Οταν ήμουν μικρή (πέντε ή έξι χρόνων) και τσακωνόμουν με τους γονείς μου, η συνηθέστερη αντίδρασή μου ήταν να πάρω το τσαντάκι μου με τους μονόκερους, να παραχώσω μέσα ρούχα (τυχαία χρωματιστά φανελάκια) και παιχνίδια και να ανακοινώσω ότι θα πάω να ζήσω με τον παππού και τη γιαγιά για πάντα. Φυσικά, κάθε φορά κατέληγα να σταματάω στην εξώπορτα με ενστικτώδη δισταγμό, διότι, μολονότι ήξερα τον δρόμο, μου έπεφτε μακριά με τα πόδια και άρχιζα να τσιρίζω μουτρωμένη για να κάνω τον πατέρα μου να με πάει με το αυτοκίνητο. Ο οποίος πατέρας συνήθως ήταν κι εκείνος που με είχε φέρει στο περί ου ο λόγος μεταναστευτικό τέλμα, κυρίως όταν τον ρωτούσα πότε θα τελειώσει το ποδόσφαιρο στην τηλεόραση για να δω τις ταινίες της Ντίσνεϊ που είχα νοικιάσει από το βιντεοκλάμπ (τα παλιά τα χρόνια) και εκείνος μου απαντούσε: «Σε τρεις ώρες!». Κι εγώ το δόλιο τον πίστευα. Οσο που ακόμα και σήμερα, όποτε βλέπω ποδόσφαιρο και συλλογίζομαι ότι διαρκεί ενενήντα λεπτά, άντε εκατόν είκοσι, με καμία παράταση, λέω από μέσα μου: «Κοίτα τον, ρε, τι μου έλεγε». Βέβαια, τότε δεν σπάνιζαν τα ποδοσφαιρικά δράματα και τα ματς πότε-πότε κατέληγαν να διαρκούν όντως τρεις ώρες.
Παρότι υπεύθυνος για το τελματωμένο παιδικό είναι μου, εν πάση περιπτώσει, ο πατέρας μου δεν σηκωνόταν ποτέ να με πάει στον παππού και στη γιαγιά, με το αυτοκίνητο ως Ματαρόα της ασφάλτου. Απλώς με αγνοούσε. Μόνο μια φορά θυμάμαι που θα πρέπει να του την είχα δώσει στα νεύρα, διότι σηκώθηκε, πήρε τα κλειδιά, με έδεσε στο αυτοκίνητο (ευτυχώς μέσα με τη ζώνη ασφαλείας κι όχι στη σχάρα από πάνω με ιμάντες) και πήγε πράγματι και με απίθωσε στον παππού και στη γιαγιά, αφήνοντας παρακαταθήκη κάποια σοφή κουβέντα του τύπου «ορίστε, πάρτε τη και σε καλή μεριά», με εμένα να καταλήγω να περνάω ένα τέλειο τριήμερο, τα πρωινά πηγαίνοντας με τη γιαγιά στο εμπορικό απέναντι για να αγοράσουμε παγωτό και φιγούρες Πόλι Πόκετ και τα βράδια βλέποντας με τον παππού το Μπεν Χουρ στο βίντεο για νιοστή φορά. Ε, μετά το τριήμερο γύρισα πίσω γιατί βαρέθηκα, πάντως το ανάστημα το σήκωσα.
Πέρα από το θέρετρο στον πλανήτη παππούς-και-γιαγιά, ωστόσο, δεν επιτρεπόταν να κοιμάμαι από δω κι απ’ εκεί, σε φίλες. Αν και ποτέ δεν μου απαγορεύτηκε ρητά, οι γονείς μου είχαν φροντίσει, όπως κατάλαβα αργότερα, να αποθαρρύνουν νωρίς την κουλτούρα του σλιπόβερ, τόσο που έφτασα στα τελευταία του λυκείου για να κοιμηθώ σε σπίτια φίλων. Οι γονείς μου το είχαν αυτό το θεματάκι και το έχουν ως σήμερα: δεν τους αρέσει ιδιαίτερα η αίσθηση των θυγατέρων τους να κοιμούνται εκτός σπιτιού. Ακόμα κι εγώ, που ζω στο δικό μου σπίτι εδώ και χρόνια, ακούω καμιά φορά στο τηλέφωνο ένα ντροπαλό: «Μήπως θες να γυρίσεις προς τα δω;». (Η απάντηση εξαρτάται από το αν έχω τσακωθεί με μερικούς-μερικούς πρωτύτερα σχετικά με το ποιου σειρά είναι να βάλει πλυντήριο.)
Με αυτή τη νοοτροπία μεγάλωσα, λοιπόν. Οχι με απαγορεύσεις ούτε με έλεγχο, αλλά μονάχα με μια συνήθεια να αποφεύγω να κοιμάμαι από δω κι απ’ εκεί, καθώς και να ενημερώνω μέσες-άκρες πού βρίσκομαι. Με όλους στην οικογένειά μου συμβαίνει αυτό, όχι μόνο μεταξύ της γηραιότερης γενιάς και της νεότερης, αλλά ακόμα και μεταξύ των γηραιότερων ή των νεότερων μεταξύ τους. Είμαστε συνηθισμένοι να ανταλλάσσουμε τοποθεσίες, κυρίως διά τηλεφώνου, ωσάν ανθρώπινα φεϊσμπουκικά ποστ: Αισθάνομαι Απελπισμένη στην τοποθεσία ΕΦΚΑ Νέας Ιωνίας. Και ούτω καθεξής. Ετσι, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει, οι στενότεροι συγγενείς κάπως ξέρουμε ο ένας πού περίπου κλωθογυρίζει ο άλλος μες στην πόλη, μάλλον από μια κάποια όχι απολύτως συνειδητή ανάγκη για εγγύτητα και ασφάλεια, καθώς και από μια απολύτως παρανοϊκή συνήθεια να μιλάμε μεταξύ μας ακατάπαυστα από το άγριο χάραμα για ό,τι συμβαίνει στη ζωή καθενός μας. Είναι ένα από τα (πολλά) παρανοϊκά πράγματα που μου αρέσουν στην οικογένειά μου. Αυτή η εκνευριστική, θορυβώδης, τρυφερή νοοτροπία τού εγγύς και της έγνοιας, ένας κώδικας μεταξύ δικών, όπου δεν εξαντλείται, αλλά μονάχα απεικονίζεται κάτι πολύ απλό και μάλλον σπάνιο: ότι μπορεί, καθώς λένε, «οι φίλοι [να] είναι η απολογία του Θεού για τους συγγενείς μας», αλλά καμιά φορά και οι συγγενείς μπορεί να είναι φίλοι – με την πιο αρχαία έννοια της λέξης, δηλαδή φορείς, πομποί και αποδέκτες όποιου τρελού πράγματος μπορεί να ονομάζουμε αγάπη.
Δεν είναι για όλους έτσι, προφανώς. Και πρόσφατα, με την εν εξελίξει ιστορία της νεαρής Λόρας, το σκεφτόμουν. Τι κάνει άραγε ένα κοριτσάκι να οργανώνει ολόκληρο σχέδιο ώστε να αποδράσει από το σπίτι του; Δεν πρόκειται για «σχέδιο» όπως εκείνο που έκανα εγώ στα πέντε μου, που πακετάριζα τα παιχνίδια μου και μετανάστευα τα Σαββατοκύριακα στους παππούδες. Είναι σχολαστικό και χρονοβόρο, με ρευστοποίηση πολύτιμων αντικειμένων, burner phones, μελέτες πρωτοκόλλων αεροπορικών εταιρειών και ποιος ξέρει τι άλλο. Στον πυρήνα του, μια έφηβη που για κάποιον λόγο θέλησε να φύγει από το σπίτι της δίχως ίχνη, πυροδοτώντας ανθρωποκυνηγητό σε τουλάχιστον δύο χώρες.
Παράλληλα, θυμήθηκα μια φαινομενικά αντιθετική αλλά στον πυρήνα της παρόμοια περίπτωση: μια φίλη που είχα στο σχολείο, επιζώσα κακοποίησης. Είχα παρατηρήσει πώς, κάθε φορά που σουλατσάραμε στους δρόμους για ώρες, το κινητό της δεν βούιζε ακατάπαυστα με μαμαδίστικα μηνύματα όπως ημών των υπολοίπων. Στο τέλος βραδινών μαζώξεων, όταν αποφασίζαμε να κοιμηθεί όλη η κοριτσοπαρέα στο σπίτι μου, εκείνη απλώς έμενε, χωρίς να τηλεφωνήσει στους δικούς της. Καμιά φορά, σε γιορτές, την προσκαλούσα στα οικογενειακά τραπέζια, όχι μόνο στο σπίτι μου αλλά και σε σπίτια συγγενών, κι εκείνη ερχόταν, χωρίς κηρύγματα σχετικά με το πώς υποτίθεται ότι πρέπει να περνάς τις γιορτές αποκλειστικά με το σόι σου, χωρίς καν μια τυπική συνεννόηση.
Ιστορίες κοριτσιών σαν τη Λόρα, που φεύγουν κυνηγημένα, ή κοριτσιών σαν την παιδική μου φίλη, που πάνε κι έρχονται χωρίς κανείς να τ’ αναζητά, τέμνονται στη σιωπή που περικλείει την παρουσία τους, στο εκούσιο ή ακούσιο κενό της απάντησης προς ένα «πού είσαι;» ή «τι κάνεις;», το οποίο είτε διατυπώνεται ως βία είτε μένει σπαρακτικά ανείπωτο. Αυτός ο κόσμος, εξάλλου, είναι γεμάτος χαμένα κοριτσάκια, χαμένα ακόμα κι όταν βρίσκονται με σάρκα και οστά μπροστά σου, χαμένα στην απόσταση ανάμεσα στο να απαντάς και στο να μην απαντάς, στο να απαντάσαι και στο να μην απαντάσαι, διχοτομημένα ως προς τη γλώσσα (τη φωνή που λέει ελευθέρως «είμαι εδώ») και την εικόνα τους (την όψη που δηλώνει ρητά ότι είναι ένας άνθρωπος – ούτε κτήμα ούτε κόσμημα – αυτό που βρίσκεται μπροστά σου).
Η σημασία των ονομάτων
Υπόθεση Επστιν, υπόθεση Ντίντι: Τι κοινό έχουν, πέραν του προφανούς; Τις λίστες ονομάτων. Πρόκειται για εγκλήματα, στη δημόσια (πολιτική) επεξεργασία των οποίων, η κυκλοφορία λιστών λειτουργεί λιγότερο ως αποδεικτική πρακτική και περισσότερο ως συναισθηματική οικονομία. Η απαρίθμηση των ονομάτων παράγει την αίσθηση ηθικής συμμετοχής, ενώ ταυτόχρονα αποκρύβει τις δομικές συνθήκες που κατέστησαν την κακοποίηση χρονικά ανθεκτική. Η εξουσία προσωποποιείται, αναμεταδίδεται, κατανοείται. Η ίδια η κατ-ονομασία υποκαθιστά την πράξη: κατονομασία ίσον παρέμβαση. Ετσι, η σιωπή επανα-κωδικοποιείται ως συνενοχή και η ορατότητα ως αρετή. Η λογοδοσία, ωστόσο, παραμένει μετατιθέμενη, διαδικαστική και θεσμικά αδιαφανής. Διότι όλα αυτά τα ονόματα μετατρέπουν την αγανάκτηση σε αναγνώριση, την αναγνώριση σε συλλογική ταύτιση και την ταύτιση σε ηθική ανακούφιση, οπότε η πολιτική αντίδραση του κοινού εξαντλείται εκεί. Εάν απουσίαζαν τα (γνωστά) ονόματα, ίσως οι υποθέσεις δεν θα λάμβαναν καν δημόσια έκταση.
