Το κράτος δικαίου και η έννομη τάξη έχουν βαθιά τραυματιστεί από την αποκαλυφθείσα εκτεταμένη παγίδευση των τηλεφωνικών επικοινωνιών υπουργών, βουλευτών, στρατιωτικών, δημοσιογράφων, δικηγόρων και άλλων προσώπων μέσω αμφίβολης νομιμότητας άρσεων του τηλεφωνικού απορρήτου για «λόγους εθνικής ασφάλειας» από την ΕΥΠ, αλλά και μέσω του παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού Predator.
Η πλήρης διερεύνηση της υπόθεσης και η κατάγνωση των ποινικών ευθυνών, όπου ανήκουν, και όσο «ψηλά» και αν βρίσκονται οι υπαίτιοι, αποτελεί μείζον κοινωνικό αίτημα, καθόσον άπτεται της δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτεύματος και της προστασίας του θεμελιώδους δικαιώματος του απορρήτου των επικοινωνιών, που βρίσκεται στον πυρήνα της συνταγματικής και ευρωπαϊκής δικαιοταξίας. Αλλωστε, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έχει παγίως κρίνει ότι η παράνομη παρακολούθηση δημοσιογράφων και πολιτικών αποτελεί μείζον ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος που αγγίζει τα δημοκρατικά θεμέλια του κράτους (απόφαση Bucur και Toma κατά Ρουμανίας, αρ. 40238/02, 8.1.2013) και επομένως η απουσία ουσιαστικού και ανεξάρτητου δικαστικού ελέγχου επί των μέτρων παρακολούθησης συνιστά παραβίαση του δικαιώματος προστασίας ιδιωτικής ζωής, που κατοχυρώνεται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (απόφαση Roman Zakharov κατά Ρωσίας [Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης], αρ. 47143/06, 4.12.2015). Απαιτείται, λοιπόν, να εξαντλείται η δικαστική διερεύνηση των υποθέσεων από τα εθνικά δικαστήρια προκειμένου η δικαστική έρευνα να είναι αποτελεσματική (βλ. και M.D. and Others κατά Ισπανίας, αρ. 36584/17, 28.9.2022).
Υπό το φως των ανωτέρω, η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα της έδρας, διαβιβάστηκε εκ νέου η δικογραφία στις εισαγγελικές αρχές λόγω επαρκών ενδείξεων τέλεσης σοβαρών αξιόποινων πράξεων, συμπεριλαμβανομένου του κακουργήματος της κατασκοπείας, παρά την προηγηθείσα αρχειοθέτηση της υπόθεσης από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, κατέστησε επιτακτική την ανάγκη πλήρους και διαφανούς de novo διερεύνησης όλων των πτυχών της υπόθεσης που αναδείχθηκαν.
Κατά τούτο, η από 27.4.2026 Πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κ. Τζαβέλλα, με την οποία, αντί να διατάσσεται περαιτέρω σε βάθος έρευνα επί τη βάσει της πρόσφατης απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και του όγκου των αποδεικτικών στοιχείων που επικαλείται, διατηρεί την υπόθεση στο αρχείο, απάδει του ποινικού δόγματος, του κράτους δικαίου και του νομικού μας πολιτισμού. Εξάλλου, δεν πρέπει να παροράται ότι ο ίδιος εισαγγελικός λειτουργός επόπτευε την ΕΥΠ κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και, μολαταύτα, δεν απέσχε της σχετικής κρισιολόγησης.
Από την εποχή της αρχαίας «εύθυνας» μέχρι τη σύγχρονη συνταγματική δημοκρατία, η υποχρέωση λογοδοσίας είναι σύμφυτη με την άσκηση κάθε εξουσίας, και τούτο αφορά εξίσου την εκτελεστική και τη δικαστική εξουσία. Για την ταυτότητα του λόγου, κάθε πράξη ή παράλειψη που συντείνει στην αποφυγή της λογοδοσίας φορέων εξουσίας και τη συγκάλυψη των ευθυνών τους είναι βαθιά αντιδημοκρατική και απόλυτα αποδοκιμαστέα.
Το δικηγορικό σώμα, πιστό στην ιστορική του διαδρομή και τους αγώνες του υπέρ της δημοκρατίας, μετ’ επιτάσεως παρεμβαίνει δημόσια και διεκδικεί, με όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή του, τη διαλεύκανση της υπόθεσης, την απόδοση των κατά νόμο ευθυνών. Προς τούτο, προτίθεται αφενός να αναδείξει το ζήτημα στα ευρωπαϊκά fora και αφετέρου να παράσχει στήριξη στα θύματα των τηλεφωνικών υποκλοπών και τους δικηγόρους τους σε κάθε νομική ενέργεια που κατατείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας ενώπιον των ελληνικών και ευρωπαϊκών δικαστηρίων. Είναι δημοκρατική επιταγή.
Ο κ. Ανδρέας Κουτσόλαμπρος είναι πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και πρόεδρος της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων όλης της χώρας.
