Οσο περνά ο καιρός τόσο περισσότερο η Δικαιοσύνη, με ενέργειες, αποφάσεις και δικαστικές διαδικασίες, εμπλέκεται εκούσα άκουσα στις πολιτικές εξελίξεις, προκαλώντας επικρίσεις για τη λειτουργία της, επικρίσεις που άλλοτε έχουν σχέση με την πραγματικότητα και άλλοτε στηρίζονται σε πολιτικές επιδιώξεις, που δεν έχουν σχέση με τη λειτουργία ενός τόσο βασικού θεσμού της δημοκρατίας.
Η Δικαιοσύνη είναι βέβαιον πως δεν λειτουργεί σε κενό αέρος, ούτε λειτουργεί σε γυάλα για να μην παράγουν οι ενέργειές της και οι αποφάσεις της πολιτικές συνέπειες. Αυτό συνέβαινε και θα συμβαίνει πάντα, όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά σε όλες τις δημοκρατίες δυτικού τύπου, γιατί αυτός είναι ο ρόλος της Δικαιοσύνης. Ελεγκτικός για τη λειτουργία του κράτους, ελεγκτικός για τη δραστηριότητα της κυβέρνησης και βέβαια ελεγκτικός για ποινικές ή πάσης φύσεως παραβάσεις της νομιμότητας από οποιονδήποτε.
Ωστόσο οι επικρίσεις σε βάρος δικαστικών και εισαγγελέων που τελευταία έχουν λάβει σοβαρές διαστάσεις, με αποκορύφωμα τη διερεύνηση της τραγωδίας των Τεμπών, ξεπερνούν κατά πολύ την εύλογη και απαραίτητη κριτική που οφείλει να γίνεται – και είναι αναγκαία – στις όποιες αποφάσεις της Δικαιοσύνης, καθώς η Δικαιοσύνη είναι θεσμός της δημοκρατίας και όχι τοτέμ του πολιτεύματος.
Αλλο η κριτική, ακόμα και πολύ σκληρή, και άλλο οι προσωπικές επιθέσεις σε δικαστές, οι απαξιωτικές στον θεσμό αναφορές και η ευθεία αμφισβήτηση της Δικαιοσύνης, που παραπέμπουν σε αντιδημοκρατικού τύπου κρατικές οντότητες και σε νοοτροπίες που έχει πληρώσει, δυστυχώς, οδυνηρά και παρά πολύ ακριβά η Ευρώπη.
Οι δικαστές, που δεν διαθέτουν εκ του ρόλου τους δημόσιο λόγο να αντιλέγουν σε όσα κατά καιρούς τους «σέρνουν» άδικα πολιτικοί και άλλοι δημοσιολογούντες, είναι φυσικό να αισθάνονται από καιρό απροστάτευτοι και πολλοί από αυτούς να θεωρούν ότι οι επιθέσεις που δέχονται στοχεύουν στον επηρεασμό τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Από την άλλη, δεν είναι όλες οι ενέργειες και οι δικαστικές αποφάσεις σωστές και ανεπηρέαστες από σκοπιμότητες ή επιδιώξεις πολιτικές ή άλλες.
Η ιστορία της Μεταπολίτευσης διαθέτει, δυστυχώς, αρκετές περιπτώσεις δικαστικών και εισαγγελέων που έδρασαν όχι ανεξάρτητα, ούτε με στόχο την υπηρέτηση της Δικαιοσύνης, αλλά εξυπηρετώντας σκοπιμότητες και πολιτικά παίγνια, είτε μετέχοντας ενεργά σε αυτά είτε χειραγωγούμενοι από άλλους.
Στις δύσκολες μέρες για τους θεσμούς, σε ένα περιβάλλον όπου οι αβεβαιότητες, η ρευστότητα, η τοξικότητα, που περισσεύει έτσι κι αλλιώς, και που η πολιτική οξύτητα εντείνεται, η Δικαιοσύνη και η ηγεσία της πρωτίστως έχουν υποχρέωση να σταθούν στο ύψος του ρόλου τους.
Δικαστές και εισαγγελείς που χειρίζονται σημαντικές υποθέσεις με αυτονόητο πολιτικό πρόσημο οφείλουν να κάνουν τη δουλειά τους με μοναδικό γνώμονα τον νόμο, με ενέργειες και αποφάσεις τεκμηριωμένες, για να μην πέφτει κι άλλο νερό στον μύλο της απαξίωσης του δικαστικού θεσμού και εν τέλει των ίδιων των δικαστικών λειτουργών.
Οι εξελίξεις των τελευταίων ετών δυστυχώς αποδεικνύουν πως το πράγμα έχει ξεφύγει. Πρωτίστως η πολιτική αλλά και η ίδια η Δικαιοσύνη έχουν μερίδιο ευθύνης για την απαξίωση του δικαστικού θεσμού.
Προς τούτο, οι αυστηρές τοποθετήσεις, τελευταίως, της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, που επιχειρούν να προστατεύσουν βαλλόμενους δικαστικούς και εισαγγελείς, δείχνουν πως μέσα στο δικαστικό σώμα υπάρχουν πια δυνάμεις που λένε «στοπ» στην ενοχοποίηση των δικαστικών λειτουργών και στην ατεκμηρίωτη κριτική στη Δικαιοσύνη για πολιτικούς λόγους. Αντίδραση από δικαστικής πλευράς που απαντά σε πολιτικές ακρότητες και σε ανάμειξη της Δικαιοσύνης ανοικτά σε πολιτικές επιδιώξεις, αντίδραση που ωστόσο δεν μπορεί να εξαντληθεί σε συντεχνιακή κάλυψη.
