται.
Κανόνια στραμμένα προς το πέλαγος – απομεινάρια μιας εποχής πειρατών και θαλάσσιων εμπορικών συγκρούσεων – δημιουργούν ένα σκηνικό σχεδόν κινηματογραφικό. Στο σημείο, εξάλλου, γυρίστηκαν και ορισμένες σκηνές από το «Game of Thrones». Στις πλατείες, στα ανοίγματα και στους πιο φαρδείς δρόμους τα café με τα μεταλλικά τραπεζάκια, τα ζαχαροπλαστεία με τα δεκάδες γλυκά ταψιού και οι πλανόδιοι μουσικοί σε καλούν να χαλαρώσεις κάτω από τον ήλιο.

Photo Credits: Κοσμάς Βίδος

Photo Credits: Κοσμάς Βίδος
Εξω από τα τείχη με τα φροντισμένα, υψηλής αισθητικής μαγαζιά, οι αγορές όπου συνωστίζονται οι ντόπιοι σε επαναφέρουν στην καθημερινότητα μιας χώρας με έντονες κοινωνικές ανισότητες. Δρόμοι σκονισμένοι και βρώμικοι, άνθρωποι που παλεύουν για να τα βγάλουν πέρα, γαϊδουράκια που σέρνουν βαρυφορτωμένα κάρα, παιδιά με πολυφορεμένα ρούχα, γυναίκες ολόσωμα καλυμμένες που παζαρεύουν το ψάρι της ημέρας, επαίτες.
Ομως, ακόμα και αυτές, οι πιο σκληρές εικόνες, δεν μοιάζουν ικανές να χαλάσουν το παραμύθι που σου αφηγείται η Εσαουίρα: Ενός κόσμου που επιμένει να βάφει τα παράθυρα μπλε, ακόμη και όταν οι τοίχοι ξεφλουδίζουν.
Που στρώνει χαλιά στο χώμα και κερνάει τσάι με μέντα. Που απολαμβάνει τον ήλιο με την ηδυπάθεια με την οποία λιάζονται και οι γάτες στα στενά και τις πλατείες. Είναι και ο ήχος του ανέμου που σφυρίζει ανάμεσα στις πολεμίστρες, και ο παφλασμός των κυμάτων στα βράχια κάτω από τα τείχη, και οι αντανακλάσεις του φωτός στην υγρή, σαν καθρέφτη, άμμο της παραλίας, είναι και η μεγαλειώδης εικόνα του ήλιου που βουτάει στον Ατλαντικό, βάφοντας τα λευκά τείχη σε αποχρώσεις του πορτοκαλί και του κόκκινου. Η Εσαουίρα δεν σου κρύβει τις ρωγμές της· απλώς τις φωτίζει με τέτοιον τρόπο ώστε να γίνονται μέρος της γοητείας της.
Κι εσύ, σχεδόν ένοχα, δέχεσαι τη συμφωνία: θα δεις, θα καταλάβεις, θα συγκινηθείς – αλλά στο τέλος θα κρατήσεις περισσότερο το φως πάνω στα τείχη και λιγότερο τη σκιά πίσω από τους πάγκους της αγοράς και τους ραγισμένους τοίχους των φτωχών συνοικιών. Το παραμύθι, άλλωστε, δεν είναι άρνηση της πραγματικότητας. Είναι ένας τρόπος να την αντέχεις.