Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε φάση βαθιάς αναδιάταξης, καθώς η παγκοσμιοποίηση μετασχηματίζεται σε ένα πιο πολυπολικό και κατακερματισμένο σύστημα, υπό την επίδραση γεωπολιτικών κραδασμών, εμπορικών συγκρούσεων και του ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Παράλληλα, η Τεχνητή Νοημοσύνη και οι ανακατατάξεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες αναδεικνύουν τα όρια της υφιστάμενης παγκόσμιας χρηματοοικονομικής αρχιτεκτονικής. Ωστόσο, το νέο αυτό περιβάλλον συνιστά ταυτόχρονα πρόκληση και ευκαιρία, όπως αναδείχθηκε στη συζήτηση της θεματικής ενότητας «Αναλύοντας τον Μετασχηματισμό του Διεθνούς Οικονομικού Συστήματος: Προκλήσεις και Ευκαιρίες για την Ευρώπη και την Ελλάδα». Στη συζήτηση συμμετείχαν η Φοίβη Κουντούρη, Καθηγήτρια στο ΟΠΑ, ο Κυριάκος Σαμπατακάκης, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Accenture, ο Τάσος Αναστασάτος, Chief Economist της Eurobank, και ο Νίκος Μαγγίνας, Chief Economist της Εθνικής Τράπεζας. Όπως τονίστηκε, το ζητούμενο είναι η αξιοποίηση των διεθνών μετασχηματισμών μέσα από μεταρρυθμίσεις, επενδύσεις σε γνώση και τεχνολογία, χρηματοοικονομική επάρκεια και στρατηγική προσαρμογή, ώστε να επιτευχθεί βιώσιμη ανάπτυξη και πραγματική σύγκλιση.
Αναδιάρθρωση της Παγκόσμιας Χρηματοοικονομικής Αρχιτεκτονικής
Της Φοίβης Κουντούρη, Καθηγήτριας του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών του ΟΠΑ, Επισκέπτριας Καθηγήτριας στο Cambridge University

Η παγκόσμια χρηματοοικονομική αρχιτεκτονική βρίσκεται σε ιστορικό σηµείο καµπής. Σχεδιασµένη για έναν µεταπολεµικό κόσµο περιορισµένης αλληλεξάρτησης, λειτουργεί σήµερα σε ένα βαθιά διασυνδεδεµένο και πολυπολικό περιβάλλον, χωρίς όµως το αναγκαίο πλαίσιο αποτελεσµατικής και ηθικής πολυµέρειας (effective and ethical multilateralism) που απαιτείται για τη διασφάλιση της ειρήνης, της ευηµερίας και της πλανητικής σταθερότητας. Το αποτέλεσµα είναι ένα σύστηµα που υποεπενδύει συστηµατικά στη βιώσιµη ανάπτυξη, ενώ ταυτόχρονα εκθέτει τον κόσµο σε κλιµατικούς κινδύνους, κρίσεις χρέους (debt crises) και διευρυνόµενες ανισότητες.
Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη παγκόσμιου κεφαλαίου, αλλά η αποτυχημένη κατανομή του. Περίπου 30 τρισεκατομμύρια δολάρια παγκόσμιων αποταμιεύσεων κυκλοφορούν ετησίως. Ωστόσο, οι χώρες με τις υψηλότερες κοινωνικές, περιβαλλοντικές και οικονομικές αποδόσεις – εκείνες που επενδύουν στην εκπαίδευση, την υγεία, την κλιματική ανθεκτικότητα (climate resilience) και τη βιοποικιλότητα – τιμωρούνται μέσω στρεβλών μεθοδολογιών πιστοληπτικής αξιολόγησης (sovereign credit rating methodologies), βραχυπρόθεσμων δομών χρέους (short-term debt structures) και υπερβολικά υψηλού κόστους κεφαλαίου (excessive cost of capital). Αυτό δεν είναι ούτε αποδοτικό ούτε δίκαιο.
Η αναδιάρθρωση της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής αρχιτεκτονικής απαιτεί, επομένως, κάτι περισσότερο από τεχνικές μεταρρυθμίσεις. Απαιτεί πρόσβαση σε μακροπρόθεσμη και προσιτή χρηματοδότηση (long-term concessional and affordable finance), ευθυγραμμισμένη με τα χρονοδιαγράμματα της βιώσιμης ανάπτυξης· ουσιαστική αναδιάρθρωση χρέους (comprehensive debt restructuring) και ανταλλαγές χρέους με επενδύσεις για το κλίμα και τη φύση (debt-for-climate and debt-for-nature swaps), μεταρρύθμιση των μεθοδολογιών αξιολόγησης κινδύνου (risk assessment and credit rating reform)· καθώς και την ανάπτυξη νέων παγκόσμιων φορολογικών μηχανισμών (global taxation mechanisms) για τη χρηματοδότηση παγκόσμιων δημόσιων αγαθών (global public goods). Οι μεταρρυθμίσεις αυτές είναι κρίσιμες για την απελευθέρωση επενδύσεων στο ανθρώπινο κεφάλαιο και τη φύση – τις επενδύσεις με τη μεγαλύτερη κοινωνική απόδοση.
Ως Πρόεδρος του Παγκόσμιου Κόμβου Κλίματος του Δικτύου Λύσεων Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ, ηγούμαι μιας παγκόσμιας πλατφόρμας επιστήμης και πολιτικής που υποστηρίζει κυβερνήσεις και θεσμούς στον σχεδιασμό τεκμηριωμένων στρατηγικών για το κλίμα και τη βιωσιμότητα. Σε όλες τις περιοχές του κόσμου, το συμπέρασμα είναι σαφές: η κλιματική φιλοδοξία αποτυγχάνει όταν απουσιάζει η πρόσβαση σε μακροπρόθεσμη και προσιτή χρηματοδότηση (access to long-term affordable finance).
Η οπτική αυτή βρίσκεται στο επίκεντρο της Έκθεσης των Ηνωμένων Εθνών για την Παγκόσμια Βιώσιμη Ανάπτυξη 2027, της εμβληματικής έκθεσης που καθοδηγεί την παγκόσμια εφαρμογή των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης, της οποίας έχω την ευθύνη ως Επικεφαλής Επιστήμονας. Η Έκθεση του 2027 θα καταδείξει ότι η βιώσιμη ανάπτυξη περιορίζεται λιγότερο από τεχνολογικά εμπόδια και περισσότερο από ασύμβατα χρηματοοικονομικά συστήματα (misaligned financial systems) και βραχυπρόθεσμα χρηματοοικονομικά κίνητρα (short-term financial incentives), αποτελώντας βασικό οδηγό για τη διαμόρφωση των εθνικών πολιτικών και των παγκόσμιων στρατηγικών τα επόμενα χρόνια, θέτοντας τα θεμέλια για την επίτευξη της Ατζέντας 2030.
***
Βαθείς διεθνείς μετασχηματισμοί, προκλήσεις για την Ελλάδα
Του Τάσου Αναστασάτου, Επικεφαλής Οικονομολόγου του ομίλου της Eurobank και Προέδρου της Συντονιστικής Επιτροπής Οικονομικής Ανάλυσης της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών (ΕΕΤ)

Η διεθνής οικονομία υφίσταται σήµερα µεγάλες διαταραχές στο επέκεινα των δασµολογικών πολέµων και του εξελισσόµενου σινο-αµερικανικού ανταγωνισµού: από ένα πρότυπο παγκοσµιοποίησης του εµπορίου και των εφοδιαστικών αλυσίδων, σε προστατευτικές πολιτικές και σφαίρες επιρροής, γεωστρατηγικές αλλά και οικονοµικές. Σε αυτό το πλαίσιο, η υλοποίηση προγραµµάτων αµυντικού επανεξοπλισµού από πολλές χώρες προκαλεί τον αναπροσανατολισµό της ζήτησης εν γένει. Επιπροσθέτως, η ανάπτυξη Τεχνητής Νοηµοσύνης µετασχηµατίζει βαθιά την οικονοµία, από τη µία υποσχόµενη µια τεράστια αύξηση της παραγωγικότητας, από την άλλη όµως επιφέροντας δοµικές αλλαγές στην αγορά εργασίας, τον ίδιο τον τρόπο που νοείται η εργασία. Η αβεβαιότητα είναι µεγάλη.
Σε αυτό το σταυροδρόμι, η Ευρώπη εμφανίζεται να υστερεί τεχνολογικά και αναπτυξιακά, παγιδευμένη σε έναν φαύλο κύκλο υπερρύθμισης, ενεργειακής εξάρτησης και στρατηγικής αμηχανίας. Επιπλέον, ο πολιτικός κατακερματισμός εμποδίζει την υλοποίηση πολιτικά δύσκολων – πλην οικονομικά αναγκαίων – αλλαγών, αρχής γενομένης από τις μεταρρυθμίσεις και τις επενδύσεις που περιγράφονται στις εκθέσεις Λέττα και Ντράγκι. Ωστόσο, η βίαιη αφύπνιση της ηπείρου μας στις νέες γεωοικονομικές πραγματικότητες, σε συνδυασμό με την αναμφισβήτητη ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού και το οικονομικό της μέγεθος, επιτρέπουν μια αισιοδοξία. Αλλωστε, ιστορικά η ευρωπαϊκή ενοποίηση διαμορφώθηκε από την απόκριση της οικονομικής πολιτικής στην πίεση που δημιουργούσαν οι διαδοχικές κρίσεις – και πήγε πολύ μακρύτερα από όσο κάποιοι προέβλεπαν στην αρχή του εγχειρήματος.
Ένα τέτοιο πολύπλοκο εξωτερικό περιβάλλον, με ευκαιρίες αλλά και μεγάλες αβεβαιότητες, δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστη μία μικρή ανοιχτή οικονομία όπως η ελληνική. Στο βραχυχρόνιο διάστημα η ανάπτυξη αναμένεται να συνεχίσει με ικανοποιητικούς ρυθμούς με βασική ατμομηχανή το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Στο πιο μακροπρόθεσμο διάστημα όμως, η εξωτερική αβεβαιότητα επαναφέρει με επιτακτικό τρόπο τις δομικές προκλήσεις της υποεπένδυσης, της εξωτερικής ανισορροπίας και της δημογραφικής γήρανσης. Επιπροσθέτως, και παρά την υπερδεκαετή κρίση και τα προγράμματα προσαρμογής, το αναπτυξιακό υπόδειγμα της χώρας εξακολουθεί να εμφανίζει συμπτώματα μονομέρειας: υπερβολική εξάρτηση από την ιδιωτική κατανάλωση από την πλευρά της ζήτησης και από τις υπηρεσίες ψυχαγωγίας από την πλευρά της προσφοράς. Είναι επιτακτική ανάγκη η Ελλάδα να εκμεταλλευτεί τις διεθνείς ανακατατάξεις για να ξαναμπεί στο παιχνίδι των νέων οικονομικών δραστηριοτήτων, που ενσωματώνουν περισσότερη γνώση και τεχνολογία. Πρώτη προτεραιότητα είναι η υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν την παραγωγικότητα, θα προσελκύσουν περισσότερες και ποιοτικότερες επενδύσεις και θα αναστρέψουν την απώλεια καταρτισμένων ανθρώπων στο εξωτερικό.
***
Αναδιάταξη παγκοσμιοποίησης, γεωπολιτικοί κραδασμοί και προκλήσεις για την ελληνική οικονομία
Του Νίκου Μαγγίνα, Επικεφαλής Οικονομολόγου της Εθνικής Τράπεζας

Βιώνουμε μία περίοδο επιταχυνόµενης αναδιάταξης του παγκόσµιου οικονοµικού συστήµατος και αυξανόµενης επίδρασης των γεωπολιτικών παραγόντων στη διαµόρφωση της διεθνούς οικονοµικής αρχιτεκτονικής. Θα τολµούσα να πω ότι δεν παρατηρούµε αναστροφή ή συρρίκνωση της παγκοσµιοποίησης αλλά µάλλον ότι γινόµαστε µάρτυρες µιας ριζικής αναδιαµόρφωσής της µε περισσότερο πολύ-πολικά χαρακτηριστικά και µε διευρυνόµενες πλέον αποκλίσεις από τις αρχές του «δυτικού κόσµου» που αποτέλεσαν την πυξίδα των διεθνών οικονοµικών εξελίξεων, ειδικά µετά τον Β’ Παγκόσµιο Πόλεµο. Όλα αυτά εκτυλίσσονται σε ένα περιβάλλον κόπωσης, ανασφάλειας και διχασµού ειδικά στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, αλλά και πέραν του Ατλαντικού. Οι διεθνείς αλυσίδες αξίας ανασχεδιάζονται, ενώ έννοιες και πεδία χάραξης οικονοµικής πολιτικής µε προσανατολισµό προς τη στρατηγική αυτονοµία, την ασφάλεια τροφοδοσίας και την αυτάρκεια σε κρίσιµους τοµείς (όπως αυτοί της ενέργειας, της άµυνας, της υγείας, των κρίσιµων πρώτων υλών και της υψηλής τεχνολογίας) κερδίζουν διαρκώς έδαφος. Ο αναδυόµενος αναθεωρητισµός αγγίζει πλέον τα όρια διακρατικού εκβιασµού µε απειλή οικονοµικών και άλλης φύσεως κυρώσεων από τις πιο ισχυρές, γεωπολιτικά, χώρες, ενώ η Ευρώπη βιώνει αυξανόµενες υπαρξιακές προκλήσεις.
Παράλληλα παρατηρείται μια πρωτοφανής αποστασιοποίηση των εξελίξεων στις χρηματοοικονομικές αγορές από τους ανωτέρω σοβαρούς παράγοντες αβεβαιότητας με νέα επενδυτικά αφηγήματα, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη, να οδηγούν σε ράλι αποτιμήσεων εν μέσω προσδοκιών για έκρηξη της συνολικής παραγωγικότητας αλλά και των κερδών των επιχειρήσεων αλλά και συνολικά, της ευημερίας των χωρών που πρωταγωνιστούν στον κλάδο. Οι ανωτέρω τάσεις συντείνουν, τουλάχιστον βραχυπροθέσμα, στην αύξηση της ανισότητας και τείνουν να ανατροφοδοτήσουν τις οικονομικές και κοινωνικές αποκλίσεις τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και εσωτερικά σε κάθε χώρα. Παρά τις αντοχές που έχει δείξει η ελληνική οικονομία οι προκλήσεις ίασης του πλήγματος από τη μακροχρόνια κρίση καθώς και επιτάχυνσης της πορείας πραγματικής σύγκλισης με την ΕΕ είναι αναπόφευκτο να ενταθούν. Πέραν του ακραία ανταγωνιστικού διεθνούς περιβάλλοντος, είναι πλέον εμφανής η αποδυνάμωση των κινήτρων για οικονομικό συντονισμό και κεντρική χρηματοδότηση πολιτικών που ευνοούν τη σύγκλιση στην ΕΕ, με δεδομένο ότι οι χώρες του πυρήνα της Ευρωζώνης αντιμετωπίζουν οι ίδιες τεράστιες προκλήσεις. Τα επόμενα χρόνια θα δοκιμαστεί η αντοχή των επώδυνων αναδιαρθρώσεων που συντελέστηκαν κατά την πολυετή κρίση, καθώς και η ικανότητα των υφιστάμενων θετικών καταλυτών για την ελληνική Οικονομία – συμπεριλαμβανομένου του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας – να μετουσιωθούν σε μια διατηρήσιμη αναβάθμιση της αναπτυξιακής τροχιάς της χώρας που θα συντείνει σε βελτίωση των κοινωνικών δεικτών και της εξωστρέφειάς της.
***
10 μακροοικονομικές τάσεις για το 2026
Του Δρος Κυριάκου Σαμπατακάκη, Προέδρου και Διευθύνοντoς Συμβούλου στην Accenture

Tο 2025, η παγκόσμια οικονομία, αν και έδειξε ανθεκτικότητα, παρέµεινε εύθραυστη. Το 2026 αναµένεται να φέρει ένα πιο καλά ορισµένο πλαίσιο, αλλά ταυτόχρονα µεγαλύτερες αποκλίσεις, γεωοικονοµικό κατακερµατισµό, εντονότερο ανταγωνισµό και αυξηµένες πιέσεις στη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα.
Ως Accenture θεωρούμε ότι οι παρακάτω τάσεις θα έχουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος:
Ανάπτυξη «δύο ταχυτήτων»: Οι επενδύσεις στην Tεχνητή Nοημοσύνη (ΤΝ), οι κρατικές πολιτικές και ο κατακερματισμός του εμπορίου δημιουργούν έντονες διαφοροποιήσεις μεταξύ κλάδων, επιχειρήσεων και καταναλωτικών ομάδων.
Αβεβαιότητα για τους δασμούς: Καθώς οι υψηλοί δασμοί παγιώνονται, οι επιπτώσεις τους γίνονται διαρθρωτικές.
Αναταράξεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα: Τα επιτόκια και τα αυξημένα δημοσιονομικά βάρη ενισχύουν την ευπάθεια του συστήματος.
Συμπίεση μεσαίας τάξης: Η στέγαση, η ενέργεια και οι έμμεσες επιπτώσεις των δασμών διευρύνουν το χάσμα μεταξύ εισοδηματικών κατηγοριών.
Διεύρυνση χάσματος παραγωγικότητας λόγω ΤΝ: Οι επιχειρήσεις και οι χώρες που ενσωματώνουν την TN στις καθημερινές τους λειτουργίες αποκτούν σαφές πλεονέκτημα.
Εξαγωγικό μοντέλο και βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας από την Κίνα: Το γεγονός αυτό αυξάνει την πίεση στον μεταποιητικό κλάδο και συμπιέζει παράλληλα τα περιθώρια κέρδους διεθνώς.
Μείωση ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης: Η αργή και ανομοιόμορφη εφαρμογή της ευρωπαϊκής ατζέντας για την επίτευξη οικονομικής ασφάλειας προσθέτει νέα επίπεδα πολυπλοκότητας για τις επιχειρήσεις, χωρίς να μεταφράζεται σε ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς τους. Υπό συνθήκες, η Ευρώπη θα μπορούσε να επιδείξει σημαντική πρόοδο εστιάζοντας σε συγκεκριμένους τομείς οικονομικής υπεροχής της.
Τεχνολογική κυριαρχία: Ο ανταγωνισμός ΗΠΑ – Κίνας για την υπεροχή στην TN ασκεί πιέσεις στους οργανισμούς να επιλέξουν μεταξύ ανταγωνιστικών τεχνολογικών οικοσυστημάτων ή να αναπτύξουν υβριδικές λύσεις.
Πιέσεις στα ενεργειακά συστήματα: Η ενεργειακή ζήτηση των κέντρων δεδομένων (data centers) απόρροια της TN θα αυξάνεται, δημιουργώντας πιέσεις στις δυτικές αγορές, όπου η δυναμικότητα των ηλεκτρικών δικτύων δεν επαρκεί.
Επαναπατρισμός Παραγωγής (Reshoring) και ενεργειακή ασφάλεια: Περιοχές που προσφέρουν ελκυστικές επιλογές διαφοροποίησης των εφοδιαστικών αλυσίδων, ετοιμότητα για ανάπτυξη data centers και πρόσβαση σε κρίσιμους πόρους προσελκύουν αυξανόμενες επενδύσεις.
H γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας, η επιτάχυνση των επενδύσεων και οι πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη ψηφιακών και ενεργειακών υποδομών δημιουργούν πραγματικές προϋποθέσεις αναβάθμισης του ρόλου της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή. Το κρίσιμο στοίχημα είναι η ταχύτητα και η συνέπεια. Η Ελλάδα έχει τη δυναμική και τη δυνατότητα να κινηθεί προς το μέλλον, όχι αποσπασματικά, αλλά με σαφή στρατηγική, τόλμη και μακροπρόθεσμο όραμα.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στο ένθετο ΟΠΑ News του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών που κυκλοφόρησε με «Το Βήμα της Κυριακής» την Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026
