Στο μυθιστόρημα Λέσχη ανάγνωσης για χαμένες καρδιές (μτφρ. Καλλιόπη Ταβουλάρη, εκδ. Μεταίχμιο, 2025) της δημοφιλούς ισπανίδας συγγραφέως Μόνικα Γκουτιέρες, μια νεαρή γυναίκα αφήνει τη μεγάλη πόλη για να επιστρέψει στο χωριό των παιδικών της χρόνων, όπου ξαναδίνει ζωή στην τοπική Λέσχη Ανάγνωσης (ΛΑ), η οποία εξελίσσεται σε σημείο αναφοράς της κοινότητας και εστία καλλιέργειας της φιλαναγνωσίας και των ανθρώπινων σχέσεων. Αυτή η μυθοπλαστική, ρομαντικοποιημένη εικόνα των ΛΑ πόση σχέση έχει με την πραγματικότητα; Τι ρόλο έχουν στην ελληνική ζωή οι ΛΑ, οι οποίες αποτελούν έναν σχετικά πρόσφατο θεσμό; Οποια και όποιος έχει συμμετάσχει σε μια ΛΑ έχει μια βιωματική άποψη. Πιο εμπεριστατωμένα προσεγγίζει το ζήτημα η φιλόλογος Ειρήνη Γαμβρού, διδάκτωρ Παιδαγωγικής, στην έρευνά της Η κοινωνική διάσταση της ανάγνωσης. Λέσχες Ανάγνωσης στη Θεσσαλονίκη (εκδ. Φυλάτος, 2026).
Λέσχες Ανάγνωσης και γυναίκες
Η μελετήτρια εξηγεί ότι από τις 36 ενεργές ΛΑ που εντόπισε στη Θεσσαλονίκη επισκέφθηκε τις 10 στο διάστημα 2017-2019 και άντλησε πληροφορίες για τη λειτουργία τους με επιτόπια παρατήρηση, συνεντεύξεις και ερωτηματολόγια. Στο σύνολο των 120 απαντημένων ερωτηματολογίων, 100 προέρχονταν από γυναίκες (83,3%) και μόνο 20 από άνδρες (16,7%).
Γυναίκες μεταξύ 51-65 ετών, κυρίως δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με την πλειονότητα των συμμετεχουσών να διαθέτει πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή και μεταπτυχιακή εξειδίκευση, απαρτίζουν το μεγαλύτερο μέρος του κοινού των ΛΑ. Αν η ιστορία της ανάγνωσης μαρτυρεί ότι η από κοινού ανάγνωση δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο, με παραδείγματα στους περασμένους αιώνες τα φιλολογικά σαλόνια και τις αναγνωστικές εταιρείες όπου συμμετείχαν κυρίως γυναίκες, σε μια χειραφετική κίνηση απόκτησης μόρφωσης την οποία στερούνταν εξαιτίας περιορισμών πρόσβασης στην ανώτερη εκπαίδευση, οι γυναίκες δεν οδηγούνται στις σύγχρονες ΛΑ από έλλειψη μόρφωσης, κάθε άλλο μάλιστα.
Κοινωνικοποίηση και ενδοσκόπηση
Η συμμετοχή στις ΛΑ ως δυνατότητα κοινωνικοποίησης αλλά και ως συνθήκη ενδοσκόπησης, ως ευκαιρία να μιλήσουν οι γυναίκες για δικά τους πράγματα αναλύοντας λογοτεχνικούς χαρακτήρες και καταστάσεις, φαίνεται να αποτελούν βασικούς λόγους έλξης του γυναικείου πληθυσμού, με τους άνδρες να προτιμούν για την κοινωνικοποίησή τους δραστηριότητες εξωτερικών χώρων. Γυναίκες μεσαίων και ανώτερων εισοδημάτων είναι κυρίως οι γυναίκες αυτές, οι οποίες με τη συμμετοχή τους στις ΛΑ διαφυλάσσουν μια ήδη εδραιωμένη σχέση με τα αγαθά της κουλτούρας. Επαγγελματίες και κυρίως υπάλληλοι του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα (35,8%) είναι τα περισσότερα μέλη των ΛΑ και ακολουθούν οι συνταξιούχοι (33,3%), με τρίτη κατηγορία τις εκπαιδευτικούς (14,2%).
Θεσμική οργάνωση
Κομβικό σημείο στη θεσμοποίηση και στην εξάπλωση των ΛΑ στην ελληνική επικράτεια θεωρεί η ερευνήτρια την καμπάνια «Μιλάμε για βιβλία» του 2007 του τότε Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) και την οργάνωση του χώρου με την κυκλοφορία ενημερωτικών φυλλαδίων και οδηγιών για τη σύσταση και τη λειτουργία μιας ΛΑ. Πρώτοι φορείς που στεγάζουν ΛΑ θα είναι οι βιβλιοθήκες, στις οποίες λειτουργούν οι μισές ΛΑ που επισκέφθηκε η ερευνήτρια, ενώ ακολουθούν τα βιβλιοπωλεία και άλλοι πολιτιστικοί φορείς. Χαρακτηριστικό είναι ότι τα μέλη των ΛΑ μπορεί να συμμετέχουν ταυτόχρονα σε περισσότερες από μία.
Βοηθοί συντονιστές σε ΛΑ στο κέντρο της πόλης μπορεί να ιδρύουν τις δικές τους στην περιφέρεια και στις γειτονιές, λειτουργώντας ως πολλαπλασιαστές της ανάγνωσης. Την πρώτη ΛΑ εντοπίζει η ερευνήτρια στη Θεσσαλονίκη το 2007· στεγάστηκε στη νεοσύστατη τότε Βιβλιοθήκη της Ανω Τούμπας και «άρδευσε με τα μέλη της τις λέσχες της ΕΤ3, του Βιβλιοπωλείου Μπαρμπουνάκη, του Βιβλιοπωλείου Κωνσταντινίδη, του Οξυγόνου και της Βιβλιοθήκης Χαριλάου». Διαμορφώνεται μια εικόνα στην οποία η ανάγνωση δεν είναι μόνο πολιτιστικό αγαθό αλλά και κοινωνική δραστηριότητα, «συγκολλητικός μηχανισμός της κοινωνικής πραγματικότητας», και ένας άξονας οργάνωσης του δημόσιου χώρου με κέντρο το βιβλίο. Σύνδεση γίνεται και με τη Διεθνή Εκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, την οποία επίσης θέσπισε το ΕΚΕΒΙ, ως θεσμό-ομπρέλα που συγκεντρώνει τον κόσμο του βιβλίου και δίνει στους συντονιστές και στα μέλη των ΛΑ την ευκαιρία να συναντηθούν και να ανταλλάξουν εμπειρίες και καλές πρακτικές.
Βιβλιοθήκη και βιβλιοπωλείο
Βιβλιοθήκες και βιβλιοπωλεία είναι οι δύο χώροι που κυρίως στεγάζουν τις ΛΑ, ιδίως τις μακροβιότερες από αυτές. Τα δεύτερα βρίσκονται συνήθως στο κέντρο της πόλης και συνδέονται με την αγορά και την εκδοτική επικαιρότητα, πράγμα που αντικατοπτρίζεται στις επιλογές των βιβλίων για τα οποία συζητούν τα μέλη της ΛΑ, τα οποία προέρχονται από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή και χαρακτηρίζονται από έναν βαθμό καινοτομίας και ρίσκου, σε σχέση με τις συχνά πιο συμβατικές επιλογές καθιερωμένων βιβλίων και συγγραφέων στις ΛΑ των βιβλιοθηκών. Οπωσδήποτε οι οικονομικές συνθήκες της εποχής αλλά και το οικονομικό προφίλ των ατόμων επηρεάζουν την επιλογή της ΛΑ στην οποία θα συμμετάσχουν, με αυτές των βιβλιοπωλείων να ενθαρρύνουν την αγορά των βιβλίων και να προσελκύουν μέλη οικονομικά ανετότερων στρωμάτων, ενώ εκείνες των βιβλιοθηκών, όπου τα βιβλία δανείζονται και δεν αγοράζονται, αποτελούν καταφύγιο ασθενέστερων στρωμάτων, ειδικά σε περιόδους που η αγοραστική δύναμη περιορίζεται. Από τις απαντήσεις στην έρευνα προκύπτει ότι οι ΛΑ επεκτάθηκαν ως φαινόμενο στην εποχή της κρίσης χρέους «διότι αποτέλεσαν έναν εναλλακτικό τρόπο διασκέδασης για το κοινό που είχε συνηθίσει να προσφεύγει στα αγαθά της τέχνης αλλά αναγκαστικά έπρεπε να περιορίσει πλέον τα σχετικά δαπανόμενα ποσά».
Μόρφωση και ψυχαγωγία
Για μόρφωση, χαρά και επικοινωνία πηγαίνουν οι άνθρωποι στις ΛΑ, για αυτούς τους λόγους διαβάζουν, σύμφωνα με τις απαντήσεις των ερωτώμενων στην έρευνα. Φαίνεται λοιπόν πως το βιβλίο στην Ελλάδα συνδέεται κυρίως με την παιδεία και αντιμετωπίζεται ως μορφωτικό αγαθό. Η ανάγνωση προσφέρει όμως επίσης σε πολλούς ευχαρίστηση, ενώ η επικοινωνία είναι ένας σημαντικός λόγος προσέλευσης σε μια ΛΑ.
Για «ανασυγκρότηση της κοινότητας στο πλαίσιο της πόλης» κάνει λόγο η ερευνήτρια, καθώς πολλοί από τους ερωτώμενους εξήγησαν ότι μέσα από την ανάγνωση αφενός συνδέονται με την παγκόσμια κοινότητα αναγνωστών, με τους οποίους μοιράζονται τις ίδιες ιδέες και αναζητήσεις, ενώ από την άλλη η ΛΑ εξελίσσεται σε τοπόσημο και σημείο φυσικής συνάντησης ανθρώπων με κοινά ενδιαφέροντα από ποικίλα περιβάλλοντα του κοινωνικού βίου. Η ελευθερία έκφρασης απόψεων έξω από το σχολικό και ακαδημαϊκό περιβάλλον που κατευθύνει σε παγιωμένες ερμηνείες των κειμένων παρουσιάζεται ως βασικό θελκτικό στοιχείο της συμμετοχής σε μια ΛΑ, συμβάλλοντας τόσο στην εξέλιξη της αναγνωστικής πρακτικής όσο και στην ενδυνάμωση του ατόμου.
Εντιμη στην περιγραφή της μεθοδολογίας της αλλά και στην επεξήγηση των τοπικών και χρονικών περιορισμών της, η έρευνα δίνει σαφή και πειστική εικόνα των ΛΑ στη Θεσσαλονίκη, συμφωνώντας και με τα γενικότερα περί ανάγνωσης ευρήματα παλαιότερων ερευνών αναγνωσιμότητας. Το πεδίο της είναι μεν περιορισμένο, αλλά η εικόνα αντιπροσωπευτική – διακινδυνεύουμε να πούμε και βάσει προσωπικής εμπειρίας – της γενικότερης κατάστασης των ΛΑ στην ελληνική επικράτεια. Ουσιαστική και χρήσιμη λοιπόν η έρευνα αυτή για τον μελετητή των θεσμών αλλά και της αγοράς του ελληνικού βιβλίου. Είναι κρίμα που τέτοια έργα δεν μπορούν να ξεφύγουν από το ακαδημαϊκό και τεχνικό λεξιλόγιο για να δώσουν μια τεκμηριωμένη μεν, συναρπαστική στην αφήγησή της δε, ιστορία για τις κοινότητες της ανάγνωσης στην Ελλάδα.
