Εκτορας Λυγίζος: «Ο Βυσσινόκηπος είναι ένας μεγάλος αποχαιρετισμός»

Ο Εκτορας Λυγίζος σκηνοθετεί το αριστούργημα του Τσέχοφ στην Κεντρική Σκηνήτου Εθνικού και μιλάει για το βλέμμα του στο έργο αλλά και τις προκλήσεις της παράστασης

Εκτορας Λυγίζος: «Ο Βυσσινόκηπος είναι ένας μεγάλος αποχαιρετισμός»

Ο Εκτορας Λυγίζος σκηνοθετεί το τελευταίο έργο του Τσέχοφ, γραμμένο λίγους μήνες πριν τον θάνατο του ρώσου δραματουργού σε μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη: «Ο Βυσσινόκηπος» βρίσκεται στην κόψη του χθες με το αύριο και διαχειρίζεται με την «ελαφρότητα» του συγγραφέα τα μεγάλα ζητήματα της ζωής – και τον θάνατο.

Ηθοποιός και σκηνοθέτης, ο Λυγίζος επιχειρεί να το διαβάσει σαν παρτιτούρα, σε μια παράσταση συνόλου όπου κάθε πρόσωπο έχει ξεχωριστή, θέση. Ερμηνεύει τον Λοπάχιν, εκείνον που αν και έρχεται από το παρελθόν, θέλει να ανήκει στο μέλλον. 

Τι κάνει ξεχωριστό τον Τσέχοφ;

«Πολλά. Πρώτα απ’ όλα, ενώ φαινομενικά χρησιμοποιεί τους τρόπους του ρεαλιστικού θέατρου, συγχρόνως ακόμα και η πιο καθημερινή πρόζα είναι με ποιητικούς όρους. Οπότε κατευθείαν αυτό ανυψώνεται. Επίσης νομίζω ότι είναι θαυμαστή η ισορροπία του ανάμεσα στον κωμικό τόνο και τον σχεδόν τραγικό. Προσωπικά με ιντριγκάρει το γεγονός ότι τα έργα του έχουν μια μεγάλη ελαφρότητα και συγχρόνως ένα μεγάλο βάρος, με τα πρόσωπα να μην προλαβαίνουν να περάσουν από τη μια περιοχή στην άλλη. Επιπλέον ο καθένας έχει τη δική του, ωραία, ξεχωριστή διαδρομή. Από εκεί και πέρα είναι και τα θέματα, ο τρόπος που ο ίδιος προσπαθεί να εξελίξει τη βασική μορφή που έχουν τα έργα του. Με ενδιαφέρει στον Τσέχοφ το πώς από τη μία υπάρχει το άτομο, που προσπαθεί να ορίσει τη μοίρα του, και από την άλλη, ως μέρος ομάδας, δίνει αναφορά. Εχει ενδιαφέρον να αντιμετωπίζεις έργα συνόλου».

Δίνετε προτεραιότητα σε αυτή την έννοια συνόλου;

«Ναι. Στη διασκευή που προχώρησα, μια λεπτή διασκευή που κρατάει το έργο, φρόντισα τα πρόσωπα να έχουν πιο συνεχή παρουσία. Εψαξα και βρήκα αφορμές όπου συνυπάρχουν όλοι μαζί στη σκηνή. Ηταν βασική προτεραιότητα να εξελίξω το παιχνίδι που κάνει ο Τσέχοφ. Αυτό που τον διαφοροποιεί από ένα “ρεαλιστικό” έργο είναι ότι επιτρέπει, συχνά, τα λόγια των ηρώων να είναι ταυτισμένα με τη σκέψη τους».

Γιατί χρειάζεται διασκευή;

«Στο δικό μου το μυαλό, είναι υποχρέωση με κάποιον τρόπο η διασκευή, ειδικά σε έργα που είναι γραμμένα σε άλλη εποχή και αναφέρονται σε άλλα είδη θεάτρου ή και σε συγκεκριμένες σκηνοθεσίες. Και ο ίδιος αν το έγραφε είκοσι χρόνια μετά, κάπως θα το εξέλισσε. Θεωρώ υποχρέωση κάθε σκηνοθέτη, σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό, να επέμβει, όντας ειλικρινής απέναντι σε αυτά που τον ενδιαφέρουν. Τώρα το τι σημαίνει ακριβώς διασκευή, είναι μια μεγάλη συζήτηση. Εγώ μιλάω για διασκευή που κάνει μετατοπίσεις, επιλέγει να αφαιρέσει κάποια πρόσωπα, διαφοροποιεί τον χώρο και λίγο τη συνθήκη. Αλλά σίγουρα αυτός που το βλέπει αναγνωρίζει το πρωτότυπο 100%. Με ενδιαφέρει να διατηρεί το πνεύμα του συγγραφέα και φυσικά του μεταφραστή. Από τις βασικές επεμβάσεις μου είναι η αλλαγή του κυρίου Φιρστ σε κυρία Φιρστ. Στον δικό μου κόσμο και στον δικό μου “Βυσσινόκηπο” ο κύριος Φιρστ, το πνεύμα του σπιτιού, ήθελα να είναι γυναικείο».

Χωρο-χρονικά το μεταθέτετε;

«Ναι, στον βαθμό που αν ήταν τοποθετημένο στην εποχή του πιο πολλές παρεξηγήσεις θα δημιουργούσε στο σήμερα παρά το αντίθετο. Ασαφώς το βάζουμε σε μια εποχή όχι απολύτως σύγχρονη – μεταβατική Ρωσία, μέσα του ’70. Νομίζω πήγα σε μια εποχή όπου ακόμα υπάρχει μια συλλογική αθωότητα, μια αίσθηση της ομάδας, του ανήκειν, που σήμερα κάπως έχει λησμονηθεί ως καθημερινός τρόπος. Κι αυτή η εποχή επιτρέπει μια σχετική απόσταση ώστε να αποδοθεί η βασική ατμόσφαιρα του έργου που, για μένα, είναι η νοσταλγία. Και ενώ τη νοσταλγία την αντιμετωπίζουμε ως κάτι γλυκερό, εδώ είναι η πορτούλα που ανοίγει και φέρνει κάθε πρόσωπο σε επαφή με μια παιδικότητα που καλείται να αποχαιρετίσει».

Οι ήρωες βρίσκονται στο μεταίχμιο…

«Πράγματι. Είναι το σημείο όπου όλοι συνειδητοποιούν ότι ζουν τελευταία φορά αυτά τα πράγματα και κυρίως το μεταξύ τους. Σε επίπεδο φιλοσοφικό και κοινωνιολογικό είναι εντυπωσιακό ότι ο Τσέχοφ στις αρχές-αρχές του 20ού αιώνα διαβάζει την οικονομική και πολιτική αλλαγή που έχει ξεκινήσει η βιομηχανική επανάσταση και θα καταλήξει σε αυτό που εμείς ξέρουμε σήμερα, τον απόλυτο ατομισμό. Και θα τους επηρεάσει όλους – τον πλούσιο Λοπάχιν, τους φτωχούς υπηρέτες. Σε μια εποχή ομαδικότητας βάζει μοναχικούς ανθρώπους, που σκέφτονται τη μοίρα τους».

Ποιος είναι ο Λοπάχιν;

«Τον ψάχνω… Η διάθεση της σκηνοθεσίας που ακολουθώ διαθέτει πειραματισμούς, δοκιμές. Με νοιάζει πιο πολύ να απελευθερώσω τις δυναμικές του έργου, στιγμή προς στιγμή, υπερασπιζόμενος κάθε φράση, κάθε δράση, έτσι ώστε να μπουν τα πρόσωπα στη διαδικασία να ζήσουν αυτό που έχει προτείνει ο συγγραφέας. Ο Λοπάχιν παλαντζάρει ανάμεσα σε έναν, ας πούμε, επιθετικό ψυχισμό αλλά με τον τρόπο ενός “ευαίσθητου” ανθρώπου – αυτό είναι το σκαρί του. Ο Τσέχοφ έχει βάλει σε κάθε πρόσωπο μια μεγάλη αμφισημία.

Ο Λοπάχιν παλεύει. Αυτό που τον κινεί είναι η ανάγκη του να ανήκει σε αυτή την οικογένεια, που στο παρελθόν ήταν τα αφεντικά του πατέρα του και του παππού του. Παρόλο που συνειδητοποιεί ότι είναι ένα αρπακτικό, ως φορέας της εποχής του και του καινούργιου που έρχεται, δεν μπορεί να πάει κόντρα σε αυτό. Αγοράζοντας τον Βυσσινόκηπο, είναι σαν να τον σώζει – τους τον παίρνει βέβαια, αλλά τον σώζει από χέρια άλλων».

Τι συμβολίζει ο Βυσσινόκηπος;

«Ουσιαστικά θέμα του είναι η αλλαγή, η αλλαγή στη μεγαλύτερη μορφή της, το πέρασμα από τη ζωή στον θάνατο. Ο Τσέχοφ μπορεί να είναι κρυπτικός σε πολλά επίπεδα, αλλά στα επίπεδα της κατασκευής και του θέματός του είναι εντυπωσιακό ότι το δουλεύει σε πολλούς άξονες. Το έργο είναι ένας μεγάλος αποχαιρετισμός. Και τα πρόσωπα επιχειρούν να παρατείνουν αυτόν τον αποχαιρετισμό για να τον ζήσουν πλήρως».

Μεγάλη παραγωγή, από τις πρώτες του Εθνικού με τη νέα καλλιτεχνική διεύθυνση. Νιώθετε την ευθύνη να δικαιώσετε την επιλογή που έγινε στο πρόσωπό σας;

«Σίγουρα ασυνείδητα λειτουργεί κι αυτό. Αλλά ούτως ή άλλως οι απαιτήσεις από αυτό που κάνω είναι μεγάλες, πρώτα-πρώτα από τον εαυτό μου. Η μεγάλη σκηνή αυξάνει την τεχνική δυσκολία. Είναι μια υπέροχη συνθήκη να δουλεύεις σε αυτό το θέατρο, με έναν μεγάλο θίασο – αυξάνεται ο βαθμός δυσκολίας. Αλλά γρήγορα φεύγεις από το γεγονός ότι “είμαι στο Εθνικό”.

Σαφώς το δουλεύω ως ομαδικό έργο αλλά με το δεδομένο ότι βγαίνει από το μυαλό ενός ανθρώπου, του δημιουργού, που βάζει όλους τους άλλους στο σύμπαν του. Οσο για την Αργυρώ (σ.σ.: Χιώτη), συμπλέουμε στο ίδιο μήκος κύματος».

Δύσκολο εγχείρημα;

«Είναι ίσως το πιο δύσκολο έργο που έχω κάνει. Κυρίως επειδή είναι πολλοί οι χαρακτήρες και ο καθένας έχει ιδιαίτερη απαίτηση. Εργα όπως αυτό είναι διαμάντια σε επίπεδο κατασκευής επειδή η δομή τους είναι τόσο ποιητικά δουλεμένη – και δεν εννοώ ένα είδος λυρισμού αλλά βαθιάς μουσικότητας. Μπορείς να τα τοποθετήσεις σε όποιο σύμπαν θέλεις».

Η μουσική στην παράσταση είναι καθοριστική;

«Ναι. Ακόμα κι όταν δεν ακούγεται, αυτό που δουλεύω εγώ, σε επίπεδο λειτουργίας του ηθοποιού, είναι μια μουσική διαδικασία. Σαν να προσπαθούμε η κάθε φράση να έχει την απόλυτη βιωματική της λειτουργία αλλά συγχρόνως να αναδεικνύονται οι μουσικοί της όροι. Κι αυτό φτιάχνει μια παρτιτούρα».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version