To Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου σπάει το ταμπού

Η απόφαση του Δικαστηρίου υπενθυμίζει ότι το δίκαιο δεν μπορεί να επιβάλλει δεσμευτικούς κανόνες στην ιδιωτική ζωή των ατόμων και ότι η σεξουαλική ελευθερία πρέπει να προστατεύεται από κάθε μορφή εξαναγκασμού, είτε φυσικού είτε ηθικού είτε νομικού

To Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου σπάει το ταμπού

Οι θεατές μιας πρωινής σαββατιάτικης ενημερωτικής εκπομπής της ΕΡΤ, στα τέλη του περασμένου Ιανουαρίου, με έκπληξη μάλλον θα παρακολούθησαν το ρεπορτάζ με το οποίο ξεκίνησαν οι εξωτερικές ειδήσεις, σύμφωνα με το οποίο την προηγούμενη μέρα η Γαλλική Εθνοσυνέλευση ψήφισε νόμο που εμπλούτισε τον αστικό κώδικα με τη διάταξη ότι η συμβίωση των συζύγων εντός του γάμου δεν δημιουργεί καμία υποχρέωση να διατηρούν μεταξύ τους σεξουαλικές σχέσεις. Η νέα διάταξη πρόσθεσε ότι δεν επιτρέπεται να βασίζεται μια απόφαση υπαίτιου διαζυγίου στην άρνηση ή την απουσία συζυγικών σεξουαλικών σχέσεων.

Η απόφαση του γάλλου νομοθέτη δεν λήφθηκε στα καλά του καθουμένου. Το ρεπορτάζ παρέλειψε να πει ότι δι’ αυτής η Γαλλία συμμορφώθηκε σε απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που ακριβώς έναν χρόνο νωρίτερα την είχε καταδικάσει για παραβίαση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο κατοχυρώνει τον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, επειδή ο γαλλικός Αρειος Πάγος είχε επικυρώσει απόφαση χαμηλόβαθμου δικαστηρίου με την οποία είχε εκδοθεί διαζύγιο αποκλειστικά σε βάρος μιας συζύγου (ας την ονομάζουμε Η. W.) με την αιτιολογία ότι είχε σταματήσει να έχει σεξουαλικές σχέσεις με τον σύζυγό της για περισσότερο από δέκα χρόνια. Η Η. W., μόλις τελεσιδίκησε η απόφαση του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου, προσέφυγε στο ΕΔΔΑ, το οποίο έκρινε ότι η επιβεβαίωση του συζυγικού καθήκοντος και η έκδοση υπαίτιου διαζυγίου λόγω της άρνησης της Η. W. να έχει σεξουαλικές σχέσεις με τον σύζυγό της συνιστούν παρέμβαση στο δικαίωμά της στην ιδιωτική ζωή, στη σεξουαλική της ελευθερία και στη σωματική αυτοδιάθεσή της. Θεωρώντας αυτή την παρέμβαση αδικαιολόγητη, το Δικαστήριο επέμεινε ότι η συναίνεση σε σεξουαλικές σχέσεις δεν μπορεί να τεκμαίρεται από μόνο το γεγονός του γάμου και, επομένως, η επιβολή συζυγικής υποχρέωσης σεξουαλικής οικειότητας αντιβαίνει στις θεμελιώδεις αρχές της Σύμβασης, ιδίως σε εκείνες που αφορούν την προσωπική αυτονομία και τη σωματική ακεραιότητα.

Η απόφαση του Δικαστηρίου αυτονόητα ξεπέρασε το στενό, γαλλικό ενδιαφέρον. Καθώς η δεσμευτικότητα της ερμηνείας της Ευρωπαϊκής Σύμβασης εκτείνεται πέραν της απόφασης που την εισάγει, στο σύνολο δηλαδή των συμβαλλόμενων κρατών, η απόφαση H. W. κατά Γαλλίας, με την καμπή που καθιερώνει στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο πλαίσιο του γάμου, θέτει όλες τις ευρωπαϊκές χώρες μπροστά σε ένα χαρακτηριστικό δίλημμα: να οχυρωθούν πίσω από τις παραδοσιακές ηθικές αντιλήψεις του γάμου και να θεωρήσουν την απόφαση ως ένα – ακόμη; – δείγμα ευρωπαϊκού δικαστικού ακτιβισμού ή να επινοήσουν τρόπους με τους οποίους θα προσαρμόσουν τις εθνικές νομοθεσίες για τον γάμο και το διαζύγιο στις απαιτήσεις προστασίας των ατομικών ελευθεριών.

Ούτως ή άλλως η απόφαση του Δικαστηρίου εντάσσεται σε μια δυναμική μετασχηματισμού των αντιλήψεων για τον γάμο στο ευρωπαϊκό δίκαιο. Υπενθυμίζει ότι το δίκαιο δεν μπορεί να επιβάλλει δεσμευτικούς κανόνες στην ιδιωτική ζωή των ατόμων και ότι η σεξουαλική ελευθερία, ως ουσιαστικό συστατικό του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, πρέπει να προστατεύεται από κάθε μορφή εξαναγκασμού, είτε φυσικού είτε ηθικού είτε νομικού. Στο πλαίσιο αυτό, το ΕΔΔΑ αυτονόμησε το δίκαιο έναντι των παραδοσιακών ηθικών προδιαγραφών. Παλιότερα, η σεξουαλική ηθική που εφαρμοζόταν στο πλαίσιο του γάμου βασιζόταν σε μια προσέγγιση θεμελιωμένη στην έννοια του συζυγικού καθήκοντος, όπου ο γάμος επέβαλλε σιωπηρά μια σειρά σεξουαλικών υποχρεώσεων στους συζύγους. Σήμερα, η αντίληψη αυτή τείνει να αντικατασταθεί από μια τυπική ή συναινετική ηθική, η οποία δίνει προτεραιότητα στην ελευθερία της συναίνεσης. Το παράδειγμα της απόφασης Η. W. κατά Γαλλίας ενισχύει την ιδέα ότι κάθε άτομο πρέπει να μπορεί να αποφασίζει, ανά πάσα στιγμή, για τη συμμετοχή του σε μια σχέση οικειότητας, χωρίς αυτή να επιβάλλεται από κάποιο συζυγικό καθήκον που κληρονομείται από ηθικές παραδόσεις. Αυτή η εξέλιξη της νομολογίας ανοίγει νέες προοπτικές για το οικογενειακό δίκαιο. Απαιτεί μια σε βάθος ανάλυση της θέσης της συναίνεσης στον γάμο και της ανάγκης προσαρμογής των καθεστώτων του γάμου στις σύγχρονες απαιτήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επαναπροσδιορίζοντας τα όρια της σεξουαλικής ζωής και επιβεβαιώνοντας την υπεροχή των ατομικών δικαιωμάτων, το ΕΔΔΑ καλεί τα κράτη να επανεξετάσουν τον γάμο όχι ως σύμβαση που επιβάλλει αμοιβαίες υποχρεώσεις, αλλά ως ένωση που βασίζεται στην προσωπική αυτονομία.

Ο κ. Πέτρος Στάγκος είναι ομότιμος καθηγητής του Ευρωπαϊκού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version