Ζούμε σε μια εποχή μιας θεμελιώδους αντίφασης: Αυτό που φαίνεται συνετό και ορθολογικό για μια υπερδύναμη που βρίσκεται σε αποδρομή, όπως είναι οι ΗΠΑ, για να υπερασπιστεί τα «κεκτημένα» της απέναντι σε μια ανερχόμενη υπερδύναμη, όπως είναι η Κίνα, να βυθίζει τον κόσμο σε έναν ατελείωτο παραλογισμό.
Την ίδια στιγμή, οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου ΗΠΑ – Ισραήλ στο Ιράν απειλούν την παγκόσμια οικονομία με τρόπο που δεν αφήνει τίποτα αμετάβλητο. Στην Ελλάδα εδώ και χρόνια, μετά την πανδημία αλλά ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο που εξαπέλυσε η Ρωσία στην Ουκρανία, η κρίση του κόστους ζωής αποτελεί μία ακόμη κανονικότητα της νέας συνθήκης. Ο πληθωρισμός ως ποσοστό μπορεί να αυξομειώνεται, η ακρίβεια όμως παραμένει βυθίζοντας σε απόγνωση τα νοικοκυριά με τρόπο δυσανάλογο. Οσο χαμηλότερο είναι το εισόδημα των νοικοκυριών, τόσο μεγαλύτερη η επιβάρυνση.
Στα χρόνια της κυβέρνησης Μητσοτάκη έχει λάβει χώρα μία από τις μεγαλύτερες αναδιανομές εισοδήματος από τα φτωχότερα στα πλουσιότερα νοικοκυριά από τη μία και από τους μισθούς στα κέρδη από την άλλη. Η «ξύλινη» έννοια της ταξικής πολιτικής αποκτάει νόημα και κυριολεξία σε βαθμό πρωτόγνωρο. Αυτό και μόνο αρκεί.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ακολουθεί μια συγκεκριμένη πολιτική και στην παρούσα ενεργειακή κρίση, προστατεύοντας τα κέρδη των ενεργειακών ολιγοπωλίων, είτε με το «πλαφόν» στο περιθώριο κέρδους είτε με τις επιδοτήσεις τύπου fuel pass. Από τη μία το πλαφόν αυτό μετακυλίει τις αυξήσεις στα καύσιμα στους καταναλωτές προστατεύοντας τα κέρδη. Από την άλλη, με τις επιδοτήσεις παίρνει χρήματα από τα νοικοκυριά μέσω των έμμεσων φόρων που αυξάνονται και τους επιστρέφει μικρότερα ποσά για στήριξη της κατανάλωσης σε υψηλές τιμές, επιδοτώντας τα κέρδη των καρτέλ.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη για ακόμη μία φορά μετατρέπει την ενεργειακή κρίση σε δημοσιονομική ευκαιρία. Η ακρίβεια εκτινάσσει τα έσοδα από τον ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, όπως συνέβη και στο παρελθόν και οδηγηθήκαμε σε θηριώδη υπερ-πλεονάσματα από την οικονομική αιμορραγία των νοικοκυριών και μάλιστα των πιο φτωχών, αφού η έμμεση φορολογία πλήττει δυσανάλογα τους καταναλωτές με βάση το εισόδημά τους.
Η μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης και του ΦΠΑ στα καύσιμα θα ήταν ένα άμεσο και γρήγορο μέτρο που μπορεί να πάρει η κυβέρνηση. Αλλωστε το 60% της λιανικής τιμής των καυσίμων είναι η επιβάρυνση της έμμεσης φορολογίας. Ο υπουργός Οικονομικών Κ. Πιερρακάκης δήλωσε αυτή την εβδομάδα ότι δεν πρέπει να μετατρέψουμε την ενεργειακή κρίση σε δημοσιονομική κρίση και κατηγόρησε όσους υποστηρίζουν τη μείωση της έμμεσης φορολογίας ως λαϊκιστές.
Την ίδια στιγμή μόνο το 2024 με βάση τα στοιχεία του υπουργείου του από τις φοροαπαλλαγές στα έσοδα από μερίσματα για νομικά πρόσωπα το Ελληνικό Δημόσιο έχασε 1,16 δισ. ευρώ. Από το 2020 ως σήμερα, μόνο από τη φοροαπαλλαγή για τα έσοδα νομικών προσώπων από υπεραξία μεταβίβασης τίτλων συμμετοχής (νόμος Δεκεμβρίου 2019) το δημόσιο ταμείο έχει χαρίσει 1,26 δισ. σε επιχειρήσεις και funds.
Η κυβέρνηση είναι «αντι-λαϊκιστική» προς τα φτωχότερα νοικοκυριά, πληθωρική όμως στις φοροαπαλλαγές των πλουσίων, των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων και των funds.
Για αυτό ακριβώς χρειάζεται μια Αριστερά που να θέτει αυτά τα ζητήματα που σήμερα φαντάζουν ως μια «κανονικότητα» αλλά στην ουσία πρόκειται για έναν αβίωτο παραλογισμό. Μια Αριστερά που όχι απλώς θα περιγράφει την ταξικότητα της πολιτικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη, αλλά θα προτείνει την κατάργηση των φοροαπαλλαγών των ελίτ και την αύξηση της φορολογίας τους και θα μειώνει τους κοινωνικά άδικους φόρους.
Μια θολή «δημοκρατική παράταξη» που τη μία φοράει τον «αριστερό» και την άλλη τον πιο «δεξιό» μανδύα δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Δεν έχει την αξιοπιστία, ούτε τη βούληση.
Για αυτό η Αριστερά είναι χρήσιμη περισσότερο από ποτέ.
Ο κ. Γαβριήλ Σακελλαρίδης είναι γραμματέας ΚΕ της Νέας Αριστεράς.
