Βγάζοντας τα γυαλιά των σκοπιμοτήτων

Η συζήτηση για την αναθεώρηση των άρθρων του Συντάγματος που αφορούν τη Δικαιοσύνη, σε σχέση με το παρελθόν, πρέπει απαραίτητα να διεξαχθεί μέσα σε κλίμα ηρεμίας και νηφαλιότητας

Βγάζοντας τα γυαλιά των σκοπιμοτήτων

Η επιλογή στις κορυφαίες θέσεις των Ανώτατων Δικαστηρίων αποτελεί σημαντικό ζήτημα για τη Δικαιοσύνη, τον ρόλο της και τη λειτουργία των θεσμών και έχει καταστεί διαχρονικά «αγαπημένο» θέμα συζήτησης στους νομικούς και πολιτικούς κύκλους και στην κοινωνία, εν όψει μάλιστα της αναθεώρησης του Συντάγματος.

Κατά το Σύνταγμα, οι προαγωγές στις κορυφαίες θέσεις της Δικαιοσύνης ενεργούνται µε προεδρικό διάταγμα, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, µε επιλογή μεταξύ των µελών του αντίστοιχου Ανώτατου Δικαστηρίου.

Η Ελλάδα, αρχικά το 2010, υιοθέτησε τη Γνωμοδότηση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής κατόπιν ακρόασης των εχόντων τα τυπικά προσόντα δικαστών. Το 2024 θεσμοθετήθηκε και η Γνωμοδότηση της οικείας Ολομέλειας του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Η ρύθμιση λειτούργησε για πρώτη φορά στις προαγωγές του 2025 και η χώρα εναρμονίστηκε πλήρως με τη σύγχρονη τάση για συμμετοχή των δικαστών στη διαδικασία, έτσι όπως είχε εκφραστεί με εκθέσεις διεθνών οργανισμών.

Εξάλλου, ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων προβλέπει ότι η προαγωγή των δικαστών στα Ανώτατα Δικαστήρια γίνεται κατά απόλυτη εκλογή και προϋποθέτει την ύπαρξη εξαιρετικών ουσιαστικών προσόντων. Υπό τις συνθήκες αυτές, στη συνταγματική αναθεώρηση διαφαίνεται ότι θα υποστηριχθούν τρεις απόψεις.

Η πρώτη είναι η επιλογή μέσω εσωτερικής ψηφοφορίας μεταξύ των δικαστών και μόνο, η οποία έχει την αδυναμία ότι παραλείπει την απαραίτητη προϋπόθεση της λαϊκής νομιμοποίησης και παραπέμπει στον κίνδυνο δημιουργίας «κράτους δικαστών».

Είναι, δε, σοβαρός ο κίνδυνος να εξελιχθεί μια τέτοια ψηφοφορία σε πεδίο εμπλοκής και αντιπαράθεσης εξωτερικών της Δικαιοσύνης παραγόντων, αλλά και υποβάθμισης της διαδικασίας σε αρχαιρεσίες κοινών σωματείων.

Η δεύτερη υποστηρίζει την επιλογή μέσω διευρυμένης πλειοψηφίας της Βουλής, ενέχει όμως τον κίνδυνο της μη επίτευξής της με συνέπεια την αδυναμία λειτουργίας του δικαστικού συστήματος, κάτι που συμβαίνει συχνά ήδη στις Ανεξάρτητες Αρχές.

Αυτονοήτως θεωρούνται εκτός θεσμικής συζήτησης άτυπες συμφωνίες που δεν θα έχουν ως αποκλειστικό κριτήριο επιλογής τα οριζόμενα στο Σύνταγμα και τον νόμο.

Το ισχύον σύστημα, ως τρίτη εκδοχή, έχει σαφές προβάδισμα για λόγους θεσμικής συνέπειας και ρεαλισμού. Η γνωμοδότηση της νομοθετικής και της δικαστικής λειτουργίας σε συνδυασμό με την τελική επιλογή από την εκτελεστική διέπονται από ένα βασικό εχέγγυο: οι έχοντες τα τυπικά προσόντα έχουν ήδη κριθεί επανειλημμένα από τα αρμόδια θεσμικά όργανα μεταξύ πολλών και για το ήθος, το σθένος, την κρίση, αλλά και για το ανεξάρτητο πνεύμα τους και την ακεραιότητά τους.

Αρα, η επιλογή σύμφωνα με αυτή την άποψη έχει την ασφάλεια της κρίσης μεταξύ ισάξιων, που το ίδιο το δικαστικό σώμα ανέδειξε στις θέσεις αυτές διαμορφώνοντας αμέσως και εμμέσως το πλαίσιο επιλογής.

Το αβίαστο συμπέρασμα από τα ανωτέρω είναι ότι η Ελλάδα έχει ένα ιδιαίτερα αυστηρό θεσμικό πλαίσιο με σημαντικές ασφαλιστικές δικλίδες στο επίπεδο της διάκρισης των λειτουργιών και της προστασίας της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών.

Η συζήτηση για την αναθεώρηση των άρθρων του Συντάγματος που αφορούν τη Δικαιοσύνη, σε σχέση με το παρελθόν, πρέπει απαραίτητα να διεξαχθεί μέσα σε κλίμα ηρεμίας και νηφαλιότητας. Σε αντίθετη περίπτωση θα πληγεί ευθέως η εικόνα της Δικαιοσύνης. Σε όλο αυτό το κλίμα ο δικαστής φαίνεται να δείχνει απροστάτευτος αλλά δεν είναι ανίσχυρος.

Οι άδικες επιθέσεις στην καθημερινή λειτουργία της Δικαιοσύνης στην πλειονότητα των περιπτώσεων γίνονται ενίοτε για προφανείς λόγους και συνήθως είναι χωρίς τεκμηρίωση. Πάντως, σε κάθε περίπτωση όλες οι καταγγελίες επιβάλλεται να ερευνώνται σχολαστικά.

Τα Ανώτατα Δικαστήρια, εκ του θεσμικού τους ρόλου, ερευνούν και λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα όπου χρειάζεται και το έχουν αποδείξει ακόμα και με πρόσφατες αποφάσεις αποπομπής ευαρίθμου αριθμού δικαστών για πειθαρχικά παραπτώματα.

Ωστόσο οφείλουν να ανακαλύψουν ξανά τη σχέση τους με τους πολίτες με την υιοθέτηση καλών πρακτικών από τα ευρωπαϊκά δικαστήρια, ιδίως της τακτικής λογοδοσίας και διαφάνειας, που θα περιλαμβάνει στο πλαίσιο της εξωστρέφειας τη δημοσιοποίηση και επικοινωνία των ποιοτικών και ποσοτικών δεδομένων των δικαστηρίων, τον στρατηγικό σχεδιασμό τους, τον απολογισμό του παραχθέντος δικαστικού έργου.

Το ισχύον σύστημα, όπως προαναφέρθηκε, πιθανότατα δεν είναι το τέλειο, αλλά έχω την άποψη ότι είναι το καλύτερο που οι συνθήκες στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας επιτρέπουν. Ας το δούμε να δοκιμάζεται στον χρόνο βγάζοντας τα γυαλιά των σκοπιμοτήτων.

Και επιτέλους, ας πιστέψουμε ότι υπάρχουν δικαστές στην Ελλάδα, και το πιο σημαντικό: ας θυμόμαστε ότι όλες οι εξουσίες του πολιτεύματος και η δικαστική λειτουργία «πηγάζουν από τον Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Εθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα» (άρθρο 1 παρ. 3 του Συντάγματος).

Ο κ. Παναγιώτης Λυμπερόπουλος είναι αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version