Δεκαπέντε αιώνες ελληνικής στρατιωτικής τεχνολογίας ερευνά και αναλύει σ’ αυτόν τον επιβλητικό τόμο των 448 σελίδων μεγάλου σχήματος ο κορυφαίος επιστήμονας, μηχανικός, διανοούμενος και αρχαιομαθής Θεοδόσης Π. Τάσιος.
Πρόκειται για έργο ζωής, το πρώτο μιας σειράς που θα καλύπτει όλο το πεδίο της αρχαίας ελληνικής τεχνολογίας. Το βιβλίο δεν απευθύνεται μόνο στον ειδικό επιστήμονα αλλά και στον μέσο μορφωμένο αναγνώστη.
Κι αν είναι το πρώτο της σειράς, αυτό οφείλεται στο ότι η στρατιωτική τεχνολογία συμπεριλαμβάνει και σε μεγάλο βαθμό συνοψίζει τις τεχνολογίες που αναφέρονται σε όλους τους τομείς του επιστητού. Κι αυτό γιατί τα 1.500 χρόνια που καλύπτει αυτός ο τόμος ο ελληνισμός τα πέρασε σε καθεστώς συνεχών πολέμων. Ως εκ τούτου, η στρατιωτική τεχνολογία αποτελούσε ταυτοτικό γνώρισμα και θεμέλιό του.
Θεοδόσης Π. Τάσιος
Αρχαία ελληνική στρατιωτική τεχνολογία
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2025,
σελ. 448, τιμή 40 ευρώ
Ο Θεοδόσης Π. Τάσιος δίνει απαντήσεις σε πλήθος μείζονα ερωτήματα: από το τι ήταν κατασκευασμένα τα πλοία που νίκησαν στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, το τι ακριβώς ήταν τα αμυντικά και τα επιθετικά όπλα (στα οποία περιλαμβάνει και τις ασπίδες) ως τη δομή και τη λειτουργία των τεράστιων πολιορκητικών πύργων (των ελεπόλεων) οι οποίοι ήταν, καθώς λέγεται εκ μεταφοράς, τα τανκς της αρχαιότητας, ή πώς χτίζονταν και πώς προσβάλλονταν από τους επιτιθέμενους τα τείχη των πόλεων· και πλήθος άλλα.
Διακόσιες πενήντα εικόνες περιλαμβάνει ο τόμος αλλά και ούτε λίγο ούτε πολύ 400 αναφορές και παραπομπές σε έργα της αρχαίας γραμματείας, σε κείμενα ιστορικών και μηχανικών, ιδίως των ελληνιστικών χρόνων, η πολιτισμική διάσταση των οποίων αποδεικνύεται αναμφισβήτητη.
Οπως ο αμερικανός συγγραφέας Τομ Γουλφ σ’ ένα δοκίμιό του χαρακτήρισε τις Ηνωμένες Πολιτείες χώρα των εφευρετών, έτσι θα λέγαμε κι εμείς πως η μακρόχρονη ιστορία του ελληνισμού αποδεικνύει πως τη σημαδεύει η μακρά εποχή των μηχανικών, ιδίως της αλεξανδρινής περιόδου.
Ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει τα κεφάλαια του βιβλίου με όποια σειρά θέλει. Η διάταξή τους είναι τόσο σοφά διαμορφωμένη που καθιστά την ανάγνωση απολαυστική. Αλλά αυτό δεν αναιρεί στο ελάχιστο τον δομικό της χαρακτήρα. Και υπάρχουν σελίδες συναρπαστικές, όπως αυτές που αναφέρονται στους πολιορκητικούς πύργους και τους καταπέλτες.
Οι ελεπόλεις
Κατά το στερεότυπο, η έκβαση μιας μάχης, λ.χ., βασίζεται πρωτίστως στην ανδρεία των στρατιωτών. Οσο κι αν αυτό έχει βάση αληθείας, η τεχνολογία, δηλαδή η διάνοια, ήταν συχνά ο μείζων παράγων για την αίσια έκβαση της μάχης. Για να μείνω σε ένα μόνο παράδειγμα: ο Αλέξανδρος κατέλαβε την Τύρο χρησιμοποιώντας την ελέπολιν – δύο ελεπόλεις για την ακρίβεια. Ο αναγνώστης θα πρέπει να φανταστεί πώς ήταν αυτοί οι τερατώδεις, για την εποχή, ξύλινοι πύργοι, που είχαν φτάσει και τα 50 μέτρα σε ύψος, δηλαδή στο ύψος μιας πολυκατοικίας 15 ορόφων.
Οι ελεπόλεις κινούνταν πάνω σε ξύλινους τροχούς με διάμετρο δύο περίπου μέτρων και είχαν όσα προβλέπονταν σε έναν στρατιωτικό καταυλισμό, ακόμη και ομάδα πυρόσβεσης στον τελευταίο όροφο που αντιμετώπιζε τις φωτιές από τα πυρφόρα βέλη των πολιορκούμενων. Διέθεταν αντλία νερού στο ισόγειο που έστελνε το νερό στον πάνω όροφο και ήταν εμβαπτισμένες στο ξίδι, το οποίο λόγω της αντιπυρικής του ιδιότητας εμπόδιζε την εξάπλωση της φωτιάς. Οταν ο πύργος έφτανε στα τείχη άνοιγε μια καταπακτή και από εκεί κατέβαινε μια επιβάθρα που τη διέσχιζαν οι επιτιθέμενοι κι έμπαιναν στην πολιορκημένη πόλη. Είναι εντυπωσιακή η πληροφορία που παραθέτει ο συγγραφέας ότι ελεπόλεις χρησιμοποιήθηκαν και από τους Βυζαντινούς, 1.500 χρόνια μετά την εμφάνισή τους.
Η περιτείχιση των Πλαταιών
Ο Τάσιος αποκαθιστά την αλήθεια και ανατρέπει τα στερεότυπα, όπως επί παραδείγματι για τη χρήση του πολιορκητικού κριού που χτυπάει την κεντρική πύλη μιας πολιορκούμενης πόλης. Ο κριός, μας λέει, είχε άλλο σκοπό: να κάνει ζημιά όχι στην πύλη, που δεν είχε το μέγεθος το οποίο παρουσιάζεται στις χολιγουντιανές ταινίες, αλλά στο περιτείχισμα.

Το βιβλίο του Θεοδόση Π. Τάσιου αποτελεί μια εμβριθή μελέτη στους όρους διεξαγωγής του πολέμου στην αρχαιότητα
Ο κινηματογράφος περιορίζεται συνήθως στα «γιουρούσια» των αντιμέτωπων στρατιών και στις μάχες εκ του συστάδην. Αλλά τα πράγματα συχνά είναι πολύ πιο σύνθετα. Οταν οι Σπαρτιάτες, που δεν διακρίνονταν για τις τεχνολογικές τους επιδόσεις, πολιόρκησαν την πόλη των Πλαταιών, διαπίστωσαν πως θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουν άλλες μεθόδους για να κάμψουν την αντίσταση των Πλαταιέων. Εφτιαξαν λοιπόν ένα περιτείχισμα με το οποίο κύκλωσαν την πόλη. Φοβούμενοι όμως ότι μπορεί να δέχονταν εκ των νώτων επίθεση από τους Αθηναίους, συμμάχους των Πλαταιέων, έφτιαξαν κι ένα δεύτερο περιτείχισμα και εγκαταστάθηκαν ανάμεσα στα δύο περιτειχίσματα. Αυτό ήταν μοναδικό φαινόμενο που δεν είχε παρουσιαστεί άλλη φορά.
Αμυντικά και επιθετικά μέσα
Η χρήση των υλικών και η αντοχή τους αναλύονται με γλαφυρό τρόπο από τον συγγραφέα, που απαντά σε πλήθος ερωτήματα, όπως γιατί δεν σχίζονταν οι μυκηναϊκές ασπίδες που ήταν φτιαγμένες από βοϊδοτόμαρο, ποια ήταν τα αμυντικά μέσα των πολιορκούμενων, ποια τα αμυντικά έργα στην ξηρά και στη θάλασσα, τι ρόλο έπαιζαν τα εγγειοβελτιωτικά έργα στην έκβαση μιας μάχης ή ενός πολέμου, ποιες οι ομοιότητες και ποιες οι διαφορές ανάμεσα στα αμυντικά και τα επιθετικά όπλα, πώς οι πολιορκούμενοι επετίθεντο εναντίον των πολιορκητικών πύργων με πυρφόρα βλήματα και πώς χρησιμοποιούσαν τους δικούς τους πετροβόλους καταπέλτες (τέτοιους είχαν και οι πολιορκητές) κ.ά. Εξόχως περιγράφονται οι γερανοί που χρησιμοποιούσε ο Αρχιμήδης εναντίον των ρωμαϊκών πλοίων που πολιορκούσαν τη θαλάσσια πόλη των Συρακουσών και πώς μ’ αυτούς κατέστρεφαν τα πλοία των Ρωμαίων. Το ίδιο έξοχη είναι και η περιγραφή του πρώτου φλογοβόλου που χρησιμοποίησαν οι Βοιωτοί και οι Πελοποννήσιοι σύμμαχοί τους εναντίον των Αθηναίων, όπως το περιγράφει εκτενώς ο Θουκυδίδης.
Το βιβλίο κλείνει με ένα κεφάλαιο που αναφέρεται στα ναυτικά επιθετικά όπλα: Πώς ήταν οι τριήρεις, τα εκπληκτικά πλοία του αθηναϊκού στόλου με τα φοβερά τους έμβολα, τι ήταν η μυκηναϊκή πεντηκόντορος, που κατά τον μύθο μετέφερε τους Αργοναύτες στον Εύξεινο Πόντο, πώς ήταν ο βυζαντινός δρόμων και γιατί το υγρόν πυρ των Αρχαίων προηγήθηκε από εκείνο των Βυζαντινών. Οι αναλυτικές περιγραφές των παραπάνω εξηγούν το θουκυδίδειο μέγα το της θαλάσσης κράτος· γιατί η τεράστια εμπειρία της θάλασσας παρέμεινε ζωντανή ως τις μέρες μας που μιλούμε τόσο συχνά περί «ναυτοσύνης» των Ελλήνων ή γιατί σήμερα η χωρητικότητα των ελληνικών εμπορικών πλοίων είναι η μεγαλύτερη παγκοσμίως.
Το βιβλίο διαβάζεται, όπως είπα, με μεγάλη ευχαρίστηση από τον μέσο μορφωμένο αναγνώστη αλλά ένας μηχανικός της κλάσης του Τάσιου δεν μπορεί παρά να επαληθεύει την κάθε περιγραφή του με επιστημονικούς όρους και μαθηματικούς τύπους. Και να συνοδεύει τα πάντα με σχέδια που έχει φτιάξει ο ίδιος, όχι ως υπόμνημα αλλά ως οργανικό τμήμα της πολυεπίπεδης αφήγησής του.
Η ελληνική βιβλιογραφία είναι τεράστια, όπως και η διεθνής, φυσικά. Ο συγγραφέας όμως δεν περιορίζεται στις παραπομπές σε άλλους επιστήμονες όποτε είναι αναγκαίες, αλλά ενίοτε κάποιες από αυτές τις αντιμετωπίζει και κριτικά. Ταυτοχρόνως, ως ολοκληρωμένος διανοούμενος δεν αγνοεί τη μεγάλη μυθολογική παράδοση του ελληνικού κόσμου, γιατί πιστεύει πως στον μύθο μπορούμε να βρούμε το ιστορικό ίχνος και να πάμε στα πραγματικά γεγονότα από τα οποία προέκυψε, όπως συμβαίνει με τις μεγάλες αφηγήσεις που μας ορίζουν: την Αργοναυτική εκστρατεία, τον Τρωικό πόλεμο και την Οδύσσεια. (Δεν μπορεί να μη σκεφτεί κανείς τα πανιά του Οδυσσέα διαβάζοντας τα σχετικά με τα υλικά των πλοίων, όπως τα ιστία και τα πανιά.)
Το υλικό των αφηγήσεων
Οι πρακτικές αλήθειες, οι οποίες συνοψίζονται στην τεχνολογία, είναι το τεράστιο υλικό των αφηγήσεων που μας προσφέρουν μια ολοκληρωμένη εικόνα του ελληνικού κόσμου, δηλαδή αυτού που είμαστε ή, σωστότερα, που οφείλουμε να είμαστε. Εχουμε λοιπόν ένα έργο διεθνούς επιπέδου αλλά και πολύ ελληνικό ταυτόχρονα. Στον δυτικό κόσμο επικρατεί η άποψη ότι με τον Κοπέρνικο ο άνθρωπος γίνεται νομοθέτης της φύσης. Ομως αυτή είναι μια μεταγενέστερη διαπίστωση που αγνοεί το παρελθόν, δηλαδή το ιστορικό φορτίο. Ο Τάσιος πάει πιο μακριά, δηλαδή πιο πίσω: «Η τεχνολογία», γράφει στην εισαγωγή του, «συνιστά μιαν ισχυρή παρέμβαση στη Φύση, είτε μεταβάλλοντας τον σκοπό φυσικών δημιουργημάτων, είτε προσθέτοντας καινούργια δημιουργήματα. (Απ’ αυτήν την άποψη, ο Ανθρωπος μοιάζει σαν συνεχιστής της Δημιουργίας.)».
Ενα βιβλίο αληθινό απόκτημα.
