Αναθεώρηση του Συντάγματος είναι η μεταβολή του συνταγματικού κειμένου με την κατάργηση, τροποποίηση, αντικατάσταση, προσθήκη διατάξεων σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει το Σύνταγμα.
Μεταξύ των σκοπών της αναθεώρησης είναι ο εκσυγχρονισμός της κρατικής οργάνωσης, η βελτίωση της κοινωνικής συμβίωσης, η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων απέναντι στους κινδύνους της εποχής των μεγάλων αλλαγών. Γίνεται δεκτό ότι η ανάδειξη διαχρονικών αρχών για την εκ των προτέρων αξιολόγηση της συνταγματικής αναθεώρησης δεν είναι εύκολη υπόθεση, διότι η ενίσχυση της λειτουργικότητας του Συντάγματος μπορεί να απαιτεί μεταβολές διαφορετικού βάθους και έκτασης για κάθε κεφάλαιο.
Ωστόσο η παραπάνω διαπίστωση δεν αποκλείει τη διατύπωση ορισμένων σκέψεων για τη συνταγματική αναθεώρηση, με βάση α) την εμπειρία των αναθεωρήσεων της τελευταίας πεντηκονταετίας, β) ότι η χώρα είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης, γ) τον εξαιρετικά σύνθετο χαρακτήρα των προβλημάτων της ρευστής και ταραχώδους εποχής μας.
Εν πρώτοις η αναθεώρηση πρέπει να χαρακτηρίζεται από α) ψύχραιμο και τεκμηριωμένο εντοπισμό των προβλημάτων που καλείται να επιλύσει και β) κατάθεση λύσεων με καταγραφή πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων. Και τούτο διότι δεν υπάρχουν τέλειες λύσεις, οι δε προτεινόμενες μπορεί να εγκυμονούν κινδύνους οι οποίοι είτε από άγνοια είτε ηθελημένα δεν αναφέρονται στη δημόσια συζήτηση. Πολλές φορές ο απλουστευτικός και συνθηματολογικός δημόσιος λόγος, που είναι ο κυρίαρχος, προβάλλει λύσεις από τις οποίες απουσιάζουν οι αναγκαίες σταθμίσεις, απαραίτητες για να να σχηματίσει η κοινή γνώμη σφαιρική εικόνα των προτάσεων.
Ο αναθεωρητικός νομοθέτης οφείλει να λαμβάνει πολύ σοβαρά υπόψη το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΕΕ) και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Κατά το παρελθόν συνταγματικές διατάξεις έχουν κριθεί μη συμβατές είτε με το δίκαιο της ΕΕ είτε με το δίκαιο της ΕΣΔΑ.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα τα άρθρα 14 παρ. 9 του και 103 παρ. 8 του Συντάγματος που κρίθηκαν από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης ως αντίθετα προς το ενωσιακό δίκαιο στον βαθμό που εισήγαγαν απόλυτες απαγορεύσεις, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, επιχειρώντας να αντιμετωπίσουν τη διαπλοκή ιδιοκτητών μέσων ενημέρωσης και εργοληπτών δημοσίων έργων και αντίστοιχα το πελατειακό σύστημα διορισμών στο Δημόσιο.
Προς την ίδια κατεύθυνση και η απόφαση του ΕΔΔΑ «Λυκουρέζος κατά Ελλάδος» που έκρινε μη συμβατό το απόλυτο επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών προς την ΕΣΔΑ με συνέπεια να τροποποιηθεί το άρθρο 57 του Συντάγματος στην αναθεώρηση του 2008. Οπως άλλωστε έχει τονίσει το ΔΕΕ, τα κράτη-μέλη υποχρεούνται να εξασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα του ενωσιακού δικαίου και όταν προβαίνουν σε αναθεώρηση του Συντάγματος.
Για τούτο ο αναθεωρητικός νομοθέτης είναι υποχρεωμένος να τροποποιεί το Σύνταγμα για να επιτυγχάνεται η προσαρμογή του εθνικού Συντάγματος στις επιταγές της ευρωπαϊκής έννομης τάξης, στο πλαίσιο δε αυτό έχουν λάβει χώρα αναθεωρήσεις του γερμανικού, του γαλλικού και του ισπανικού Συντάγματος.
Με τα δεδομένα που προεκτέθηκαν, ο κλασικός ορισμός του Αρ. Μάνεση, σύμφωνα με τον οποίο το Σύνταγμα αποτελεί τη συμπυκνωμένη νομική έκφραση του συσχετισμού των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων σε ορισμένη ιστορική στιγμή και σε δεδομένο κοινωνικό σχηματισμό, διευρύνεται και εμπλουτίζεται, καθώς το Σύνταγμα εκφράζει όχι μόνο τους συσχετισμούς εντός της χώρας αλλά και τις θεμελιώδεις αρχές του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, αναπόσπαστο μέρος του οποίου είναι και η Ελλάδα ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Θεμελιώδης παραδοχή είναι ότι το Σύνταγμα αποτελείται από επιτακτικούς κανόνες δικαίου που διακρίνονται για την αφαιρετική διατύπωση ώστε να αντέχουν στον ιστορικό χρόνο, αφήνοντας στην ερμηνεία την προσαρμογή στις εξελίξεις.
Ως εκ τούτου, η αναθεώρηση οφείλει να διατηρεί την κανονιστική αξία του Συντάγματος και να μην ενδίδει, προς χάρη εντυπωσιασμού, στην υιοθέτηση διακηρύξεων ή ευχών που δεν έχουν καμία πρακτική αξία για τον πολίτη. Στο συνταγματικό κείμενο δεν αρμόζουν επίσης ρυθμίσεις που μπορούν να αναδειχθούν από την ερμηνεία των ισχυουσών διατάξεων.
Ειδικά στον χώρο της Δικαιοσύνης, η αναθεωρητική πρόταση δεν μπορεί να είναι έρμαιο της τρέχουσας πολιτικής επικαιρότητας και της κομματικής αντιπαράθεσης. Ας μην ξεχνάμε ότι η αποστολή των δικαστηρίων είναι η επίλυση διαφορών. Τούτο σημαίνει ότι πάντοτε στη δίκη υπάρχουν διάδικοι που νικούν και διάδικοι που χάνουν.
Σε πολλές περιπτώσεις αυτοί που χάνουν δεν ενδιαφέρονται για το περιεχόμενο της απόφασης αλλά για το αποτέλεσμα και, εφόσον δεν τους ικανοποιεί, αμφισβητούν τους δικαστές και εν γένει το δικαστικό σύστημα με ακραία σχόλια, υπαινιγμούς ή και ευθείες επιθέσεις. Αυτή η στάση απέναντι στη Δικαιοσύνη δεν αλλάζει μόνο με την αναθεώρηση ορισμένων συνταγματικών διατάξεων, διότι οι τοξικές επιθέσεις θα βρίσκουν πάντοτε χώρο και τρόπο να εκδηλώνονται και να πλήττουν τη δημόσια εμπιστοσύνη στο δικαστικό σύστημα.
Εχοντας υπόψη τα παραπάνω, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στην αναθεώρηση για τη Δικαιοσύνη. Οι προτάσεις στη δημόσια συζήτηση απαιτείται να λαμβάνουν υπόψη την ιστορικότητα των θεσμών, να διαθέτουν συγκριτική τεκμηρίωση και να είναι συμβατές με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Κομβικό ζήτημα είναι η διασφάλιση της δικαστικής ανεξαρτησίας απέναντι σε όλους τους παράγοντες που μπορεί να την απειλήσουν, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι κυβερνώντες, τα πολιτικά κόμματα, οι επιχειρηματίες, οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, η επιστημονική κοινότητα, η κοινή γνώμη, τα ΜΜΕ, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Πρέπει επίσης να προβληματίσει το φαινόμενο των συγκρούσεων στον δικαστικό συνδικαλισμό διότι φανερώνει ότι στο εσωτερικό του δικαστικού σώματος υπάρχουν ομαδοποιήσεις οι οποίες αναπτύσσονται κατά την εκλογή προσώπων σε αξιώματα.
Δεδομένου ότι το μείζον πρόβλημα της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών σε ένα σύγχρονο δημοκρατικό πολίτευμα είναι η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, επιβάλλεται οι φορείς και τα πρόσωπα που συμμετέχουν στον διάλογο για την αναθεώρηση να καταθέτουν προτάσεις με τεκμηρίωση, στοχασμό, σύνεση και αίσθημα ευθύνης, χωρίς να ενδίδουν στις σειρήνες του λαϊκισμού και της δημαγωγίας.
Ο κ. Μιχάλης Ν. Πικραμένος είναι πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ.
