Το μοτίβο είναι γνωστό και επαναλαμβανόμενο: κάθε φορά που η κυβερνητική παράταξη κινείται ανοδικά στις δημοσκοπήσεις, εξυφαίνονται στο παρασκήνιο σενάρια για προσφυγή στις κάλπες. Συνέβη στην πρώτη τετραετία του Κυριάκου Μητσοτάκη, κατά την οποία έπειτα από κάθε κρίση, όπως η αντιμετώπιση της πανδημίας και της υβριδικής επίθεσης στον Εβρο, αλλά και ο πόλεμος στην Ουκρανία, ήταν αφορμές για να δέχεται ο Πρωθυπουργός εισηγήσεις από το εσωτερικό του κόμματός του να προκηρύξει εκλογές για να «εκμεταλλευτεί τη συγκυρία».
Το ίδιο λίγο έως πολύ συμβαίνει και στη δεύτερη κυβερνητική θητεία, κατά την οποία επίσης γίνεται συχνά λόγος για πρόωρη διάλυση της Βουλής κάθε φορά που οι μετρήσεις δείχνουν τη Νέα Δημοκρατία να ανακάμπτει, πότε εξ αφορμής της δημοσκοπικής ανάσας που πήρε από τα μέτρα φορολογικής ανακούφισης που ανακοινώθηκαν στην περυσινή ΔΕΘ και τώρα εξαιτίας της θετικής απήχησης που είχαν τα γρήγορα ανακλαστικά που επέδειξε η κυβερνητική ηγεσία στην κρίση της Μέσης Ανατολής με την άμεση μεταφορά αεροναυτικών δυνάμεων στην Κύπρο και την έγκαιρη διακήρυξη των προθέσεων για λήψη μέτρων καταπολέμησης της αισχροκέρδειας.
Ο πήχης του 25% και ο πολυκερματισμός
Παρά τις επανειλημμένες πρωθυπουργικές διαψεύσεις, που και αυτές δείχνουν να εντάσσονται στο ίδιο μοτίβο, ο πειρασμός της πρόωρης κάλπης ήταν και παραμένει ισχυρός. Ορισμένοι τον αποδίδουν στην ανασφάλεια για την επανεκλογή που αισθάνεται μια σημαντική μερίδα των κυβερνητικών βουλευτών. Ανασφάλεια η οποία βρίσκει έρεισμα στις ρυθμίσεις του εκλογικού νόμου, σύμφωνα με τις οποίες το κλιμακωτό bonus των εδρών υπέρ του πρώτου κόμματος αρχίζει να χορηγείται μόνον εφόσον υπερβεί το 25% του εκλογικού σώματος.
Σε περίπτωση που κανένα κόμμα δεν περάσει αυτόν τον πήχη, τότε ισχύει σύστημα κατανομής των εδρών με απλή αναλογική, η εφαρμογή του οποίου θα αφήσει εκτός Βουλής έναν μεγάλο αριθμό βουλευτών της ΝΔ, θα ενισχύσει έτι περαιτέρω το υφιστάμενο πολυκερματισμένο σκηνικό και θα δυσκολέψει τον σχηματισμό βιώσιμου κυβερνητικού σχήματος μετά τις επόμενες εκλογές.
Στο πρώτο κύμα των μετρήσεων της κοινής γνώμης, οι οποίες έτρεξαν την τελευταία εβδομάδα, αποτυπώθηκε, όπως ήδη από την περασμένη Κυριακή επεσήμανε το «Βήμα», ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και η διεθνής αναταραχή που προκάλεσαν οι επιθέσεις κατά του Ιράν από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ ενεργοποίησαν και στη χώρα μας το γνώριμο πολιτικό φαινόμενο που αποκαλείται «συσπείρωση γύρω από τη σημαία».
Είναι γνωστό ότι σε περιόδους διεθνών κρίσεων οι κοινωνίες τείνουν να συσπειρώνονται γύρω από την εκάστοτε κυβέρνηση, αναζητώντας σταθερότητα και ηγεσία. Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο ούτε στην Ελλάδα ούτε διεθνώς. Οπως διόλου καινούργια δεν είναι και η συζήτηση που ξεκίνησε στο υπουργικά γραφεία και στους διαδρόμους της Βουλής για το κατά πόσο η συγκεκριμένη συγκυρία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πειρασμός για τον Κυριάκο Μητσοτάκη να επιταχύνει τον εκλογικό κύκλο.
Δεν είναι τυχαίοι, άλλωστε, οι σχεδόν ομοιόμορφοι τίτλοι με τους οποίους παρουσίασαν σχεδόν καθολικά τα μέσα ενημέρωσης τη συνέντευξη που παραχώρησε (στον ιστότοπο iefimerida και τη Σοφία Γιαννακά) ο Πρωθυπουργός. Οι φράσεις «απορρίπτω κατηγορηματικά οποιαδήποτε συζήτηση για πρόωρες εκλογές λόγω δημοσκοπικής ανάκαμψης» και «σκοπός μου να εξαντλήσω τον εκλογικό κύκλο» που χρησιμοποίησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και αποτέλεσαν ουσιαστικά τη μοναδική είδηση που βγήκε από τη συνέντευξη, είναι ενδεικτικές των υπόγειων συζητήσεων που είχαν ξεκινήσει στο εσωτερικό της κυβερνητικής παράταξης. Και τις οποίες ο Πρωθυπουργός ήθελε να ξεκόψει για πολλούς λόγους.
Το «ατού» της σταθερότητας
Στο Μέγαρο Μαξίμου, εξάλλου, θεωρούν ότι το σημαντικότερο συγκριτικό πλεονέκτημα που διατηρεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης έναντι όλων των αντιπάλων του δεν είναι άλλο από το χαρτί της πολιτικής σταθερότητας, που αποτελεί και το βασικό «ατού» με το οποίο θα ζητήσει την ανανέωση της θητείας του στις προσεχείς εκλογές. «Δεν θα οδηγήσω τη χώρα σε πρόωρες εκλογές, διακινδυνεύοντας αυτό το επιχείρημα που δείχνει ότι αυτή η κυβέρνηση μπορεί να πάρει γρήγορα αποφάσεις και να δράσει προς όφελος των πολιτών» δηλώνει. Και θέτει μάλλον ρητορικά το ερώτημα: «Τι θα συνέβαινε αν είχαμε μία κυβέρνηση συνεργασίας και έπρεπε να συνεννοηθώ με άλλους πολιτικούς αρχηγούς για το αν θα στείλουμε φρεγάτες ή όχι στην Κύπρο;».
Με αντίστοιχη επιχειρηματολογία ξεκόβει ο Πρωθυπουργός και τη σεναριολογία περί επικείμενου ανασχηματισμού της κυβέρνησής του. «Σε μια τέτοια περίοδο έχουμε πολλή δουλειά», αλλά και «ένα κυβερνητικό σχήμα που δουλεύει ικανοποιητικά», είπε, καθησυχάζοντας τους ανησυχούντες υπουργούς του. Χωρίς, την ίδια ώρα, να απογοητεύσει και όσους από τους βουλευτές του περιμένουν πώς και πώς να γίνουν αλλαγές για να μπουν στην κυβέρνηση και να αυξήσουν τις πιθανότητες επανεκλογής τους.
Σύμφωνα με όσα μεταδίδουν συνεργάτες του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης «είναι πλέον πολύ έμπειρος στους χειρισμούς κρίσεων και ξέρει πότε και με ποιες κινήσεις και πρωτοβουλίες μπορεί να μεγιστοποιήσει τα οφέλη για τον ίδιο και την παράταξή του». Για αυτόν τον λόγο και «δεν πρόκειται να θυσιάσει με βεβιασμένες αποφάσεις τους πόντους που πρόσθεσε στα ηγετικά του χαρακτηριστικά» από τα ανακλαστικά που έδειξε στην κρίση στη Μέση Ανατολική. Στο κυβερνητικό επιτελείο πιστεύουν ότι «η κίνηση της άμεσης αποστολής βοήθειας στην Κύπρο θα λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά και ταυτόχρονα, καθώς, εκτός των άλλων, διαλύει και τους μύθους περί ενδοτικότητας της κυβέρνησης έναντι της Τουρκίας».
«Προετοιμαζόμαστε για το χειρότερο»
«Περιμένουμε το καλύτερο, προετοιμαζόμαστε για το χειρότερο» είναι η έκφραση που χρησιμοποιούν κυβερνητικοί επιτελείς όταν ερωτώνται για τη διάρκεια που μπορεί να έχει η κρίση. Με αυτό, άλλωστε, το επιχείρημα αντικρούουν και την κριτική της αντιπολίτευσης ότι δεν ήταν τολμηρά τα μέτρα πρόληψης των κερδοσκοπικών φαινομένων που ανακοίνωσαν ο αντιπρόεδρος Κωστής Χατζηδάκης και οι υπουργοί Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος και Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου. «Ποτέ δεν ξεδιπλώνουμε όλες τις παρεμβάσεις μας από την πρώτη στιγμή» δήλωσε ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, διευκρινίζοντας ότι «έχουμε υπόψη και άλλα μέτρα στήριξης, αλλά θα πρέπει να δούμε πώς θα εξελιχθεί το φαινόμενο».
Στις πρόσφατες μετρήσεις, η ΝΔ αποκόμισε κέρδη που στην πρόθεση ψήφου κυμαίνονται μεταξύ 1,5 και 2,5 εκατοστιαίες μονάδες, δείχνοντας τάση να υπερβεί το ποσοστό των ευρωεκλογών του 2024 (28,31%) αλλά και το ψυχολογικό φράγμα τού 30%. Απέχει ωστόσο σημαντικά από την επίτευξη του στόχου για μια τρίτη αυτοδυναμία, γεγονός που αυξάνει το ρίσκο της εκμετάλλευσης του timing. Αυτός είναι και ο λόγος που η κυβέρνηση… σπεύδει βραδέως προς τον πειρασμό της κάλπης. Πολύ περισσότερο που ουδείς μπορεί να προδικάσει τη διάρκεια την οποία μπορεί να έχει η διεθνής κρίση γύρω από το Ιράν, και, κυρίως, αν τα δημοσκοπικά ευρήματα συνιστούν απλή συγκυριακή μεταβολή στο πολιτικό κλίμα.
