Oλόκληρο αυτό το τμήμα της κουζίνας, με τα λευκά τούβλα, και το τραπεζάκι όπου καθόμασταν, την ηλιοροφή και την μπαλκονόπορτα που έβλεπε στο λιόδεντρο που πέρσι έβγαλε για πρώτη φορά ελιές, φυτεμένο στο Μπρίξτον του νότιου Λονδίνου, απ’ τις οποίες φυσικά μου έδωσε όλος περηφάνια να δοκιμάσω για να δώσω – ως Ελληνας – την έγκρισή μου, ολόκληρο αυτό το κομμάτι ήταν μια προέκταση που είχε χτίσει ο ίδιος με τα χέρια του όταν αγόρασε το σπίτι, ο μεσήλικας συγγραφέας που μου σέρβιρε τσάι και κρουασάν με πάστα αμυγδάλου, λέγοντας: «Είναι ωραίο πράγμα να δουλεύεις με τα χέρια σου, ειδικά για εμάς, που όλο γράφουμε, όλο σκεπτόμαστε, γι’ αυτό το ανακαίνισα μόνος, ολόκληρο. Μου αρέσει η χειρωνακτική δουλειά».
Η λιακάδα του Λονδίνου είναι πιο θαμπή από την αθηναϊκή, πράγμα που την κάνει πιο γλυκιά. Ισως να παίζει ρόλο στο πόσο γλυκιά μοιάζει, το ότι είναι και σχετικά σπάνια τον χειμώνα.
Τώρα έπεφτε σαν δώρο από την ηλιοροφή.
«Εφερες τον ήλιο. Είχαμε βροχή κάθε μέρα, κοντά δύο μήνες. Ημασταν όλοι, να σου πω την αλήθεια, λίγο μίζεροι» είπε και γέλασε συνωμοτικά.
Αλλά και η βροχή του Λονδίνου είναι πιο γλυκιά, και πιο υποφερτή από άλλες βροχές. Ισως γιατί είναι αναμενόμενη. Και γιατί κάνει τα πάντα να μοιάζουν καθαρά και γυαλιστερά. Και γιατί δεν είναι μαύρη, και τοξική, όπως η βροχή που έπεφτε τις ίδιες εκείνες ώρες στην Τεχεράνη.
Τη μέρα αφού πέθανε ο Χαμενεΐ, τίποτα δεν συνέβη στο Λονδίνο. Οι άνθρωποι συνέχισαν να μιλούν στα ακουστικά τους στον δρόμο βιαστικοί, να κοιτούν μουδιασμένα τις διαφημίσεις στις κυλιόμενες ανεβοκατεβαίνοντας στο μετρό, να στέκονται στις ουρές των pop up stores. Πέραν του πόσο καλοί είναι οι Λονδρέζοι στο να περιμένουν σε ουρές, είναι εντυπωσιακό και το πόσο πρόθυμοι είναι να το κάνουν.
Πλησιάζοντας την Τραφάλγκαρ άκουσα φωνές, τις οποίες πέρασα για ουρλιαχτά, γιατί από το πρωί περίμενα κάτι κακό να συμβεί. Τελικά, ήταν Ιρανοί που γιόρταζαν. Παρέες, διάσπαρτες εδώ κι εκεί στην πλατεία και τα πεζοδρόμια με σημαίες και ηχεία, χαιρετούσαν οι μεν τους δε φωνάζοντας.
Καθώς ο Πιτ Χέγκσεθ υπερηφανευόταν για το αμερικανικό υποβρύχιο που βύθισε ένα ιρανικό πολεμικό πλοίο που «…νόμιζε πως ήταν ασφαλές στα διεθνή ύδατα […] είναι η πρώτη βύθιση εχθρικού πλοίου με τορπίλη μετά τον Β’ Παγκόσμιο […] όπως τότε, πολεμούμε για να νικήσουμε», τίποτα δεν συνέβαινε στο Λονδίνο.
Στην αναδρομική έκθεση της Tracy Emin στην Tate, ακρωτηριασμένα σώματα πάλευαν να υπάρξουν πάνω σε μαύρα τούβλα. Ενα νέο μπεργκεράδικο είχε ανοίξει εκεί κοντά, γύρω στα είκοσι λεπτά με τα πόδια. Στο διπλανό μου τραπέζι δύο τραπεζίτες. Ο ένας φορούσε μπλε σουέντ Adidas με πορτοκαλί ρίγες κάτω απ’ το κοστούμι του. Πήρε μπέργκερ σκέτο. Ο άλλος (δεν μπορούσα να δω τα παπούτσια του) πήρε μπέργκερ με σαλάτα. Απόρησα. Γιατί δεν πήραν πατάτες; Αυτός με τα μπλε Adidas, με γεμάτο στόμα, έλεγε για το «…γραφείο μας στη Βηρυτό, το ξέρεις; Είχες πάει; Εριξαν βόμβα σε ένα εμπορικό κέντρο διακόσια μέτρα πιο πέρα», έπρεπε να είχαν πάρει πατάτες, το νέο μπεργκεράδικο έφτιαχνε φοβερές, «…δεν αφήνουν κανέναν απ’ την εταιρεία να πλησιάσει αλλά μάλλον έχει γίνει ζημιά».
Ο άλλος έγνεφε μασώντας την τραγανή σαλάτα του, μουρμουρίζοντας «ναι, υπάρχει ρίσκο. Αυτό που κάνει ο Τραμπ έχει ρίσκο, αλλά θα μπορούσαμε…» η φωνή του εξαφανίστηκε πίσω απ’ το τσιτσίρισμα των πατατών που έπεσαν στις φριτέζες της ανοιχτής κουζίνας.
Η ατζέντισσα του μεσήλικα συγγραφέα προσπαθούσε μήνες τώρα να πουλήσει το νέο του μυθιστόρημα, αλλά «αν ήταν τρία χρόνια νωρίτερα, μου ‘πε, θα το είχαμε πουλήσει την πρώτη μέρα. Τώρα υπάρχει πρόβλημα. Κανείς δεν διαβάζει, έτσι μου είπε».
Στο μετρό είδα κάποιον να διαβάζει την «Καρδιά του Σκότους» του Τζόζεφ Κόνραντ: κι εκεί, το ταξίδι ξεκινούσε από τον Τάμεση. Μόνο που εκείνο το ταξίδι έβγαινε στα ανοιχτά και οδηγούσε στις αποικίες, στην Αφρική, και από εκεί στα βάθη της ηπείρου και στον συνταγματάρχη Κουρτς, που είχε δει με τα μάτια του τον ανείπωτο ανθρώπινο ζόφο· τη σκοτεινή καρδιά των ανθρώπων, από την οποία δεν μπορεί κανείς να εξιλεωθεί. Ο Κόνραντ δημιουργεί όμως την αίσθηση ότι η καρδιά του σκότους δεν κατοικεί στη ζούγκλα (τουλάχιστον όχι πρωτίστως) αλλά στη Δύση. Στις Βρυξέλλες της αποικιοκρατίας, απ’ όπου ξεκινούσαν οι τερατώδεις εκστρατείες «εκπολιτισμού». Τι να σκεφτόταν άραγε ο Κουρτς, όταν είπε τις θρυλικές τελευταίες λέξεις του: Η φρίκη! Η φρίκη! Ενδιαφέρον έχει ότι στο «Αποκάλυψη Τώρα!», την κινηματογραφική μεταφορά του έργου, ο Κόπολα τοποθέτησε την ιστορία στο Βιετνάμ, και στον πόλεμο των Αμερικανών.
Ενώ δύο βρετανοί podcasters τσακώνονταν για το αν ο Στάρμερ υπέκυψε ή όχι στη θέληση του Τραμπ για τη χρήση των βρετανικών βάσεων, τίποτα δεν συνέβαινε στο Λονδίνο.
Βγήκα από το τρένο, μπήκα στη λευκή σήραγγα που οδηγούσε στις σκάλες που οδηγούσαν στην επιφάνεια, όμως ξαφνικά έπεσα πάνω σε μια ακινητοποιημένη λαοθάλασσα. Στην απόσταση, υπάλληλοι του μετρό ανοιγόκλειναν πόρτες. Κανείς δεν μπορούσε να περάσει. Κάτι είχε συμβεί. Κάτι είχε συμβεί και βρισκόμασταν εκατόν είκοσι μέτρα κάτω από την επιφάνεια της γης. Ανθρωποι στα καταφύγια. Ο ηλικιωμένος δίπλα μου σφύριξε μια σύντομη μελωδία, ένα παιδικό τραγούδι, και μονολόγησε: «Ολα καλά. Σε λίγο θα ‘μαστε έξω». Ισως το είπε για να το ακούσει, για να μην πανικοβληθεί. Αλλά όχι, τίποτα δεν είχε συμβεί τελικά. Οι πόρτες άνοιξαν και μας άφησαν να φύγουμε. Εκατοντάδες άνθρωποι κάναμε πρόθυμα ουρές. Ανεβήκαμε. Αλλοι μένουν στα καταφύγια· όχι εμείς. Οχι ακόμα.
Μέσα στο Beirut Libanese Garden, το συνοικιακό λιβανέζικο, ο νεαρός σερβιτόρος ήταν καθιστός με το κινητό στο χέρι. Δύο ψήστες συζητούσαν. Κανείς δεν χαμογελούσε. Βροχή.
Ο νεαρός σκηνοθέτης μας έκανε το τραπέζι στο νέο του διαμέρισμα στο Χόρνσι, στο βόρειο Λονδίνο. Ελεγε για το φεστιβάλ του Κλερμόν-Φεράν και σόταρε θαλασσινά στο τηγάνι και – έκοψε την ατάκα του στη μέση τη στιγμή που το κινητό του δονήθηκε πάνω στον πάγκο της κουζίνας. Αφησε το πιρούνι κάτω. Πήρε το κινητό στα χέρια του. Εστειλε ένα μήνυμα και περίμενε. Ακούγαμε μόνο τις γαρίδες. Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας. Τότε, σαν να ξαναπήρε μπρος ο χρόνος άφησε το κινητό, έπιασε το πιρούνι και συνέχισε τη μαγειρική. Είπε, «έχω μια εφαρμογή στο κινητό, και μου έρχεται ειδοποίηση κάθε φορά που πρέπει οι γονείς μου να πάνε στο καταφύγιο. Ολα καλά».
Το ριζότο ήταν νόστιμο. Ο νεαρός συγγραφέας είπε «ο πατέρας ενός κολλητού μου είναι Παλαιστίνιος και ζει στη Βηρυτό. Από πολύ μικρός, έχασε πάρα πολλούς φίλους. Και, μου έχει μείνει αυτή η ατάκα, μια φορά που συζητούσε για αυτά με τον γιο του, τον κολλητό μου, του είπε “είτε μαθαίνεις να γελάς μ’ αυτά τα πράγματα είτε πεθαίνεις”».
Ο μεσήλικας συγγραφέας πιάνει και μας δείχνει τη φωτογραφία που είχε βγάλει το σπίτι στο Μπρίξτον, τη μέρα που το αγόρασε. Ηταν ένα αχούρι. Ενα γκρέμι. Συντρίμμια και σκουπίδια. Σαν να είχαν ρίξει πάνω του drone.
Επιασε και το ‘φτιάξε, τούβλο-τούβλο, δωμάτιο-δωμάτιο. «Βοηθάει να δουλεύεις με τα χέρια», είπε, «για να μη σκέφτεσαι».
Πόσα τούβλα να χρειαστούν για να μη σκέφτομαι. Πόσα κάστρα να χτίσω για να σταματήσω να σκέφτομαι τη μαύρη βροχή στην Τεχεράνη. Τους ανθρώπους στα καταφύγια. Την καρδιά του σκότους. Τη γλυκιά λιακάδα του Λονδίνου όπου δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα. Τη φρίκη. Τη φρίκη.
