Βαντίμ Χολοντένκο: «Το πιάνο δεν το ενδιαφέρει αν είσαι διάσημος»

Ο πολυβραβευμένος ουκρανός πιανίστας Βαντίμ Χολοντένκο έρχεται την 1η Μαρτίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με τη σύζυγό του, τη Ρωσίδα βιολονίστρια Αλένα Μπάεβα, για να ερμηνεύσουν Μπρίτεν, Φόρε και Μπετόβεν

Βαντίμ Χολοντένκο: «Το πιάνο δεν το ενδιαφέρει αν είσαι διάσημος»

Βρέθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα το 2004, σε πολύ νεαρή ηλικία, για να πάρει μέρος στον Διεθνή Διαγωνισμό Μαρία Κάλλας για πιάνο. Τότε απέσπασε το πρώτο βραβείο. Δύο δεκαετίες μετά και έχοντας στήσει μια σπουδαία διεθνή καριέρα με εμφανίσεις στις μεγάλες σκηνές, με συνεργασίες με σημαντικές ορχήστρες και με πολλές ηχογραφήσεις, ο Ουκρανός Βαντίμ Χολοντένκο επιστρέφει. Αυτή όμως τη φορά δεν θα είναι μόνος.

Μαζί του, στη σκηνή του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, θα βρεθεί η σύζυγός του, η διακεκριμένη ρωσίδα βιολονίστρια Αλένα Μπάεβα.  Ζευγάρι στη ζωή και συχνά στη σκηνή, ο Χολοντένκο και η Μπάεβα συνθέτουν μια ιδιότυπη γεωπολιτική αφήγηση με ειδικό βάρος στη σημερινή συγκυρία: ένας Ουκρανός και μια Ρωσίδα, εν μέσω μιας εποχής δραματικών εθνικών συγκρούσεων, επιλέγουν να συναντώνται καθημερινά τόσο στον ιδιωτικό τους βίο όσο και σε έναν χώρο που δεν αναγνωρίζει σύνορα, αυτόν της μουσικής. Η κοινή τους πορεία αποκτά έτσι έναν διακριτικό αλλά ουσιαστικό συμβολισμό.

Στην αθηναϊκή εμφάνισή τους, την Κυριακή 1 Μαρτίου, στις 12 το μεσημέρι στην Αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος», οι δύο καλλιτέχνες θα παρουσιάσουν πρόγραμμα «υψηλών αντιθέσεων και εκφραστικής έντασης, που διατρέχει τρεις διαφορετικούς μουσικούς κόσμους». Συγκεκριμένα, θα ερμηνεύσουν τρία κομμάτια από τη Σουίτα έργο 6, για βιολί και πιάνο του Μπέντζαμιν Μπρίτεν, τη Σονάτα για βιολί αρ. 1 σε λα μείζονα, έργο 13 του Γκαμπριέλ Φόρε και τη Σονάτα για βιολί αρ. 7 σε ντο ελάσσονα, έργο 30, αρ. 2 του Μπετόβεν.

Με αφορμή το κοινό τους ρεσιτάλ ο Χολοντένκο μίλησε στο «Β» για τις μουσικές διαδρομές του και αποκάλυψε τη φιλοσοφία του πάνω στη μουσική και τη σχέση του με το πιάνο, αυτό το, όπως ο ίδιος το χαρακτηρίζει, «ασυμβίβαστο όργανο» που δεν συγκινείται από βραβεία και διεθνείς διακρίσεις, αλλά ανταποκρίνεται μόνο στην ποιότητα της ακρόασης και στο βάθος της επίμονης εργασίας.

Η συμμετοχή σας στον Διαγωνισμό Μαρία Κάλλας το 2004 ήταν μια κομβική στιγμή στην καριέρα σας. Τι θυμάστε πιο έντονα από εκείνη την εμπειρία και πώς αισθάνεστε που επιστρέφετε τώρα στην Ελλάδα;

«Αυτό που θυμάμαι πιο έντονα δεν είναι μια συγκεκριμένη εμφάνιση, αλλά μια πολύ ιδιαίτερη ψυχολογική κατάσταση. Εκείνη την εποχή, τα πάντα έμοιαζαν εξαιρετικά συμπυκνωμένα – κάθε πρόβα, κάθε λεπτό στη σκηνή κουβαλούσε μια αίσθηση του επείγοντος. Είσαι νέος, πολύ ανοιχτός και ταυτόχρονα πολύ ευάλωτος. Θυμάμαι την ένταση του να ακούω τον εαυτό μου πιο ειλικρινά από ποτέ, γιατί σε ένα τέτοιο περιβάλλον δεν μπορείς να κρυφτείς πίσω από συνήθειες. Η επιστροφή τώρα μοιάζει πολύ διαφορετική. Υπάρχει πολύ λιγότερη ένταση που να σχετίζεται με την ανάγκη να αποδείξω κάτι, και πολύ περισσότερη ευγνωμοσύνη. Νιώθω ότι μπορώ να επιστρέψω σε αυτό το μέρος με μια άλλη προοπτική – όχι για να ξαναζήσω μια στιγμή της καριέρας μου, αλλά για να επανασυνδεθώ με ένα κομμάτι του εαυτού μου που διαμορφώθηκε εκεί».

Εχει αλλάξει η σχέση σας με το πιάνο από τότε που αποκτήσατε διεθνή αναγνώριση;

«Η αναγνώριση αλλάζει πολλά εξωτερικά πράγματα, αλλά το ίδιο το όργανο παραμένει εντελώς ασυμβίβαστο. Το πιάνο δεν ανταποκρίνεται στη φήμη, δεν το ενδιαφέρει αν είσαι διάσημος ή όχι. Αντιδρά μόνο στον τρόπο που το αγγίζεις, στον τρόπο που ακούς και στο πόσο βαθιά είσαι διατεθειμένος να εργαστείς».

Πώς έχει εξελιχθεί η προσωπική σας διαδικασία προετοιμασίας πριν από ένα σημαντικό ρεσιτάλ με την πάροδο των ετών;

«Νωρίτερα στην καριέρα μου, η προετοιμασία ήταν πολύ εστιασμένη στον έλεγχο – τεχνική ασφάλεια, πνευματική πειθαρχία, διασφάλιση ότι τίποτα δεν θα μπορούσε να πάει στραβά. Σήμερα, φυσικά, η τεχνική δουλειά παραμένει απαραίτητη, αλλά αφιερώνω πολύ περισσότερο χρόνο στη διαμόρφωση της εσωτερικής αφήγησης του προγράμματος. Προσπαθώ να προετοιμάσω όχι μόνο τα κομμάτια, αλλά και το συναισθηματικό και ψυχολογικό ταξίδι της συναυλίας».

Υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος συνθέτης ή έργο με το οποίο νιώθετε μια βαθιά προσωπική σύνδεση και το οποίο ονειρεύεστε ακόμα να ερμηνεύσετε σε ένα ιδιαίτερο πλαίσιο;

«Υπάρχουν αρκετοί συνθέτες που με συνοδεύουν σε όλη μου τη ζωή, αλλά νιώθω μια ιδιαίτερα ισχυρή προσωπική σύνδεση με τον Σούμπερτ. Η μουσική του περιέχει έναν εξαιρετικό συνδυασμό απλότητας και υπαρξιακού βάθους. Είναι μουσική που μιλάει σιγανά, αλλά πολύ άμεσα».

Ποια είναι η ιδιαίτερη πρόκληση – και η ανταμοιβή – του να ερμηνεύεις μουσική με κάποιον που είναι επίσης σύντροφος στη ζωή σου; Πώς μεταφράζεται η συναισθηματική εγγύτητα σε μουσική επικοινωνία επί σκηνής;

«Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι ότι δεν μπορείς να διαχωρίσεις τη μουσική από την πραγματική ζωή. Φέρνεις τα πάντα μαζί σου στη σκηνή – την εμπιστοσύνη, τις διαφωνίες, τις κοινές εμπειρίες, τη σιωπή, το χιούμορ. Αυτό κάνει τις πρόβες απίστευτα ειλικρινείς, αλλά μερικές φορές και συναισθηματικά απαιτητικές. Ταυτόχρονα, είναι βαθιά ανταποδοτικό γιατί η μουσική επικοινωνία γίνεται πολύ άμεση. Δεν χρειάζεται να εξηγείς κάθε χειρονομία ή πρόθεση. Πολλά πράγματα γίνονται κατανοητά διαισθητικά. Η συναισθηματική οικειότητα σου επιτρέπει να παίρνεις ρίσκα μαζί με τον άλλον – να επιβραδύνεις περισσότερο από το προγραμματισμένο, να αναπνεύσεις διαφορετικά, να ακολουθήσεις μια αυθόρμητη παρόρμηση – γιατί ξέρεις ότι ο άλλος άνθρωπος θα είναι εκεί μαζί σου. Επί σκηνής, αυτού του είδους η συνεργασία δημιουργεί έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο ακρόασης».

Με τρία παιδιά στο σπίτι, πώς αντιλαμβάνεστε τον ρόλο της κλασικής μουσικής για τη νεότερη γενιά; Είναι μια «γλώσσα» που πρέπει να διδαχθεί ή ένα συναίσθημα που πρέπει απλώς να βιωθεί;

«Πιστεύω ότι είναι και τα δύο, αλλά η εμπειρία πρέπει πάντα να προηγείται. Τα παιδιά αντιδρούν στη μουσική πολύ φυσικά, πολύ πριν καταλάβουν οτιδήποτε για το ύφος, τη φόρμα ή την ιστορία. Γι’ αυτά, ο ήχος είναι ήδη νόημα. Μόνο αργότερα η μουσική γίνεται μια γλώσσα που μπορεί να μαθευτεί συνειδητά και να δομηθεί. Για μένα, το πιο σημαντικό είναι να μη μετατρέψουμε την κλασική μουσική σε υποχρέωση. Πρέπει να παραμείνει κάτι ζωντανό – κάτι που μπορεί να παρηγορήσει, να ταράξει, να εκπλήξει και μερικές φορές απλώς να υπάρχει στο υπόβαθρο της καθημερινής ζωής. Αν ένα παιδί μεγαλώσει νιώθοντας ότι η μουσική είναι μέρος της ανθρώπινης έκφρασης και όχι ένας ειδικός ή απόμακρος κόσμος, τότε η εκμάθηση της “γλώσσας” θα έρθει όταν χρειαστεί».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version