Αρχές Μαΐου κλειδώνει – εκτός απροόπτου – το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΕΧΠ-ΑΠΕ). Αυτό ανέφερε σε δηλώσεις του τις προηγούμενες ημέρες ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, με την κυβέρνηση να μετρά αντιδράσεις της αγοράς, να «ζυγίζει» οριζόντιες και σημειακές απαγορεύσεις διατηρώντας ανοιχτά κρίσιμα μέτωπα έως την τελευταία στιγμή.
Ζητούμενο για το νέο πλαίσιο είναι το πού θα μπουν οι γραμμές οι οποίες θα καθορίσουν ποια έργα προχωρούν, ποια «παγώνουν», με κομβικό σημείο το πού θα επιτρέπεται τελικά να μπουν ανεμογεννήτριες στη χώρα.
Εγχώριο «καύσιμο»
Το επικαιροποιημένο ΕΧΠ-ΑΠΕ έρχεται σε μια χρονική συγκυρία όπου η ενεργειακή μετάβαση «τρέχει», αλλά η κοινωνική αποδοχή δείχνει να χωλαίνει, την ώρα που οι γεωπολιτικές πιέσεις – με αιχμή τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή – επαναφέρουν με ένταση στο προσκήνιο την ανάγκη για ενεργειακή ασφάλεια και επάρκεια. Σε αυτό το περιβάλλον, οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας προβάλλουν όχι μόνο ως «πράσινη» επιλογή, αλλά και ως το κατεξοχήν εγχώριο «καύσιμο» της χώρας.
Στο επίκεντρο του νέου πλαισίου μπαίνει η χωροθέτηση των αιολικών πάρκων στα νησιά, ένα θέμα που έχει εξελιχθεί σε πεδίο έντονων αντιπαραθέσεων. Το νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ καλείται να «κουμπώσει» με το αντίστοιχο του τουρισμού, αποφεύγοντας συγκρούσεις χρήσεων και δημιουργώντας ένα πιο συνεκτικό μοντέλο ανάπτυξης. Καθοριστικό ρόλο παίζει η κατηγοριοποίηση των νησιών που θέτει το ΕΧΠ-Τουρισμού, το οποίο είχε τεθεί το καλοκαίρι του 2024 σε διαβούλευση (ακόμη δεν έχει υπογραφεί η σχετική υπουργική απόφαση).
Για τα τουριστικά αναπτυγμένα και αναπτυσσόμενα νησιά (την αποκαλούμενη Ομάδα Ι) η κατεύθυνση, όπως αναφέρουν στο «Βήμα» κυβερνητικές πηγές, φαίνεται να έχει σφραγιστεί, τουλάχιστον προς το παρόν, καθώς δεν αποκλείεται να υπάρξουν παρεμβάσεις από το πρωθυπουργικό περιβάλλον, το οποίο έχει ζητήσει να ελέγξει το τελικό κείμενο. Η στρατηγική φαίνεται ότι οδηγεί σε πλήρη απαγόρευση εγκατάστασης αιολικών πάρκων.
Πρόκειται για μια επιλογή με έντονο πολιτικό αποτύπωμα, που επιχειρεί να θωρακίσει περιοχές υψηλής τουριστικής αξίας από περαιτέρω επιβαρύνσεις και να λειάνει διαμαρτυρίες τοπικών παραγόντων. Σε αυτή την ομάδα περιλαμβάνονται 46 νησιά: Μύκονος, Σαντορίνη, Πάρος, Νάξος, Κως, Ρόδος, Σύρος, Τήνος, Σπέτσες, Αίγινα, Αμοργός, Μήλος, Ανδρος, Πάτμος, Χίος κ.ά.

Ρευστή εικόνα
Αντίθετα, για την Ομάδα ΙΙ, δηλαδή τα υπόλοιπα κατοικημένα νησιά, η εικόνα παραμένει ρευστή. Η επικρατέστερη προσέγγιση, σύμφωνα με πληροφορίες, είναι να επιτρέπονται έργα εκεί όπου υπάρχει σημαντικό αιολικό δυναμικό, όπως αποτυπώνεται στον σχετικό χάρτη του Κέντρου ΑΠΕ (ΚΑΠΕ), ώστε να αποφεύγονται επενδύσεις με προοπτική χαμηλής απόδοσης.
Στην Ομάδα ΙΙΙ, που περιλαμβάνει ακατοίκητα νησιά και βραχονησίδες, δεν προκρίνεται οριζόντια απαγόρευση. Αντίθετα, εξετάζεται επιβολή συγκεκριμένων περιορισμών, πιθανώς με βάση γεωγραφικά, περιβαλλοντικά και γεωπολιτικά κριτήρια, με την κυβέρνηση να επιχειρεί μια πιο «χειρουργική» προσέγγιση.
Ανοιχτό παραμένει ακόμη το ζήτημα των ορεινών όγκων. Το υψόμετρο πάνω από το οποίο θα απαγορεύεται η εγκατάσταση ανεμογεννητριών εξακολουθεί να μην έχει προσδιοριστεί. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι αναμένονται παρεμβάσεις της τελευταίας στιγμής από το Μαξίμου, σε μια προσπάθεια να περιοριστούν οι διαμαρτυρίες που καταγράφονται σε πολλές περιοχές της χώρας.
«Πήχης» ωριμότητας
Κομβικής σημασίας θεωρούνται και οι μεταβατικές διατάξεις. Το ερώτημα που κυριαρχεί είναι κρίσιμο και αφορά τα έργα που θα μπορούν να συνεχίσουν με το παλιό καθεστώς και εκείνα που θα υπαχθούν στο νέο. Ο σχεδιασμός φαίνεται να περιλαμβάνει έναν «πήχη» ωριμότητας, αν και δεν έχει αποφασιστεί το πού θα τοποθετηθεί. Ξεκάθαρη πάντως είναι η πρόθεση να εξαιρεθούν από τις νέες προβλέψεις μονάδες ΑΠΕ που ήδη λειτουργούν, κατασκευάζονται ή έχουν εξασφαλίσει περιβαλλοντική αδειοδότηση.
Ωστόσο, το μεγάλο «αγκάθι» αφορά την τύχη επενδύσεων ΑΠΕ που βρίσκονται ένα βήμα πριν από την τελική έγκριση περιβαλλοντικών όρων. Πρόκειται για έργα που έχουν περάσει τη διαδικασία διαβούλευσης, αλλά ενδέχεται να βρεθούν ξαφνικά σε περιοχές αποκλεισμού. Σε κάθε περίπτωση, επιδίωξη του ενεργειακού επιτελείου της κυβέρνησης είναι η διαμόρφωση ενός πλαισίου ικανού να «αντέξει» στις αίθουσες των δικαστηρίων. Αλλωστε ένα ασταθές θεσμικό περιβάλλον λειτουργεί αποτρεπτικά και για τους επενδυτές.
Επιπλέον, το ισχύον πλαίσιο χρονολογείται από το 2009 και έχει ξεπεραστεί από τις τεχνολογικές εξελίξεις καθώς απουσιάζουν από αυτό νέες μορφές ηλεκτροπαραγωγής, όπως τα υπεράκτια αιολικά και οι υποδομές αποθήκευσης ενέργειας, που αποτελούν καίριο «κρίκο» για τη σταθερότητα ενός συστήματος βασισμένου στις ΑΠΕ.
Αρα, το νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ καλείται να απαντήσει και σε αυτά τα μέτωπα, μέσα σε ένα περιβάλλον όπου οι αντιδράσεις απέναντι στις ενεργειακές υποδομές δεν υποχωρούν και σε ορισμένες περιπτώσεις εντείνονται.
***
H ενέργεια πυλώνας γεωπολιτικής ισχύος και ασφάλειας
Το Βιβλίο του Κωστή Σταμπολή και η μελέτη του ΙΕΝΕ
Μια σφαιρική προσέγγιση των ενεργειακών εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης συγκροτούν το βιβλίο «Η Ελλάδα στη Νέα Ενεργειακή Εποχή» του Κωστή Σταμπολή και η μελέτη «South East Europe Energy Outlook 2025/2026» του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ). Και τα δύο έργα αναδεικνύουν ότι η ενέργεια δεν αποτελεί απλώς οικονομικό πόρο, αλλά βασικό πυλώνα γεωπολιτικής ισχύος και ασφάλειας. Ο κ. Σταμπολής, πρόεδρος του ΙΕΝΕ, μέσα από τη διεξοδική ανάλυση της ενεργειακής κρίσης 2021-2022, φωτίζει τις βαθύτερες αιτίες των αναταράξεων και τον στρατηγικό ρόλο της Ελλάδας ως ενεργειακού κόμβου σε Βαλκάνια και Ανατολική Μεσόγειο. Αντίστοιχα, το Outlook του ΙΕΝΕ των περίπου 1.250 σελίδων (συμμετείχαν 27 επιστήμονες-αναλυτές με επικεφαλής τον κ. Σταμπολή) επεκτείνει αυτή τη θεώρηση σε περιφερειακό επίπεδο, αναδεικνύοντας τις ανισορροπίες στην ενεργειακή ασφάλεια, τις μεγάλες επενδυτικές ανάγκες και την επίμονη εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα.
Η σύνδεση με τα γεγονότα στη Μέση Ανατολή είναι καθοριστική. Οι συγκρούσεις και οι γεωπολιτικές εντάσεις στην περιοχή επηρεάζουν άμεσα τις ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενισχύοντας την αστάθεια των τιμών και την αβεβαιότητα στον εφοδιασμό. Σε αυτό το περιβάλλον, οι επισημάνσεις τόσο του βιβλίου όσο και του Outlook για διαφοροποίηση πηγών, ενίσχυση υποδομών και ανάπτυξη διασυνδέσεων αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Παράλληλα, και τα δύο έργα αναγνωρίζουν την πρόοδο στην ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και των νέων τεχνολογιών, χωρίς να υποτιμούν τη «βαρύτητα» των παραδοσιακών καυσίμων. Η ενεργειακή μετάβαση παρουσιάζεται ως μια σύνθετη και μακροχρόνια διαδικασία, επηρεαζόμενη όχι μόνο από τεχνολογικούς αλλά και από γεωπολιτικούς παράγοντες. Συνολικά, η ανάλυση του Σταμπολή και τα ευρήματα του ΙΕΝΕ συγκλίνουν σε ένα βασικό συμπέρασμα: σε έναν κόσμο αυξανόμενων εντάσεων, ιδίως στη Μέση Ανατολή, η ενεργειακή στρατηγική αποτελεί κρίσιμο εργαλείο εθνικής και περιφερειακής σταθερότητας.