Ο αστικός μύθος εκτυλίσσεται στον 18ο αιώνα, επί ημερών του αυτοκράτορα της Πρωσίας Φρειδερίκου του Μεγάλου. Αυτός ο Φρειδερίκος, ο οποίος αισθανόταν ότι ο κήπος του παλατιού του στο Πότσδαμ δεν τον χωρούσε πλέον, αποφάσισε κάποια στιγμή να τον επεκτείνει. Για κακή του τύχη, το οικόπεδο με το οποίο συνόρευε το ανάκτορο ανήκε σε μυλωνά, ο οποίος είχε εγκατεστημένο εκεί τον μύλο του.
Ο μύλος, τώρα, εκτός του ότι εμπόδιζε τη θέα τού αυτοκράτορα επιπλέον έκανε και θόρυβο. Ανθρωποι του αυτοκράτορα ήρθαν σε επαφή με τον μυλωνά και του ζήτησαν να πουλήσει τον μύλο και το οικόπεδο που τον περιέβαλλε.
Ο μυλωνάς αρνήθηκε και ο αυτοκράτορας τον απείλησε ότι αν δεν του πουλούσε τον μύλο θα μπορούσε να τον πάρει με τη βία, χωρίς να του δώσει τίποτε. Τότε ο μυλωνάς απάντησε με παρρησία: «Μεγαλειότατε, θα μπορούσες (να το κάνεις), αν δεν υπήρχαν δικαστές στο Βερολίνο».
Η συνέχεια είναι απρόβλεπτα πεζή: ο αυτοκράτορας Φρειδερίκος, λέει, εντυπωσιάστηκε τόσο από τη σθεναρή άρνηση του μυλωνά ώστε ανέστειλε τα σχέδιά του. Ομως η ιστορία επέζησε διά μέσου των αιώνων για να διδάσκει ότι ο απλός πολίτης μπορεί να βρει το δίκιο του απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας όταν υπάρχουν ανεξάρτητοι δικαστές. Αρκεί να έχει εμπιστοσύνη στους θεσμούς, ακόμη και όταν αυτοί έρχονται σε σύγκρουση με την κρατούσα εξουσία, την κάθε μορφής εξουσία.
Μήνες τώρα, σε μια αίθουσα της Ευελπίδων, σε ένα κατώτατο δικαστήριο, στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο, διεξάγεται μια δίκη η οποία έχει περάσει κάτω από τα ραντάρ της κοινωνίας. Συνέβη αυτό επειδή, πολύ απλά, έχει εργαστεί εντατικά ο επικοινωνιακός, πολυπλόκαμος και πολυσύνθετος μηχανισμός που διατηρεί το Μέγαρο Μάξιμου. Πρόκειται για τη δίκη για τις υποκλοπές.
Του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου προεδρεύει ο δικαστής κ. Νικ. Ασκιανάκης και χρέη εισαγγελέα ασκεί ο κ. Δημ. Παυλίδης. Δύο έμπειροι δικαστές, οι οποίοι διάβασαν την υπόθεση, εντόπισαν τα κενά, επισήμαναν τα ψευδή, προσδιόρισαν τα λάθη ανώτερων από αυτούς δικαστών και αποφάσισαν να παραδώσουν μαθήματα αξιοπρέπειας σε νεότερους συναδέλφους τους.
Για το πώς δηλαδή ο δικαστής, όταν θέλει και διαθέτει και τη σχετική υποδομή, μπορεί να ανταποκριθεί πλήρως στις απαιτήσεις του λειτουργήματος. Να γίνει ο δικαστής που είχε στο μυαλό του ο μυλωνάς του Πότσδαμ όταν αυθαδίαζε ενώπιον του αυτοκράτορα Φρειδερίκου.
Η δίκη θα ολοκληρωθεί σύντομα, όπως με ενημέρωσε ένας από τους παράγοντές της. Εως τις 20 Φεβρουάριου θα εκδοθεί απόφαση. Αλλά ανεξάρτητα από το ποια θα είναι αυτή, ήδη έχει επιδράσει αποφασιστικά στην κοινωνία.
Τα όσα ακούστηκαν εκεί και κυρίως τα όσα προσκομίστηκαν ως αποδεικτικό υλικό επιβεβαίωσαν ότι οι υποκλοπές σε βάρος του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ενός σημαντικού αριθμού μελών του Υπουργικού Συμβουλίου, της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων, στελεχών της ΕΥΠ, αλλά και πολιτών, δεν ήταν μύθος. Δεν ήταν μια κατασκευή από άνομα κέντρα που θέλησαν να πλήξουν την κυβέρνηση Μητσοτάκη, βλάπτοντας τη δημόσια εικόνα της στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Οχι!
Ηταν μια πραγματικότητα, με αρχή, μέση και τέλος. Μια πραγματικότητα στην οποία υπήρξε ανοχή της κυβέρνησης, τουλάχιστον, στη δράση των παρακρατικών μηχανισμών. Το αν υπάρχει και συνενοχή ίσως το περιγράψει η απόφαση του δικαστηρίου.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, να χαιρετίσουμε ως πολύ σημαντικό το γεγονός ότι δύο εξαίρετοι δικαστές προσπαθούν να βρουν την αλήθεια για το μεγάλο σκάνδαλο, το οποίο ανώτεροί τους προσπάθησαν να καταχώσουν προκειμένου να προφυλάξουν ποιον άραγε;
Είναι ένα ερώτημα που δεν έχει απαντηθεί. Γνωρίζουμε μόνο τα όσα μεσολάβησαν και τα οποία συνθέτουν ένα πλέγμα παράνομων ενεργειών, άγριας παραβίασης των ατομικών δικαιωμάτων των παρακολουθούμενων και βιασμού σχεδόν του συνόλου των πτυχών του κράτους δικαίου.
Από την αφαίρεση της δικογραφίας από τους ανακριτές παραμονές της άσκησης ποινικών διώξεων και της απόδοσής της σε αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου υποτίθεται για να την «τρέξει», αλλά επί της ουσίας για να την «αφυδατώσει», και από την πραξικοπηματική αλλαγή της σύνθεσης της ΑΔΑΕ έως τις παρεμβάσεις στην ΕΥΠ να μην αποδεχτεί απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας υπέρ του αρχηγού της αντιπολίτευσης, η στάση της κυβέρνησης συνιστά κραυγαλέα απόδειξη ενοχής.
Οπως και αναξιοπιστίας. Ελεγε συστηματικά ψέματα!
Και είναι αυτό το κυριότερο συμπέρασμα που προέκυψε από τη συστηματική δουλειά που έκαναν όλους αυτούς τους μήνες οι δύο σωστοί δικαστές του Πρωτοδικείου.
Εργάστηκαν με ζήλο, πήραν πρωτοβουλίες που οι ανώτεροί τους δεν έλαβαν, εισήλθαν σε χωράφια που δεν έπρεπε, άνοιξαν στόματα «ερμητικά κλειστά» και τώρα όλοι γνωρίζουν ότι αυτό το κορυφαίο σκάνδαλο-ντροπή για μια σύγχρονη δημοκρατία, όπως η Ελλάδα, δεν θα μείνει ατιμώρητο. Δεν πρόκειται να θαφτεί. Και κάποια στιγμή, που θα αλλάξουν τα πολιτικά δεδομένα, θα ανασυρθεί και πάλι στην επιφάνεια. Ακριβώς γιατί «υπάρχουν δικαστές στην Αθήνα». Ευτυχώς…
