Στέφανος Γερουλάνος: «Συγκροτούμε ακόμη σαρωτικές θεωρίες για την προϊστορία»

Ο ιστορικός του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης Στέφανος Γερουλάνος μιλάει για τους αναχρονισμούς στη μελέτη του απώτατου παρελθόντος του ανθρώπου και την εξιδανίκευση της ανθρωπότητας

Στέφανος Γερουλάνος: «Συγκροτούμε ακόμη σαρωτικές θεωρίες για την προϊστορία»

Ειρηνικοί τροφοσυλλέκτες και πολεμοχαρείς ανθρωπίδες, κατασκευαστές εργαλείων και καλλιτέχνες βραχογραφιών, πατριαρχικές αγέλες και μητριαρχικές κοινωνίες, Νεάντερταλ και Homo Sapiens σε σύμπνοια ή αγώνα αμοιβαίας εξόντωσης, το απώτατο παρελθόν του είδους μας τείνει να περιγράφεται με όρους εποποιίας.

Η «άνοδος του Ανθρώπου», όμως, είναι ένας κοινός τόπος συλλογικά αποδεκτός και ταυτόχρονα μονίμως διαφιλονικούμενος, επικράτεια αναρίθμητων αφηγημάτων, θεωριών, συμπερασμάτων της φιλοσοφίας, της κοινωνιολογίας, της ανθρωπολογίας, της βιολογίας, της νευροεπιστήμης τα τελευταία 250 χρόνια.

Ωστόσο, οι απαρχές της ανθρωπότητας «βρίσκονται πολύ μακριά από την επιστημολογική μας εμβέλεια» παρατηρεί ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης και διευθυντής του Ινστιτούτου Ρέμαρκ Στέφανος Γερουλάνος. Και αν προσφύγουμε στον λόγο των επιστημών, κοινωνικών και φυσικών, σε αυτούς τους δυόμισι αιώνες θα αντιληφθούμε ότι κάτω από τη θεωρητικά αντικειμενική επιφάνεια του σώματος της γνώσης επιβιώνουν συχνά αναχρονισμοί, στερεότυπα, επικυρώσεις ή δαιμονοποιήσεις αντιλήψεων του εκάστοτε παρόντος. Η ιστορία της προϊστορίας, όπως τη μελετά διεξοδικά στην πολυσέλιδη, βραβευμένη με το βραβείο Ralph Waldo Emerson Καταγωγή του ανθρώπου (εκδ. Πατάκη) και όπως προκύπτει από τη συζήτησή μας, παρά τη σύγχρονη εκθετική αύξηση των τεκμηρίων, υποδηλώνει περισσότερα για εμάς τους ίδιους παρά για τους μακρινούς προγόνους μας.

Από πού πηγάζει ο αρχικός προβληματισμός που σας οδήγησε στην Καταγωγή του ανθρώπου;

«Γύρω στο 2012-2013 παρατήρησα ότι οι “New York Times”, οι οποίοι ως τότε πρόβαλλαν συστηματικά στις επιστημονικές τους σελίδες θέματα νευροεπιστήμης, άρχισαν να τα περιορίζουν και να αυξάνουν την παρουσία άρθρων σχετικών με την καταγωγή του ανθρώπου. Το μυαλό μου έκανε τον συνειρμό με βιβλία όπως το Sapiens του Γιουβάλ Νόα Χαράρι, αλλά και εκείνα του Τζάρεντ Ντάιμοντ ή του Στίβεν Πίνκερ και αναρωτήθηκα για ποιους λόγους επιλέγει κανείς να εστιάσει στην ιστορία ως μεγάλη ιδέα, στη μακρότατή της διάρκεια, αντί της ιστορίας που επικεντρώνεται σε συγκεκριμένα θέματα και μικρότερες διάρκειες. Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για έναν τρόπο να προσπερνάς δύσκολα ιστορικά προβλήματα και να διατυπώνεις δικές σου μεγάλες θεωρίες. Επομένως, από τη μια πλευρά ήταν το ζήτημα της δημόσιας επιστήμης, το πώς οι επιστήμονες καλούνται να εκφράσουν αυτό που είναι και αυτό που κάνουν, αλλά και το πώς παρουσιάζονται από τα μέσα ενημέρωσης στο ευρύ κοινό. Από την άλλη πλευρά με κέντρισε το ότι ξαφνικά, όπως πίστευα, αναδυόταν μια τάση να μιλάμε για όλο το εύρος της ανθρώπινης ιστορίας από τις απαρχές του είδους μας. Ανακάλυψα ωστόσο ότι η συζήτηση αυτή κάθε άλλο παρά πρόσφατη είναι. Tο 1920, για παράδειγμα, τo The Outline of History του Χέρμπερτ Τζορτζ Γουέλς, μια ιστορία της ανθρωπότητας από την προϊστορία ως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πούλησε περισσότερα αντίτυπα από όλα τα άλλα βιβλία του, λογοτεχνικά και μη. Αναζητώντας λοιπόν τα ίχνη του λόγου για τις απαρχές του ανθρώπου βρέθηκα να οπισθοχωρώ όλο και περισσότερο στον χρόνο και το βιβλίο είναι το αποτέλεσμα αυτής της πορείας».

Γιατί φαίνεται να έχουμε μια εμμονή με την καταγωγή του ανθρώπου;

«Ισως εδώ ταιριάζει ο ελληνικός όρος για τη λατρεία του παρελθόντος και των απαρχών, η “αρχαιολαγνεία”… Μετά το 1945, και κυρίως μετά το 1980, όταν η εθνική καταγωγή δεν είχε πια την ισχύ του παρελθόντος ως προς το να επιβεβαιώνει την ανάγκη μας να αισθανόμαστε υπέρτεροι άλλων, υπήρξε μια στροφή στο ερώτημα γύρω από την ουσία της ανθρώπινης φύσης σε επιστημονική πια, όχι φιλοσοφική βάση. Προφανώς, δεν ήταν κάτι πρωτοφανές. Ο δαρβινισμός, για παράδειγμα, ήταν μια παρόμοια απόπειρα τον 19ο αιώνα. Οι μεταπολεμικές συζητήσεις και διενέξεις, ωστόσο, για τους πρώτους ανθρώπους επεκτάθηκαν σε άλλα ζητήματα με προεκτάσεις ως προς τη φυλή, το φύλο, τη σχέση μας με τον πολιτισμό. Χαρακτηριστικό είναι αυτό της βίας: είναι η βία μέρος της ανθρώπινης φύσης ή προϊόν του κράτους, της επανάστασης, με άλλα λόγια, της κοινωνίας;».

Οι πρώτες προσεγγίσεις του προϊστορικού ανθρώπου, αυτές των Τόμας Χομπς, Τζον Λοκ, Ζαν-Ζακ Ρουσό, ήταν απόπειρες ερμηνείας του απώτατου παρελθόντος ή συγκαλυμμένες απόπειρες κριτικής και αναμόρφωσης της κοινωνίας της εποχής τους;

«Και τα δύο θα έλεγα. Ηταν οπωσδήποτε απόπειρες να επιλύσουν σύγχρονα προβλήματα των κοινωνιών τους χωρίς αναφορά στη θρησκεία. Η παραδοσιακή εκκλησιαστική χρονολογία της κτίσεως του κόσμου, το 4004 π.Χ., δεν συμβάδιζε με όσα γνώριζαν οι λόγιοι της εποχής ούτε η ιστορία του Παραδείσου, του Αδάμ και της Εύας συνιστούσε επιστημονική εξήγηση. Δεν ήταν φρόνιμο βέβαια να απορρίψουν ανοικτά αυτές τις απόψεις, γνώριζαν ότι δεν θα κέρδιζαν αυτή τη μάχη. Αλλά μπορούσαν θέτοντας το ζήτημα της φυσικής κατάστασης του ανθρώπου και πραγματευόμενοι την πορεία του ανθρώπινου είδους να συγκροτήσουν μια θεωρητική καταγωγή του, με μη θρησκευτικές αλλά κοσμικές πια αναφορές».

Η μετακίνηση από τη φιλοσοφία, την κοινωνιολογία, την αρχαιολογία, την πολιτική οικονομία των πρώτων ερευνητών της προϊστορίας, στη βιολογία, τη ζωολογία, τη νευροεπιστήμη συνιστά ποιοτική διαφορά;

«Το ζήτημα είναι πόσο “ναι” θα πούμε και πόσο “αλλά”. Ναι, η αλήθεια είναι ότι από το 1920 και μετά οι βιολόγοι, οι παλαιοανθρωπολόγοι και άλλοι επιστήμονες έχουν πολύ περισσότερα στοιχεία για το απώτατο παρελθόν μας. Αλλά έχουν και λόγους να παρεμβάλλουν στην αφήγησή τους απαντήσεις που δεν είναι εντελώς επιστημονικές. Γιατί τα ευρήματα από τους ανθρωπίδες του απώτατου παρελθόντος, βιολογικά και αρχαιολογικά, δεν είναι απολύτως σαφή – για παράδειγμα, ως προς τη χρονική τους ακολουθία ή τις συνήθειές τους. Υπάρχει, επομένως, χώρος εδώ για ερμηνείες ανάλογα με τη μεθοδολογία, την εξειδίκευση, το βάρος των τεκμηρίων που έχει στα χέρια του κανείς, προφανώς – αλλά και ανάλογα με τις πεποιθήσεις του. Για παράδειγμα, ερευνητές που εργάζονταν στη Νότια Αφρική μελετώντας τον Australopithecus Africanus, ιδίως ο Ρέιμοντ Νταρτ, τη δεκαετία του 1920, έδιναν έμφαση στον κυρίαρχο ρόλο της βίας στις απαρχές του ανθρώπου. Αυτό έχει να κάνει και με τον ρατσισμό του ίδιου του Νταρτ και με την αίσθησή του ότι η επιστημονική κοινότητα τον είχε περιθωριοποιήσει. Αλλοι μελετητές πάλι, όπως ο Κένεθ Οκλι και ο Λε Γκρος Κλαρκ, τόνιζαν τον κρίσιμο ρόλο των εργαλείων υποστηρίζοντας ότι αυτά “έφτιαξαν” την ανθρωπότητα. Ως έναν βαθμό, ίσως ίσχυαν και τα δύο. Ωστόσο, τα τεκμήρια δεν επαρκούν για τόσο εύκολες, ευρείες γενικεύσεις. Σκεφτείτε ότι οι σημερινοί ανθρωπολόγοι μελετούν κουλτούρες επί ολόκληρες δεκαετίες και πάλι είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί ως προς τα συμπεράσματα που διατυπώνουν. Για την προϊστορία όμως εξακολουθούν να συγκροτούνται σαρωτικές θεωρίες που μοιάζουν να απαντούν όλα μας τα ερωτήματα – προτού καν τα θέσουμε!».

Και στον επίλογο σημειώνετε ακριβώς το «πόσο ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε» για την προϊστορία. Ανοίγεται ένα χάσμα ανάμεσα στα τεκμήρια της βιολογίας, της ανθρωπολογίας, της νευροεπιστήμης και τις εικασίες τους;

«Υπάρχει πρωτίστως ένα ανθρωπολογικό χάσμα. Στην πραγματικότητα δεν διαθέτουμε πολλά στοιχεία για την καθημερινότητα των ανθρώπων της προϊστορίας. Γι’ αυτό και στο παρελθόν θεωρητικοί, επιστήμονες, ιστορικοί, προσέφευγαν συμπληρωματικά στην αναλογία μεταξύ των “πρωτόγονων” και των σημερινών ιθαγενών λαών. Αυτή η αναλογία δεν είναι αποδεκτή επιστημονικά σήμερα. Υπάρχει επίσης το χάσμα μεταξύ επιστημονικών και εκλαϊκευτικών δημοσιεύσεων. Οι επιστήμονες πράγματι έχουν καταφέρει να ανακαλύψουν τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα δημιουργικούς τρόπους για να αντλούν γνώσεις από τα ευρήματά τους, όταν όμως περνάμε από το επιστημονικό περιοδικό στην εφημερίδα, για παράδειγμα, οπωσδήποτε ο βαθμός της λεπτομέρειας μειώνεται. Και υπάρχει και ένα χάσμα γλώσσας, αν επιτρέπεται να το πούμε έτσι, μεταξύ του επιστημονικού λόγου και εκείνου που χρησιμοποιούμε στις ερευνητικές προτάσεις μας. Καθώς για τη χρηματοδότηση της έρευνας απευθύνεται κανείς στο κράτος ή σε ιδιωτικά ιδρύματα και οργανισμούς, οφείλει να χρησιμοποιήσει γλώσσα κατανοητή και από μη ειδήμονες: άρα, ακόμη και στις πιο προσεγμένες και προσεκτικές διατυπώσεις πάντα θα εμφιλοχωρεί κάτι που θα αγγίζει ιδεολογήματα ή εκφράσεις και ιδέες με τις οποίες ζούμε στην καθημερινότητά μας».

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της μεταβολής στον χρόνο της εικόνας του Ανθρώπου του Νεάντερταλ και της ανάλογης προβολής ιδεολογικά επιχρωματισμένων ιεραρχιών.

«Είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα της απόστασης μεταξύ τεκμηρίων και θεωρίας. Στα παιδικά μας χρόνια η εικόνα μας για τον άνθρωπο του Νεάντερταλ προερχόταν από το “Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο άνθρωπος”, μια όντως προσεγμένη σειρά, ή από διάχυτες εικόνες στη δημόσια σφαίρα που παρίσταναν περίπου έναν γορίλα τον οποίο είχαμε ξεπεράσει… Εκτοτε, βιολογικά και αρχαιολογικά ευρήματα από πολλές τοποθεσίες των Νεάντερταλ έδειξαν ότι γενετικά είναι κομμάτι όλων μας, και η γεωγραφική τους εξάπλωση στην Ευρώπη και την Κεντρική Ασία είναι χωριστή από εκείνη των Sapiens οι οποίοι έρχονται από την Αφρική. Μιλάμε πλέον για δύο διαφορετικούς κόσμους που συναντήθηκαν πριν από περίπου 45.000 χρόνια. Δεν μπορούμε όμως να απαντήσουμε ακόμη εύκολα σε άλλα ερωτήματα. Γιατί εξαφανίστηκαν οι Νεάντερταλ; Για κλιματικούς λόγους, γιατί εξοντώθηκαν από τους Sapiens, γιατί οι Sapiens τους ενσωμάτωσαν στις κοινωνίες τους; Ας σημειωθεί εδώ ότι η εικόνα της γενοκτονίας των Νεάντερταλ από τους Sapiens, διαδεδομένη πριν από μια δεκαετία, σήμερα βρίσκεται σε υποχώρηση και παραμένει δημοφιλής μόνο στον πολιτικό χώρο της Ακροδεξιάς».

Πολλές έννοιες του λόγου αυτού όπως το «λεπτό βερνίκι του πολιτισμού», ο «ευγενής άγριος», η «φυσική κατάσταση» μοιάζουν να έχουν κληρονομηθεί και επιβιώσει…

«Και στο πρόσφατο διάγγελμά του ο Ντόναλντ Τραμπ χρησιμοποίησε την “εποχή του λίθου” στην οποία ανήκει το Ιράν και όπου θα επιστρέψει έπειτα από τους βομβαρδισμούς…».

Πώς και πόσο, επομένως, επηρεάζουν παρόμοιες αντιλήψεις τη σημερινή πολιτική και πολιτισμική σφαίρα;

«Το “λεπτό βερνίκι του πολιτισμού” ή “ο βομβαρδισμός έως ότου επιστρέψουν στην εποχή του Λίθου” ανήκουν σε μια ολόκληρη χορεία εκφράσεων των οποίων η ευρεία διάδοση στην κουλτούρα εξασφαλίζει ότι τις χρησιμοποιούμε χωρίς πολλή σκέψη και χωρίς να αναρωτιόμαστε σοβαρά για το περιεχόμενό τους. Μπορεί έτσι να εντάσσουμε στον λόγο μας έννοιες ξεπερασμένες ή βίαιες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον λόγο που ακούμε να εκφέρεται συχνά για τους μετανάστες. Ολα αυτά ως ιστορικοί οφείλουμε να τα εντοπίζουμε και να τα επισημαίνουμε».

Εν τέλει, με αυτού του είδους τα αφηγήματα περί απαρχών εξιδανικεύουμε, όπως γράφετε, την ανθρωπότητα και τις παροντικές επιλογές μας;

«Αν περιγράψουμε την ανθρωπότητα πριν από 50.000 χρόνια ως βίαιη και ισχυριστούμε ότι σήμερα έχουμε ξεπεράσει τη βία, την εξιδανικεύουμε. Το ίδιο ισχύει και για το αφήγημα που νομιμοποιεί τον σημερινό έλεγχο που ασκούμε στον κόσμο με βάση την υποτιθέμενη διαφορετικότητά μας από όλα τα άλλα είδη. Παρόμοιες απόψεις είναι που μας επιτρέπουν να λειτουργούμε με τον καταστροφικό για τον πλανήτη τρόπο που βλέπουμε σήμερα».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version