Το βαθύ αποτύπωμα του Γιούργκεν Χάμπερμας

Γράφουν στο ΒΗΜΑ οι Νίκος Τσίρος, νομικός σύμβουλος του Κράτους στο ΝΣΚ, υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, Γκόλφω Μαγγίνη, καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, και Αντώνης Μεταξάς, καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Το βαθύ αποτύπωμα του Γιούργκεν Χάμπερμας

Ενας πολυδιάστατος στοχαστής του 20ού αιώνα

Του Μάρκου Καρασαρίνη

«Ενας μοντέρνος ουτοπιστής σε μια μεταμοντέρνα δυστοπία». Ο χαρακτηρισμός του Στιούαρτ Τζέφρις για τον Γιούργκεν Χάμπερμας (1929-2026) στη νεκρολογία του στον «Guardian» της 15ης Μαρτίου αποτυπώνει με απόλυτη ευστοχία τη θέση του γερμανού φιλοσόφου στο τέλος της ζωής του: ο εισηγητής της έννοιας της δημόσιος σφαίρας, ο υπερασπιστής του «αξιόπιστου πυρήνα» του Διαφωτισμού, ο υπέρμαχος της δυνατότητας του ορθολογικού διαλόγου να διαμορφώσει το δημοκρατικό μέλλον των πολιτών αφενός βρέθηκε στο στόχαστρο των μεταμοντερνιστών που θεωρούσαν την αισιοδοξία του άτοπη και απέρριπταν τον αιώνα των Φώτων ως εγκαθίδρυση δομών εξουσίας που οδήγησαν στο Ολοκαύτωμα, αφετέρου έζησε για να βιώσει την επιστροφή του αυταρχισμού και την κρίση της δημοκρατίας.

Σοσιαλιστής, διεθνιστής, ουμανιστής, ο Χάμπερμας αναζήτησε, όπως επεσήμανε και ο ίδιος, μια «νέα κατηγορική προσταγή» στον μεταπολεμικό κόσμο. Την επεδίωξε όχι μόνο με ευρύτατο επιστημονικό έργο που εκτείνεται από την κοινωνιολογία, την αισθητική και την επιστημολογία ως την επικοινωνία, την ψυχολογία και τη θεολογία, αλλά και με τη διαρκή παρουσία του ως δημόσιου διανοούμενου στις σελίδες του Τύπου.

Δεν απέφυγε να συνομιλήσει με πρόσωπα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους όσο ο Ζακ Ντεριντά και ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄, δεν δίστασε στον περίφημο Historikerstreit να αντιπαρατεθεί στους συντηρητικούς ιστορικούς που με επικεφαλής τον Ερνστ Νόλτε αρνούνταν το βάρος της γερμανικής ενοχής για το Ολοκαύτωμα απορρυπαίνοντας τον ναζισμό ως υποτιθέμενη αντίδραση στον κομμουνισμό. Αν η πίστη του ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση θα ήταν το αντίδοτο στον παγκόσμιο καπιταλισμό και τον εθνικισμό μοιάζει εκ των υστέρων τραυματισμένη από τις διαψεύσεις της μεταψυχροπολεμικής εποχής, αυτό δεν αναιρεί την τόλμη του πειράματος ούτε τη δική του πνευματική γενναιότητα.

Ο Γιούργκεν Χάμπερμας τάχθηκε ρητά υπέρ προγραμμάτων που θεωρούσε ότι απέβλεπαν «στην άσκηση συλλογικής επιρροής [των πολιτών] στο κοινωνικό τους πεπρωμένο». Τα 14.000 βιβλία και άρθρα που συγκροτούν τη βιβλιογραφία γύρω από τις ποικίλες πτυχές του στοχασμού του είναι αψευδής μάρτυρας για τον αντίκτυπό του. Και η θέση του για την αξία του δημοκρατικού σχεδίου ακούγεται διπλά επίκαιρη στο σημερινό πολιτικό περιβάλλον της αμφισβήτησής του: «Αν κατάφερα να διατηρήσω ένα μικρό υπόλειμμα της ουτοπίας, αυτό είναι σίγουρα η ιδέα ότι η δημοκρατία μπορεί να κόψει τον Γόρδιο Δεσμό των άλυτων προβλημάτων. Δεν λέω ότι θα το επιτύχουμε, δεν γνωρίζουμε καν αν η επιτυχία είναι δυνατή. Αλλα ακριβώς επειδή δεν το γνωρίζουμε, επιβάλλεται να δοκιμάσουμε».

Μετασχηματισμοί της πολιτικής νομιμοποίησης

Του Νίκου Τσίρου

Σε όλη τη διάρκεια της επιστημονικής διαδρομής του, το ενδιαφέρον του Χάμπερμας για τη νομιμοποίηση των δημοκρατικών πολιτευμάτων υπήρξε σταθερό και απαραμείωτο. Η πολιτική νομιμοποίηση, ως κεντρική έννοια της πολιτικής θεωρίας, αναλύεται ήδη από τη δεκαετία του 1970 στο έργο του, όταν και αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα των κρίσεων του λεγόμενου ύστερου καπιταλισμού, σύμφωνα με τη νεομαρξιστική ορολογία εκείνης της περιόδου. Στη συνέχεια διακλαδώνεται με θεωρητικές εκλεπτύνσεις, που οδηγούν στο μεγαλεπήβολο σχεδίασμα μιας θεωρίας της επικοινωνιακής δράσης τη δεκαετία του 1980, οπότε η νομιμοποίηση συνδέεται με τα προβλήματα της ατελούς, κοινωνικής ολοκλήρωσης στο περιβάλλον των πολυσύνθετων και, εν πολλοίς, κατακερματισμένων κοινωνιών της εποχής μας. Το όψιμο έργο του σημαδεύεται στη δεκαετία του 1990 από τη στροφή του στην κατεύθυνση μιας νεοκαντιανής φιλοσοφίας του δικαίου. Στο πλαίσιο αυτής της στροφής, η νομιμοποίηση καταλήγει στην απόπειρα κανονιστικής ενσωμάτωσης των ανθρώπινων δικαιωμάτων εντός του πυρήνα της διαλογικής θεωρίας του. Η έννοια συμπλέκεται με διεθνιστικά αιτήματα υλοποίησης των ανθρώπινων δικαιωμάτων στο οικουμενικό περιβάλλον διεθνών, πέραν των στενών ορίων του κράτους, έννομων τάξεων. Τούτων δοθέντων, είναι χρήσιμο να εξετάσουμε συνοπτικά τους μετασχηματισμούς της έννοιας στο έργο του:

  1. Με αφετηρία το έργο του Προβλήματα νομιμοποίησης στον ύστερο καπιταλισμό (1973) ο Χάμπερμας αναλύει τις κρίσεις νομιμοποίησης στον ύστερο καπιταλισμό. Η επιλογή του όρου δεν είναι τυχαία, καθώς μέσω αυτού επιχειρείται μια ανάλυση των ιδεολογικών συντεταγμένων, που οδηγούν στην ευρεία αποπολιτικοποίηση των πολιτών της μεταπολεμικής Δύσης. Αλλωστε, η ανάλυση διαδραματίζεται σε μια εποχή όπου η ταξική σύγκρουση όφειλε να παραμείνει με όρους μαρξιστικής παράδοσης λανθάνουσα, επιτρέποντας την παράλληλη επίτευξη του ψευδεπίγραφου οράματος ενός μαζικού, καταναλωτικού ευδαιμονισμού. Ο Χάμπερμας διακρίνει σε οικονομικές κρίσεις (με σημείο προέλευσης το οικονομικό σύστημα), σε κρίσεις ορθολογικότητας και σε κρίσεις νομιμοποίησης (με σημείο προέλευσης αμφοτέρων το πολιτικό σύστημα) και σε κρίσεις κινήτρων των πολιτών (με σημείο προέλευσης το κοινωνικό και πολιτισμικό σύστημα). Στο πρώιμο αυτό έργο, ο γερμανός φιλόσοφος εγείρει ένα καθολικό κριτήριο θεμελίωσης της πολιτικής νομιμοποίησης μέσω της δυνατότητας ανεύρεσης της αλήθειας των αξιώσεων ισχύος από όσους συμμετέχουν ισότιμα στον σχηματισμό της συλλογικής πολιτικής βούλησης.
  2. Στο έργο του Για την ανακατασκευή του ιστορικού υλισμού (1976) ο Χάμπερμας ασκεί μια διευρυμένη κριτική στον ιστορικό και διαλεκτικό υλισμό, επιχειρώντας, μεταξύ άλλων, να εγείρει μια φιλοσοφική ανθρωπολογία του υποκειμένου της επικοινωνίας, που, κατά την άποψή του, παρέμεινε υποανάπτυκτη στο έργο του Μαρξ. Προβαίνει σε έναν ανακατασκευαστικό ορισμό της νομιμοποίησης, ορίζοντάς την ως την ικανότητα μιας πολιτικής τάξης να αναγνωρίζεται ως άξια αποδοχής από τους πολίτες της, επειδή τους προσφέρει καλά επιχειρήματα ώστε να εμφανίζεται ως ορθή και δίκαιη απέναντί τους. Η κρίσιμη ιδέα είναι ότι η επιτυχία μιας ορθολογικής συζήτησης δεν τίθεται για πρώτη φορά στα αποτελέσματα ενός διαλόγου, αλλά ότι υφίσταται ήδη εγκατεστημένη στις βαθύτερες δομές της επικοινωνιακής δράσης.
  3. Στη δεκαετία του 1980 ο Χάμπερμας δημοσιεύει το δίτομο έργο του Θεωρία της επικοινωνιακής δράσης (1981). Στο έργο αυτό αναδεικνύεται η βασική διάκριση μεταξύ των συστημάτων, νοούμενων ως στρατηγικών μορφών δράσης, όπως, π.χ., της πολιτικής εξουσίας και του χρήματος και του βιόκοσμου, νοούμενου ως το πολιτισμικό όλον και το υπόβαθρο της ανθρώπινης επικοινωνίας. Η επικοινωνία ανάγεται σε αυτόνομο τύπο της κοινωνικής δράσης και καταβάλλεται προσπάθεια να εξηγηθεί η ένταση μεταξύ συστήματος και βιόκοσμου, η οποία οδηγεί σε μια διαρκή συρρίκνωση της επικοινωνίας, ήτοι στη λεγόμενη αποικιοποίηση του βιόκοσμου από τα εργαλειακά συστήματα της πολιτικής και της οικονομίας. Η δυσοίωνη αυτή τάση εξηγεί, εν πολλοίς, τις λεγόμενες παθολογίες της κοινωνικής ζωής.
  4. Ακολούθως, στο έργο του Το πραγματικό και το ισχύον (1998) ο Χάμπερμας επιχειρεί να αναπτύξει μια διαλογική θεωρία της πολιτικής και του δικαίου. Αυτόματα, η συζήτηση περί πολιτικής νομιμοποίησης εμπλέκει τα ανθρώπινα δικαιώματα στο πεδίο της ηθικοκανονιστικής θεμελίωσης του δημοκρατικού κράτους δικαίου. Με την παγίωση της στροφής στην κατεύθυνση της φιλοσοφίας του δικαίου, ο Χάμπερμας εκκινεί από τη δυναμική της προϊούσας εκνομίκευσης των ανθρώπινων δικαιωμάτων, αλλά δεν αρκείται σε αυτήν: Στο ύστερο πλέον έργο του δεν διστάζει να οντολογικοποιήσει την έννοια των δικαιωμάτων, συνδέοντάς τα με την έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ως ηθικής πηγής θεμελίωσής τους, που προβάλλει ως ικανή να υπερασπισθεί το οικουμενικό σχέδιο της πολιτικής νομιμοποίησης, υπερεθνικών πολιτικών τάξεων. Με τρόπο ουτοπικό, πλην αρκούντως διεθνιστικό, ολοκληρώνεται η συμβολή του στην έννοια της πολιτικής νομιμοποίησης εντός του πεδίου της μοντέρνας, κοινωνικής φιλοσοφίας.

Ο κύριος Νίκος Τσίρος είναι νομικός σύμβουλος του Κράτους στο ΝΣΚ, υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

Το ατελές πρόγραμμα του Διαφωτισμού

Της Γκόλφως Μαγγίνη

Σε διάλεξη του 2000, επ’ αφορμή της απονομής σε αυτόν του βραβείου Dr. Margrit-Egnér, ο Γιούργκεν Χάμπερμας (1929-2026) κάνει μνεία σε μια καίρια διατύπωση του δασκάλου του στo Iνστιτούτο Κοινωνικής Ερευνας της Φρανκφούρτης τη δεκαετία του ’50 T.A. Αντόρνο, o oποίος γράφει στα Minima Moralia ότι η διδασκαλία για την ορθή ζωή, ως το κατεξοχήν πεδίο της φιλοσοφίας εδώ κι αιώνες, έχει καταλήξει να είναι μια «θλιμμένη επιστήμη», καθότι το καλύτερο που μπορεί να μας προσφέρει είναι «στοχασμούς από μια φθαρμένη ζωή».

Εντούτοις, ο Χάμπερμας, ο οποίος από νωρίς πήρε τις αποστάσεις του από τους προκατόχους του κοινωνικούς θεωρητικούς της Σχολής της Φρανκφούρτης, θέτει ως επιτακτική ανάγκη την έξοδο από τον πολιτισμικό πεσιμισμό αλλά και, τρόπον τινά, την παραίτηση από τα προτάγματα του Διαφωτισμού που ενθάρρυναν αυτοί οι κριτικοί της νεωτερικότητας. Ενώ δεν είναι δυνατό, κι ούτε επιθυμητό, να απαιτεί κανείς από τον φιλόσοφο περιεκτικές απαντήσεις για το τι συνιστά τον «αγαθό βίο» σε αντιδιαστολή προς τον «αποτυχημένο βίο», απαντήσεις που θα απαιτούσαν την προσχώρηση σε μια ορισμένη κοσμοθεώρηση, εντούτοις, ο φιλόσοφος δεν πρέπει να ακυρώνεται, και ακόμη περισσότερο να ακυρώνει εαυτόν, ως ηθικός στοχαστής, καθώς παραμένει σε αυτόν μια βασική λειτουργία, που δεν είναι άλλη από την κριτική λειτουργία.

Πώς ασκείται, όμως, η κριτική λειτουργία στη όψιμη νεωτερική εποχή, την εποχή της «μετα-μεταφυσικής» σκέψης; Στη μακρά πνευματική διαδρομή του εντός κι εκτός Γερμανίας ο Χάμπερμας άσκησε την κριτική λειτουργία μέσα από έναν ζωντανό διάλογο με την κοινωνία, τις ανάγκες και τα προβλήματά της, σε ένα πνεύμα που υπερέβαινε πάντοτε τις αξιώσεις μιας μονοδιάστατης κριτικής της εποχής. Διερχόμενος από τις διάφορες φάσεις του έργου του, με επίκεντρο την εκπόνηση του προγράμματος μιας καθολικής πραγματολογίας και, στη συνέχεια, μιας θεωρίας του επικοινωνιακού πράττειν, ο Χάμπερμας επιχειρεί να ενεργοποιήσει το δυναμικό του Διαφωτισμού, αυτού του ατελούς προγράμματος της νεωτερικότητας το οποίο οι πολέμιοί του πασχίζουν να κηρύττουν ατελέσφορο και λήξαν.

Υπ’ αυτή την έννοια, η κριτική φιλοσοφία του λειτουργεί παραδειγματικά για το τι μπορεί – και οφείλει – να είναι μια φιλοσοφική κριτική θεωρία της κοινωνίας, η οποία επιμένει, προκειμένου ακριβώς να ασκεί αξιόπιστα την κριτική της λειτουργία, να είναι ουσιωδώς και προγραμματικά «ανεπίκαιρη»· πάντοτε σε εγρήγορση για τις απαιτήσεις των καιρών, αν και αρνούμενη να πάρει θέση και να υιοθετήσει μια περιεκτική κοσμοθεώρηση ή ένα συλλογικό πλάνο ζωής. Αυτή η εγρήγορση μπορεί να μην επιτρέπει στην κριτική φιλοσοφία να απαντήσει σε ερωτήματα αυτοπραγμάτωσης, με άλλα λόγια, σε ερωτήματα για το «αγαθό», την καθιστά, εντούτοις, κατεξοχήν αρμόδια για ζητήματα αυτοπροσδιορισμού, έτσι ώστε να λειτουργήσει αντισταθμιστικά στην ευαλωτότητα των υποκειμένων στις όψιμες νεωτερικές κοινωνίες.

Οι θεωρητικές αντιπαραθέσεις του Χάμπερμας με όσους ενστερνίζονται όψεις του «αντι-διαφωτισμού» ένθεν και ένθεν – είτε στη συντηρητική εκδοχή τους, λ.χ., σε θεωρητικά ρεύματα που επικαλούνται την επιστροφή σε προνεωτερικά πνευματικά μορφώματα στο όνομα μιας παραδοσιοκρατίας, είτε στην προοδευτική εκδοχή τους, λ.χ., σε μεταστρουκτουραλιστικά φιλοσοφικά ρεύματα, όπως η αποδόμηση και η φιλοσοφία της διαφοράς – διατρέχουν σταθερά τη μακρά φιλοσοφική διαδρομή του, ενώ μετασχηματίζονται παράλληλα συμβαδίζοντας με το ad hoc ιστορικό επείγον αλλά και την ευρύτερη πολιτισμική συγκυρία. Από την περίφημη «διένεξη των ιστορικών» στη Γερμανία της δεκαετίας του ’80 στις πιο πρόσφατες κριτικές του, αλλεπάλληλες είναι οι δημόσιες τοποθετήσεις του για το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, τα ζητήματα ευγονικής στο πλαίσιο αντιπαραθέσεων γύρω από τη βιοηθική, τη νέα ισορροπία του θρησκευτικού με το κοσμικό στοιχείο σε μια εποχή που κατανοεί εαυτόν πλέον ως «μετακοσμική», τέλος, για την εισβολή των ψηφιακών τεχνολογιών στη δημόσια πολιτική σφαίρα με αποτέλεσμα τον ριζικό μετασχηματισμό της.

Οι θέσεις του γερμανού φιλοσόφου και δημόσιου διανοουμένου φαίνεται να θέτουν στο επίκεντρο, με κάθε νέα πρόκληση της εποχής, το ερώτημα για τη διάκριση μεταξύ «ορθού» (right) και «αγαθού» (good), «ηθικού» (moralish) και «εθικού» (ethisch). Η διάκριση αυτή δεν έχει μια στενή τεχνική φιλοσοφική σημασία, στο μέτρο που αφορά την επεξεργασία της διαλογικής ηθικής του καθώς και τη συνακόλουθη διαλογική θεωρία του για το δίκαιο. Στην πραγματικότητα, η διάκριση αυτή διατρέχει τόσο το φιλοσοφικό του έργο όσο και στις παρεκβάσεις του στη δημόσια σφαίρα, καθώς η ένταση μεταξύ «ορθού» και «αγαθού» οριοθετεί τα πεδία της ηθικής και του δικαίου, με ορατές εκβολές στην κοινωνία και την πολιτική. Παρ’ όλες τις κριτικές που δέχθηκε, το παράδειγμα της διυποκειμενικής συναίνεσης που πρότεινε στο πλαίσιο της θεωρίας του επικοινωνιακού πράττειν παραμένει ένα ενεργό θεωρητικό διακύβευμα όχι μόνο για τη φιλοσοφία και την κοινωνική θεωρία αλλά και για την ευρωπαϊκή δημόσια σφαίρα, στο μέτρο που αυτή επιμένει να ενσωματώνει, παρά τη δυσοίωνη παγκόσμια ιστορική συγκυρία, την ηθική και πολιτική κληρονομιά του Διαφωτισμού.

Η κυρία Γκόλφω Μαγγίνη είναι καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Ο συνταγματισμός και η μελαγχολία

Του Αντώνη Μεταξά

O θάνατος του Γιούργκεν Χάμπερμας σηματοδοτεί ένα «τέλος εποχής». Μιας εποχής, η οποία εντούτοις χαρακτηρίζεται από τη ριζική αναδιάταξη των δεδομένων αλλά και επίταση της επικαιρότητας των μειζόνων ερωτημάτων, στην προσπέλαση των οποίων αφιέρωσε την πολυετή, συστηματική αλλά και τόσο επιδραστική, εισφορά της σκέψης και του πολυσχιδούς έργου του. Μαζί του κλείνει ένα κεφάλαιο της Κριτικής Θεωρίας, σχεδόν εκατό χρόνια αφότου η Σχολή της Φρανκφούρτης άρχισε να διαμορφώνεται στις επαχθείς αλλά φιλοσοφικά γόνιμες ιστορικές συνθήκες της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Η προσήλωση του Χάμπερμας στη φιλοδοξία του Διαφωτισμού (Aufklärung) να θεμελιώσει ηθικές αξιώσεις, ηχεί σήμερα εμπειρικά παράταιρα σ’ έναν κόσμο όπου εξαπλώνονται ραγδαία ο δομικός ανορθολογισμός και η υπονόμευση στοιχειωδών κανόνων της ανθρώπινης συνύπαρξης διεθνώς.

Επικεντρωνόμενος στα του γνωστικού μου αντικειμένου, το έργο του Χάμπερμας επηρέασε σημαντικά τη θέαση των μελετητών της ευρωπαϊκής ενοποιητικής προσπάθειας και τα νοητικά μας σχήματα προσπέλασης για την ιδέα και ταυτότητα της Ευρώπης και του ενωσιακού της εγχειρήματος. Η επιρροή του αυτή δεν ήταν επιφανειακή: διαχεόμενη έγινε μέρος των εννοιολογικών μας αντανακλαστικών αλλά και αναλυτικών εργαλείων κατανόησης όπως και δημιουργικής αναδιάταξης των τρόπων προσέγγισής μας για την Ενωση και την ιστορική, θεσμική και νομική της εξελικτική πορεία και αρχιτεκτονική.

Ο ευρωπαϊκός συνταγματισμός συνιστά έναν από τους πλέον κρίσιμους άξονες της συμβολής του Χάμπερμας, καθώς εντάσσεται στο ευρύτερο εγχείρημά του για τη θεμελίωση μιας μεταεθνικής μορφής δημοκρατικής νομιμοποίησης. Σε αντίθεση με τις κλασικές θεωρίες του συνταγματισμού που εδράζονται στο έθνος-κράτος, ο Χάμπερμας επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τη συνταγματική αρχή υπό συνθήκες υπερεθνικής ενοποίησης όπως η επιχειρούμενη στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Κεντρική αφετηρία της συλλογιστικής του αποτελεί η διαπίστωση ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση έχει προχωρήσει σημαντικά στο επίπεδο της οικονομικής και διοικητικής/γραφειοκρατικής ολοκλήρωσης, χωρίς όμως να συνοδεύεται από αντίστοιχη εμβάθυνση της δημοκρατικής της θεμελίωσης. Το διαρθρωτικό αυτό έλλειμμα δεν μπορεί να καλυφθεί μέσω διακυβερνητικών συμβιβασμών ή τεχνοκρατικών διαδικασιών.

Η έννοια του «μεταεθνικού συνταγματισμού» (postnationaler Konstitutionalismus) συνδέεται με την πρόταση του Χάμπερμας για μια συνάρθρωση της εθνικής και της υπερεθνικής κυριαρχίας σ’ ένα σχήμα «διπλής νομιμοποίησης». Από τη μία πλευρά, οι πολίτες παραμένουν μέλη των εθνικών κρατών· από την άλλη, συγκροτούν συλλογικά έναν ευρωπαϊκό Δήμο (demos), ο οποίος συμμετέχει στη διαμόρφωση της πολιτικής βούλησης στο επίπεδο της Ενωσης. Η αρχή αυτή αντανακλάται στην ιδέα ενός ευρωπαϊκού συντάγματος που δεν θα επιβάλλεται «από τα πάνω», αλλά θα προκύπτει μέσα από διαδικασίες δημοκρατικής διαβούλευσης και επικοινωνιακής συναίνεσης.

Στο πλαίσιο αυτό, ο ευρωπαϊκός συνταγματισμός συνδέεται άρρηκτα με την έννοια του «συνταγματικού πατριωτισμού» (Verfassungspatriotismus), την οποία ο Χάμπερμας επεξεργάζεται ως εναλλακτική μορφή συλλογικής ταυτότητας. Σε αντίθεση με τον εθνοπολιτισμικό πατριωτισμό, ο συνταγματικός πατριωτισμός εδράζεται στην προσήλωση σε καθολικές δημοκρατικές αρχές, όπως τα θεμελιώδη δικαιώματα, το κράτος δικαίου και η λαϊκή κυριαρχία. Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, τούτο σημαίνει ότι η πολιτική ενότητα μπορεί να οικοδομηθεί στη βάση κοινών κανονιστικών δεσμεύσεων (Habermas, Die postnationale Konstellation, Frankfurt a.M. 1998).

Η σκέψη του Χάμπερμας σχετικά με την ευρωπαϊκή ενοποίηση, την ευρωπαϊκή δημόσια σφαίρα και τον ευρωπαϊκό συνταγματισμό διατηρεί μέχρι σήμερα αξιοσημείωτη επικαιρότητα, ιδίως υπό το πρίσμα των διαδοχικών κρίσεων που έχουν δοκιμάσει τη συνοχή και τη νομιμοποιητική βάση της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ο Χάμπερμας αντιμετώπισε εξαρχής την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση όχι απλώς ως θεσμικό ή οικονομικό εγχείρημα, αλλά ως κανονιστικό και πολιτικό πρόταγμα, το οποίο προϋποθέτει τη συγκρότηση μιας δημοκρατικής υπερεθνικής τάξης. Στο επίκεντρο της προβληματικής του βρίσκεται η ανάγκη υπέρβασης του αποκλειστικά διακυβερνητικού μοντέλου ενοποίησης και η μετάβαση, ως προελέχθη, σε μια μεταεθνική μορφή δημοκρατικής πολιτικής κοινότητας.

Στα τελευταία του χρόνια, στις δημόσιές του εμφανίσεις ο Χάμπερμας δεν έκρυβε την αυξανόμενη απογοήτευσή του για την κατάσταση του κόσμου στη σύγχρονη εποχή της επανάκαμψης της δημαγωγίας, του ανορθολογισμού και της ηθικής ασυμμετρίας: η έκδηλη δυσθυμία ενός φιλοσόφου που πράγματι δεν επεδίωκε να διατυπώσει θεωρητικές κατασκευές χωρίς αξίωση διαπλαστικής τους επιρροής «επί του πεδίου». Μιλώντας δημόσια πρόσφατα, ο Χάμπερμας επεσήμανε την αυξανόμενη αίσθησή του ότι «όλα όσα είχαν συνθέσει τη ζωή του χάνονταν “βήμα προς βήμα”». Μια στιγμή σύζευξης, φρονώ, της ατομικής του με τη συλλογική μας μελαγχολία.

Ο κύριος Αντώνης Μεταξάς είναι καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version