Σε μια πρόσφατη απόφασή του (Mladina d.d. Ljubljana κατά Σλοβενίας, αρ. 2, προσφ. 43388/17, 13/1/2026) σχετικά με την ελευθερία της έκφρασης και δη της κριτικής σε πολιτικά πρόσωπα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) επιβεβαίωσε τη σταθερή του νομολογία ότι το άρθρο 10 ΕΣΔΑ καλύπτει και προστατεύει και την πολιτική σάτιρα.
Η απόφαση αφορά την καταδίκη σε αποζημίωση ενός εκδότη εβδομαδιαίου πολιτικού περιοδικού, που δημοσίευσε, σε σατιρική στήλη, την οικογενειακή φωτογραφία γνωστού πολιτικού δίπλα σε αντίστοιχη του Γιόζεφ Γκέμπελς. Τα σλοβενικά δικαστήρια έκριναν ότι η οπτική αντιστοίχιση των δύο οικογενειών πρόσβαλε την προσωπικότητα του πολιτικού και δικαιολογούσε κυρώσεις αστικού χαρακτήρα.
Το ΕΔΔΑ, αντίθετα, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 10 ΕΣΔΑ, κρίνοντας ότι η επέμβαση δεν ήταν «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία», επειδή τα εθνικά δικαστήρια δεν κατέληξαν στη σωστή ισορροπία μεταξύ των συγκρουόμενων αγαθών (ελευθερία του Τύπου και προστασία της τιμής και προσωπικότητας), αξιολογώντας σωστά το περιεχόμενο (content) και το συγκείμενο (context) της επίδικης έκφρασης.
Το ΕΔΔΑ επαναλαμβάνει ότι η πολιτική σάτιρα απολαύει προστασίας και ότι η έννομη τάξη πρέπει να αποδέχεται ακόμη και προκλητικές εκφράσεις γνώμης. Εξάλλου, ο Τύπος δεν έχει την επιδραστικότητα του διαδικτύου ή της τηλεόρασης, φτάνει δε στα χέρια ενός κοινού περιορισμένου και εξοικειωμένου με το ύφος του συγκεκριμένου εντύπου. Ιδιαίτερη σημασία έχει η θέση του Δικαστηρίου ότι οι συγκρίσεις με τον ναζισμό δεν είναι εξ ορισμού και άνευ ετέρου απαγορευμένες καθεαυτές, όταν εντάσσονται σε πολιτική κριτική με πραγματική βάση και δεν αποσυνδέονται από το αντικείμενο της δημόσιας συζήτησης.
Η απόφαση αυτή μας θυμίζει το αυτονόητο: ότι τα δημόσια πρόσωπα και ιδίως οι πολιτικοί οφείλουν να επιδεικνύουν αυξημένη ανοχή στην κριτική. Η απόφαση Mladina (No. 2) λειτουργεί έτσι ως ισχυρό νομολογιακό επιχείρημα υπέρ μιας πιο ανεκτικής προσέγγισης στην αιχμηρή, ακόμη και σοκαριστική, πολιτική κριτική εκ μέρους του Τύπου.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τη χώρα μας, που με βάση την έκθεση των Reporters without borders για το 2025 (https://rsf.org/en/index) κατατάσσεται, για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά, στην τελευταία θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης σε θέματα ελευθερίας του Τύπου. Η κακή αυτή επίδοση αποδίδεται ιδίως στη χρήση λογισμικών παρακολούθησης, στις πολιτικές παρεμβάσεις στη λειτουργία των μέσων και στη νομική παρενόχληση, δημοσιογράφων και «ενοχλητικών», ιδίως ερευνητικών, μέσων ενημέρωσης, συχνά με αγωγές SLAPP (Strategic Lawsuit Against Public Participation), δικαστικές δηλαδή ενέργειες που δεν ασκούνται για να δικαιωθεί το φερόμενο ως θύμα, αλλά για να εκφοβίσουν, να εξαντλήσουν οικονομικά και ψυχολογικά, ή να αποθαρρύνουν δημοσιογράφους, μέσα ενημέρωσης, ακτιβιστές ή οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών από το να συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο ή να ασκούν κριτική σε πολιτικά πρόσωπα ή ισχυρά συμφέροντα.
Αν και η ΕΕ (χάρη και στη νομολογία του ΕΔΔΑ) κατέχει εν γένει τα πρωτεία (και) στο πεδίο της ελευθερίας του Τύπου, σε παγκόσμιο επίπεδο η εικόνα είναι πολύ ανησυχητική, δεδομένου ότι σε περισσότερες από τις μισές χώρες του κόσμου οι συνθήκες για τη δημοσιογραφία χειροτερεύουν, εξαιτίας της συγκέντρωσης των μέσων, της πολιτικής πίεσης και της οικονομικής επισφάλειας.
Ωστόσο, η ελευθερία του Τύπου αποτελεί αναφαίρετο θεμέλιο της δημοκρατίας και η διακινδύνευσή της στη χώρα μας (και πέραν αυτής) ενισχύει τη γενικότερη διολίσθηση της τελευταίας, με αργούς αλλά σταθερούς ρυθμούς, συνδεόμενη, όπως και από τη στήλη αυτή έχει επισημανθεί, με μια διαδικαστική απλώς πρόσληψη της δημοκρατίας, ως πλειοψηφικής αρχής, που περνάει μέσα από τον επιχειρούμενο έλεγχο των ανεξάρτητων αρχών, της ελλιπούς ή αργοπορημένης απονομής δικαιοσύνης, του μειωμένου κοινοβουλευτικού ελέγχου και της υποβάθμισης των δυνατών μορφών συμμετοχής των πολιτών στην άσκηση της πολιτικής μεταξύ των εκλογικών αναμετρήσεων.
* Η κυρία Λίνα Παπαδοπούλου είναι καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ
