Μακριά από την εικόνα της ιδανικής οικογένειας, το «Εχω παιδιά» επιμένει να αφηγείται την καθημερινότητα όπως είναι: χαοτική, ατελής, γεμάτη στιγμές τρυφερότητας, με πολύ χιούμορ. «Φέτος οι σεναριογράφοι σκέφτηκαν να δημιουργήσουν κι άλλες παγίδες, οπότε το σύμπαν έχει γίνει ακόμα πιο δύσκολο και το χιούμορ έχει επεκταθεί» αναφέρει ο Βασίλης Μαυρογεωργίου. Ο πρωταγωνιστής της κωμικής σειράς του MEGA (κάθε Κυριακή στις 21.00) μιλάει για τον χαρακτήρα του, τη σημασία των σχέσεων στο πλατό και το νέο θεατρικό έργο που σκηνοθετεί.
Τώρα που γνωρίζετε καλύτερα τον ήρωά σας πώς θα τον περιγράφατε;
«Εχει πάρα πολλές παραξενιές ο Μιχάλης και πάρα πολλά μικρά ελαττώματα. Πολλές φορές σκέφτομαι πώς τον αντέχει η Σάρα (γελάει). Είναι πολύ γκρινιάρης, δεν είναι καλός στο να χειρίζεται δυσκολίες και στο να διαπραγματεύεται, έχει ελαττώματα με την καθαριότητα και θέλει όλα να είναι στην εντέλεια. Παρ’ όλη την τρέλα που κουβαλάει, είναι πολύ τρυφερός και νοιάζεται πάρα πολύ για τους άλλους. Πραγματικά δίνει περισσότερα για τους άλλους παρά για τον εαυτό του. Σε καμία περίπτωση δεν νιώθω τόσο ανιδιοτελής όσο αυτός».
Εχετε κοινά χαρακτηριστικά;
«Κατ’ αρχάς, ζώντας με αυτόν τον χαρακτήρα εδώ και αρκετό καιρό, έχει βγει μπροστά και η δικιά μου παραξενιά και γκρίνια. Εχει οξυνθεί λίγο και η αίσθηση της καθαριότητας. Θέλω τα πράγματα να είναι συνεχώς στην εντέλεια και εκνευρίζομαι όταν δεν είναι. Σκέφτομαι πολλές φορές ότι φτιάχνεις έναν χαρακτήρα δίνοντάς του στοιχεία του εαυτού σου, μετά όμως συνειδητοποιείς ότι έχεις πάρει κι από αυτόν στοιχεία.
Οταν περνάτε τόσες ώρες καθημερινά μαζί αναπόφευκτα επηρεάζεσαι κι εσύ από εκείνον. Το πιο ωραίο χαρακτηριστικό της τηλεόρασης είναι οι σχέσεις μεταξύ των χαρακτήρων και των ηθοποιών φυσικά, που κάποια στιγμή χάνεις και την μπάλα, ταυτίζεσαι με αυτό που συμβαίνει με τους άλλους ανθρώπους εκεί και δεν σκέφτεσαι ότι παίζεις. Είμαστε οι ρόλοι μας, μόνο και μόνο που συναντιόμαστε στο πλατό».
Υπάρχει κάτι από τον τρόπο που δουλεύετε στο θέατρο που σας βοήθησε στην τηλεόραση;
«Ο τρόπος που δουλεύω στο θέατρο έχει να κάνει πάρα πολύ με το χτίσιμο των σχέσεων. Σαν σκηνοθέτης αλλά και σαν ηθοποιός, πιστεύω ότι ο ρόλος ενός ηθοποιού καταλήγει να είναι μια ισορροπία σχέσεων μεταξύ των χαρακτήρων πάνω στη σκηνή. Οι ρόλοι δεν είναι αυθύπαρκτοι, προκύπτουν μέσα από τις κοινωνικές σχέσεις, όπως συμβαίνει και στη ζωή. Με την Ευγενία έχουμε βρει μια πολύ ωραία ισορροπία, είναι σαν οι ενέργειες να αλληλοσυμπληρώνονται, όπως και οι ρόλοι μας. Βέβαια πιστεύω πάντα ότι για να λειτουργήσει αυτό πρέπει να είναι από γραφής πολύ καλές οι σχέσεις. Τίποτα δεν λειτουργεί αν αυτά τα πράγματα δεν είναι γραμμένα σωστά».
Η σειρά άλλαξε τη γνώμη που είχατε για την τηλεόραση;
«Πάρα πολύ. Ποτέ δεν ήμουν φαν της τηλεόρασης και αντιστεκόμουν κιόλας να μπω στη διαδικασία να συνεργαστώ. Τη γνώμη μου άλλαξε ο τρόπος δουλειάς, γιατί έχω την τύχη να βρίσκομαι σε μια πολύ καλή επαγγελματική συνθήκη από τον σκηνοθέτη μας, Διονύση Φερεντίνο, που κάνει τους ηθοποιούς να νιώθουν τρομερή δημιουργικότητα και ελευθερία ενώ ταυτόχρονα συντονίζει όλο το συνεργείο, τον διευθυντή φωτογραφίας Ακη Γεωργίου… καταλαβαίνεις ότι γίνεται πολλή δουλειά σε όλα τα επίπεδα ώστε να υπάρχει ένα ολοκληρωμένο και άρτιο αποτέλεσμα από άποψη εικόνας, μοντάζ, φωτογραφίας. Αισθάνεσαι ότι γίνεται σοβαρή καλλιτεχνική δουλειά και ότι υπάρχει καλή διάθεση και σεβασμός από όλους προς όλους».
Η επιτυχία της σειράς επανέφερε τις οικογενειακές σειρές στις οθόνες μας. Πού οφείλεται αυτό;
«Νομίζω ότι το ενδιαφέρον του θεατή κάνει πάντα έναν κύκλο. Κι εγώ σαν θεατής ψάχνω τι να δω ανάλογα με τι φάση στην οποία βρίσκομαι: τώρα θέλω να δω θρίλερ, μετά από δύο μήνες θα θέλω να δω μια κωμωδία, να γελάσω. Επίσης είχε καιρό να παιχτεί στην τηλεόραση μια οικογενειακή κωμωδία, άρα ήρθαμε σαν κάτι καινούργιο. Ακόμη παίζει ρόλο η πολύ έξυπνη συνθήκη της συνύπαρξης πολύ διαφορετικών χαρακτήρων που ο καθένας έχει τις δικές του ανάγκες και τις δικές του παραξενιές. Αυτοί οι διαφορετικοί κόσμοι λειτουργούν με μια πολύ έξυπνη συνθήκη που έχει φτιάξει ο Λάμπρος Φισφής, σαν τον παιδικό νόμο του Μέρφι.
Προφανώς ο Λάμπρος τα έχει ζήσει αυτά, δεν θέλω να πω κάτι κακό για τις κόρες του, αλλά συνέχεια λέει: “Νομίζεις ότι μπορείς να χειριστείς την κατάσταση, αλλά ο παράγοντας παιδιά πάντα δημιουργεί μια κατάσταση που χάνεις τον έλεγχο από τα χέρια σου”. Νομίζω ότι η έννοια της απώλειας του ελέγχου, ειδικά στην κωμωδία, είναι κάτι που αρέσει πολύ στον θεατή, όταν πετυχαίνει βέβαια και λειτουργεί σωστά».
Τελικά είναι πιο εύκολο να παίζεις με παιδιά ή να μεγαλώνεις παιδιά;
«Σίγουρα το να παίζεις μαζί τους σε μια σειρά (γελάει). Δεν νομίζω ότι υπάρχει πιο δύσκολο πράγμα από το να μεγαλώνεις παιδιά, απ’ ό,τι δηλαδή έχω καταλάβει από τη σειρά. Η ευθύνη που έχεις απέναντί τους είναι μεγάλη. Το καταλαβαίνουμε και στα γυρίσματα που περνάμε πολλές ώρες μαζί με αυτά τα τρία υπέροχα παιδιά. Τα παιδιά είναι σφουγγάρια και έχεις μια ευθύνη σε σχέση με το τι τους λες κάθε φορά. Με είχε πιάσει μια φάση με την Αμαρυλλίδα και τον Κωνσταντίνο και ήθελα να τους βάζω Λιλιπούπολη γιατί δεν είχαν ακούσει πολύ – εντάξει, είναι και λίγο μακριά τους χρονικά.
Νιώθεις λίγο μια αίσθηση “διαπαιδαγώγησης”, αλλά ακριβώς επειδή τα παιδιά έχουν μια τρομερή δύναμη ελπίδας μέσα τους – τα βλέπεις να μεγαλώνουν και λες αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν τον κόσμο καλύτερο – αντιλαμβάνεσαι την ευθύνη που έχουμε οι πιο μεγάλοι ότι μπορούμε να τους μεταλαμπαδεύσουμε κάτι καλό. Σίγουρα οι γονείς έχουν στιγμές με τα παιδιά που κουράζονται. Τραβάνε ένα τρομερό κουπί. Δεν είναι εύκολο γι’ αυτούς συνεχώς να έχουν την προσοχή τους στραμμένη εκεί και πάντα να είναι η καλύτερη εκδοχή τους. Μαθαίνεις να σέβεσαι και να εκτιμάς λίγο και τους δικούς σου γονείς που καταλαβαίνεις τι τράβηξαν για να σε μεγαλώσουν».
Παράλληλα σκηνοθετείτε την παράσταση «Αστόρια» που θα ανέβει τον Μάρτιο στο θέατρο Παλλάς.
«Είναι μια παράσταση που ήρθε από τον ουρανό κυριολεκτικά! Τελειώνοντας πέρυσι την πολύ ωραία συνεργασία που είχαμε με τον Κώστα Σαμαρά και τον Νίκο Στρατηγό για την ιστορία του Στράτου Διονυσίου, είπαμε ότι θα ήταν πολύ ωραίο να συνεργαστούμε πάλι σε κάτι καινούργιο. Μας ήρθε λοιπόν η ιδέα να ασχοληθούμε με το μεταναστευτικό κύμα των Ελλήνων προς τη Νέα Υόρκη και συγκεκριμένα την Αστόρια τη δεκαετία του 1930. Το τραγούδι έχει κυρίαρχο ρόλο στην παράσταση».
