Δεκαπέντε Νοεμβρίου 1999. Μια ακόμη θεατρική πρόβα βρίσκεται σε εξέλιξη.
Οι ηθοποιοί επαναλαμβάνουν τις κινήσεις τους, οι τεχνικοί εργάζονται πυρετωδώς για να κουρδίσουν τις λεπτομέρειες, η παράσταση αναζητεί τον τελικό της ρυθμό σε μια ατελείωτη πάλη με το κείμενο.
Ξαφνικά και βίαια η διαδικασία διακόπτεται. Ο Μίνως Βολανάκης καταρρέει επί σκηνής και λίγο αργότερα πεθαίνει από έμφραγμα. Ήταν εβδομήντα τριών ετών.
Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε ρίγος στον θεατρικό κόσμο, όχι μόνο επειδή έφυγε ένας από τους κορυφαίους Έλληνες σκηνοθέτες του 20ού αιώνα, αλλά και επειδή το ίδιο το τέλος του φάνηκε να συμπυκνώνει συμβολικά ολόκληρη τη διαδρομή του. Ο άνθρωπος που αφιέρωσε την ύπαρξή του στο θέατρο έφυγε μέσα σε αυτό, στην καρδιά της δημιουργίας και όχι αναπαυμένος στις δάφνες κάποιου θρόνου. Πέθανε επί το έργον.
Υπάρχει μάλιστα μια παράξενη, σχεδόν ανατριχιαστική σύμπτωση που συνοδεύει εκείνη τη νύχτα. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, ο Βασίλης Βασιλικός μετέφερε την είδηση του θανάτου του στο Παρίσι, στο Θέατρο Σατελέ, λίγα μόλις δευτερόλεπτα πριν από την έναρξη της μουσικής δράσης «Ούτις» του Λουτσιάνο Μπέριο. Ούτις. Κανένας. Το όνομα που χρησιμοποίησε ο πολυμήχανος Οδυσσέας για να ξεγελάσει τον Κύκλωπα και να δραπετεύσει.

Η αναφορά γεννά από μόνες της συνεκδοχές. Γιατί ο Βολανάκης υπήρξε πράγματι ένας ιδιότυπος Οδυσσέας της δική του θεατρικής Οδύσσειας. Ένας διανοούμενος που κινήθηκε διαρκώς ανάμεσα στις Συμπληγάδες Πέτρες των άκαμπτων κρατικών θεσμών, στις Σειρήνες των μεγάλων ιδιωτικών θιάσων και στους Λωτοφάγους των μακρινών χωρών όπου βρέθηκε να σκηνοθετεί. Πλοηγήθηκε ανάμεσα σε αισθητικές σχολές και ριζικά διαφορετικές αντιλήψεις για την τέχνη, ταγμένος στην ουτοπία του θεάτρου ως του κατεξοχήν τόπου των ανθρώπων, χωρίς να εγκατασταθεί ποτέ οριστικά, και με ασφάλεια, σε καμία καρέκλα.
Φέτος συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τη γέννησή του (22 Ιουλίου 1926). Η επέτειος αλλά και το μεγάλο αφιέρωμα του Φεστιβάλ «Στη Σκιά των Βράχων» – με μια εκδήλωση αύριο Τρίτη, μια έκθεση φωτογραφίας και την κυκλοφορία μιας συστηματικής έκδοσης για τα έργα και τις ημέρες του δημιουργού – δίνει την ιδανική αφορμή για να επιστρέψουμε μια προσωπικότητα που επαναπροσδιόρισε το ελληνικό θέατρο, τη μετάφραση, τη διδασκαλία των ηθοποιών και –το κυριότερο– τη σχέση της υψηλής τέχνης με τον δημόσιο χώρο και τελικά με το κοινό.
Η Ιθάκη ενός ανήσυχου δημιουργού και η ουτοπία της πέτρας
Αν υπάρχει ένα επίτευγμα με το οποίο το όνομα του Βολανάκη ταυτίστηκε απόλυτα, αυτό είναι τα Θέατρα Βράχων. Σήμερα η ύπαρξή τους μοιάζει δεδομένη ή μάλλον αυτονόητη. Ωστόσο, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, σε μια Αθήνα που αναπτυσσόταν άναρχα, δίνοντας ως σπονδή στην ανάπτυξη τις γειτονιές της, τίποτα δεν ήταν δεδομένο.

Το νταμάρι του Βύρωνα με χειρόγραφες σημειώσεις. Αρχείο Φίλοι Μίνου Βολανάκη
«Φανταστείτε έναν άνθρωπο», γράφει στο της σημείωμα η Καλλιτεχνική Διευθύντρια του Φεστιβάλ στη Σκιά των Βράχων, Τασία Σαρρίδου. «Έναν άνθρωπο που μια μέρα βρέθηκε μπροστά σ’ ένα νταμάρι και δεν είδε πέτρες. Είδε θέατρο. Είδε τον τόπο που χρειάζεται η τραγωδία για να αναπνεύσει. Εκεί που άλλοι έβλεπαν πληγές στο έδαφος, εκείνος είδε κερκίδες και κοίλον. Εκεί που άλλοι άκουγαν τη σιωπή της εγκατάλειψης αυτός χαρτογραφούσε την ακουστική».
Αυτή η σύλληψη ήταν βαθιά πολιτική. Σε μια εποχή που ο πολιτισμός ασφυκτιούσε στο κέντρο της Αθήνας, αυστηρά οριοθετημένος για τους λίγους, ο σκηνοθέτης επέμενε στην αποκέντρωση. Όπως επισημαίνει η κ. Σαρρίδου: «Πάντα επέστρεφε σε μια πόλη που αγαπούσε. Σε μια Αθήνα που μεγάλωνε άναρχα, βιαστικά, χωρίς να αφήνει χώρο για την ψυχή της. Βύρωνας, Νίκαια, Πετρούπολη. Γειτονιές που δεν τις κοίταζε κανείς. Άνθρωποι που δεν τους περίμενε κανένα θέατρο. Εκεί έστησε τα θέατρά του — όχι ως χειρονομία κοινωνικής πολιτικής, αλλά ως δήλωση πως αυτοί οι άνθρωποι, αυτή η πέτρα, αυτή η νύχτα ανήκουν στο ίδιο σύμπαν με τον Αισχύλο».
Ο ίδιος, άλλωστε, το είχε συνοψίσει με αφοπλιστική δωρικότητα, κατανοώντας τη μυστική ζωή των υλικών: «Οι χώροι αυτοί είναι πέτρα, είναι δηλαδή ό,τι καθαρότερο έχει η Ελλάδα».

Χειρόγραφα από τη μετάφραση της Παλατινής Ανθολογίας. Αρχείο Φίλοι Μίνου Βολανάκη
Αυτή η ουτοπία είχε έναν ξεκάθαρο αποδέκτη: το κοινό. Όπως εξηγεί η Μιχαέλα Αντωνίου –υπεύθυνη επιστημονικής επιμέλειας της νέας επετειακής έκδοσης και Ε.ΔΙ.Π. στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ– ο Βολανάκης «είχε ένα όραμα πολύ συγκεκριμένο: ήθελε ένα θέατρο υψηλής ποιότητας για ένα ευρύ κοινό.
Ουσιαστικά τα Θέατρα Βράχων γι’ αυτό ακριβώς τα δημιούργησε. Για να περάσει σε μια μεγαλύτερη μάζα την υψηλή τέχνη. Είχε φοβερό συμβολισμό το να πάρεις έναν σκουπιδότοπο και να τον μετατρέψεις σε θέατρο. Ήταν μια κίνηση προωθημένη για την εποχή, που πήγαζε από τη βαθιά του πίστη στην αποκέντρωση της τέχνης». Το τοπίο, όπως σημειώνει και το Σωματείο των φίλων του, δεν ήταν πια ένα απλό φόντο, αλλά ένας ζωντανός συνομιλητής.

Χάρτης όπου είναι σημειωμένα τα θέατρα βράχων στην Αττική. Αρχείο Φίλοι Μίνου Βολανάκη
Όταν τα Θέατρα Βράχων άνοιξαν τον Αύγουστο του 1980 με τον Μάνο Χατζιδάκι στο πιάνο, κάτω από τα αστέρια, ελάχιστοι μπορούσαν να διαβλέψουν την παγκόσμια απήχησή τους. Όταν, όμως, πέντε χρόνια αργότερα, δύο σκηνοθέτες-ογκόλιθοι που μπορούσαν να επιλέξουν οποιαδήποτε σκηνή στον κόσμο, ο Πίτερ Μπρουκ και ο Πέτερ Στάιν, αρνήθηκαν το Ηρώδειο και ζήτησαν τα νταμάρια, το όραμά του δικαιώθηκε. Όπως αναφέρει η Τασία Σαρρίδου, «κάποιος τους είχε μιλήσει για “έναν τόπο, όπου η πέτρα θυμάται”».
Ο Ευρωπαίος διανοούμενος, το εγχώριο star system και η μέθοδος
Ο Βολανάκης ανήκε σε εκείνη τη γενιά Ελλήνων δημιουργών που συμμετείχαν ενεργά στον πολιτιστικό διάλογο της μεταπολεμικής Ευρώπης, κουβαλώντας μια στέρεη ανθρωπιστική παιδεία. Σπούδασε στη Βρετανία, γνώρισε τις διεθνείς σχολές σκέψεις και θεατρικής πράξης και κινούνταν με την ίδια άνεση από τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη μέχρι τον Ζενέ, τον Ανούιγ και τον Μπέκετ. Το αλάθητο ένστικτό του επιβεβαιώνεται από την περίφημη ιστορία με τον νεαρό Σον Κόνερι, τον οποίο ανακάλυψε και σκηνοθέτησε πολύ πριν ο τελευταίος γίνει παγκόσμιο ίνδαλμα.

Περφόρμανς του χοροθεάτρου του Ντανιέλ Λομέλ στις Γιορτές των βράχων, 1980. Αρχείο Φίλοι Μίνου Βολανάκη
Παρότι το εξωτερικό τού προσέφερε τα πάντα, εκείνος επέστρεφε διαρκώς στην Ελλάδα. Για να κάνει, όμως, το υψηλό θέατρο που ονειρευόταν, χρειαζόταν πόρους και ένα ισχυρό όχημα επικοινωνίας. Έτσι, ο στοχαστικός οραματιστής δε δίστασε να συμμαχήσει με τους σταρ της εποχής, γεφυρώνοντας το χάσμα μεταξύ εμπορικού και ποιοτικού θεάτρου.
«Ήταν ένας σκηνοθέτης πρωταγωνιστών», ξεκαθαρίζει η Μιχαέλα Αντωνίου. «Μέσα σε αυτό το αδυσώπητο θεατρικό πεδίο, στράφηκε στην Αλίκη Βουγιουκλάκη, στην Τζένη Καρέζη και αργότερα στον Σπύρο Παπαδόπουλο, για να εξασφαλίσει τα χρήματα που απαιτούσε το όραμά του».
Όμως, δεν έκανε εκπτώσεις. Δεν τους άφηνε στην ασφάλεια της μανιέρας τους, αλλά απαιτούσε απόλυτη παράδοση και ξεγύμνωμα.

Περφόρμανς με τις φιγούρες Les Anthropakia του Γιάννη Γαΐτη στις Γιορτές των βράχων, 1980. Αρχείο Φίλοι Μίνου Βολανάκη
«Εγκατέλειπε τους ηθοποιούς που δεν ήθελαν να βοηθηθούν, για να ασχοληθεί εξαντλητικά με αυτούς που πραγματικά ήθελαν να αφεθούν στα χέρια του. Εξέλιξε μία μέθοδο που έβαζε τον ηθοποιό στο κέντρο, δουλεύοντας με τα “κίνητρα” και τα “θέλω” του ρόλου, συστήνοντας στους Έλληνες ηθοποιούς σύγχρονες υποκριτικές μεθόδους που εκκινούν από τον Στανισλάφσκι», σημειώνει η κ. Αντωνίου, υπογραμμίζοντας την επιδραστικότητά του: «Στήριξε καθοριστικά θέατρα όπως το θέατρο “Πράξη” της Μπέττυς Αρβανίτη και η “Πόρτα” της Ξένιας Καλογεροπούλου. Σε αυτόν απευθύνθηκαν για να κάνουν το βήμα τους προς ένα πιο ποιητικό θέατρο».
Ο δημιουργός που αρνιόταν τις ταμπέλες
«Μην αφήσεις να σε εγκλωβίσουν σε έναν ρόλο. Όχι, ποτέ. Είναι θάνατος».
Αυτή η φράση αποτελεί ίσως την απόλυτη παρακαταθήκη του. Ο Βολανάκης αρνιόταν κατηγορηματικά τις κατηγοριοποιήσεις. Δεν ήταν απλώς ένας σκηνοθέτης ή ένας μεταφραστής. Ήταν ένας αλχημιστής της τέχνης, ένας καλλιτέχνης που επιχειρούσε να δώσει πλαστική μορφή στο θεατρικό κείμενο.
Δεν ανήκε στους ιεραποστόλους της αυστηρής φόρμας. Ήταν ταυτόχρονα αναλυτικός και ενορατικός, πνευματικός αλλά και βαθιά αισθησιακός. «Διάβαζε τα έργα και τα μετέφραζε, κυρίως για να μπορεί να τα σκηνοθετήσει. Βυθιζόταν στο κείμενο μέσα από την ίδια τη μετάφραση, πριν καν φτάσει στην πρώτη πρόβα», εξηγεί η Μιχαέλα Αντωνίου αναλύοντας τον τρόπο δουλειάς του. Μετέφραζε ιδέες σε εικόνες, απεγκλωβίζοντας το κείμενο από τις σελίδες και αναζητώντας με ποιον ηθοποιό και πώς μπορεί να λάμψει η κάθε λέξη.

Η Μελίνα Μερκούρη και ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Μήδεια, 1976. Φωτογράφος Σωκράτης Ιορδανίδης. Αρχείο ΚΘΒΕ
Πίσω, όμως, από την απόλυτη αφοσίωση στην τέχνη, κρυβόταν ένας άνθρωπος που ασφυκτιούσε στα γραφεία. «Παρόλο που γνώριζε πάρα πολύ καλά το πώς να κάνει υψηλή θεατρική πράξη, είχε μια δυσκολία να συντονιστεί με τα διοικητικά. Δεν τον ενδιέφεραν καθόλου. Όταν βρέθηκε δύο φορές σε θέση ευθύνης (ως καλλιτεχνικός διευθυντής), και τις δύο φορές έφυγε θεαματικά, γιατί δεν μπορούσε να συνεργαστεί σε αυτό το πλαίσιο. Ήταν εστιασμένος στην τέχνη την ίδια, παρά στα γραφειοκρατικά που την περιβάλλουν», υπογραμμίζει η κ. Αντωνίου.
Κι όμως, παρά την εκρηκτικότητά του απέναντι στους θεσμούς, η ίδια, που είχε την τύχη να τον γνωρίσει ως παιδί και να τον συναναστραφεί ως έφηβη, σπεύδει να προσθέσει μια άγνωστη σε πολλούς πτυχή της προσωπικότητάς του: «Ήταν ένας εξαιρετικά ευγενής και ήπιος άνθρωπος στην ουσία του».

Η Ειρήνη Παπά και ο Χορός, Μήδεια, 1973. Αρχείο Φίλοι Μίνου Βολανάκη
Αυτή η εσωτερική ευγένεια μεταφραζόταν σε μια συγκινητική στάση ζωής. Δεν ήταν απλά ένας πνευματικός ταγός, αλλά ένας άνθρωπος της έμπρακτης αλληλεγγύης. Ήταν εκείνος που καθόταν εθελοντικά στη γραμμή SOS στο Λονδίνο ακούγοντας τον πόνο των αγνώστων, εκείνος που φιλοξένησε στα κρυφά αυτοεξόριστους τα χρόνια της Δικτατορίας, εκείνος που στήριξε αθόρυβα ανθρώπους που είχαν ανάγκη.
Τον πυρήνα αυτής της ηθικής τον συμπύκνωσε σε λίγες λέξεις: «Ο χρόνος που μας αναλογεί να ζήσουμε πρέπει να είναι απόλυτα δικός μας. Αν αυτό πλουτίζει και τους άλλους που βρίσκονται δίπλα μας, τότε μιλάμε και για προσφορά. Μόνο ως “εμείς” μπορούμε να είμαστε χρήσιμοι».
Η μνήμη ως πράξη: Το μεγάλο αφιέρωμα και η επετειακή έκδοση
Φέτος, αυτή η μνήμη γίνεται συλλογική γιορτή. Με πρωτοβουλία του Διαδημοτικού Δικτύου Πολιτισμού Δήμων Βύρωνα & Δάφνης-Υμηττού, το Φεστιβάλ στη Σκιά των Βράχων τιμά τα 100 χρόνια από τη γέννηση του δημιουργού του, με μια μεγάλη εναρκτήρια εκδήλωση υπό τον τίτλο «Ό,τι ξοδεύεις γίνεται δικό σου». Το αφιέρωμα θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη 2 Ιουνίου, στις 20:00, στο Θέατρο Βράχων «Άννα Συνοδινού».
Εκεί, σε συντονισμό της Μιχαέλας Αντωνίου, θα παρουσιαστεί η μνημειώδης, συστηματική έκδοση που ετοίμασε η ίδια, καρπός στενής συνεργασίας με το Σωματείο «Φίλοι Μίνου Βολανάκη» (το οποίο ιδρύθηκε το 2000 από τον κληρονόμο του, Νίκο Μακρίδη).

Προσχέδιο λοτοτύπου. Αρχείο Φίλοι Μίνου Βολανάκη
«Δε θεωρώ ότι είναι υποτιμημένος, αλλά νομίζω πως δεν έχει αποτυπωθεί το έργο του όσο θα έπρεπε, δεν έχει γίνει ευρέως γνωστό», εξηγεί η επιμελήτρια. «Είναι μια πολύ συστηματική έκδοση και καταγραφή. Πρόκειται για υλικό που δεν είχε ξανασυγκεντρωθεί ποτέ με τέτοια πληρότητα. Αναζητήσαμε στοιχεία σε κάθε ξεχωριστή σκηνή: από το Εθνικό και το ΚΘΒΕ, μέχρι τις ελεύθερες παραγωγές. Περιλαμβάνονται φωτογραφικά ντοκουμέντα, φράσεις από τα χειρόγραφά του, και υλικό από τα αρχεία των θεάτρων».
Στον τόμο καταθέτουν τη γνώση και τη μνήμη τους σημαντικές προσωπικότητες: «Γράφουν καθηγητές του ΕΚΠΑ (Γ. Ιωαννίδης, Κ. Διαμαντάκου, Τ. Δημητρούλια) και άνθρωποι του θεάτρου που συμπορεύτηκαν μαζί του: η Πέπη Ρηγοπούλου, ο Κοραής Δαμάτης, ο Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος, η Νικαίτη Κοντούρη, ο Γιάννης Ιορδανίδης, ο Δημήτρης Μαυρίκιος, ο Σάββας Στρούμπος, ενώ περιλαμβάνονται και δύο κείμενα του αείμνηστου Δ.Ν. Μαρωνίτη».
Όσο για την ίδια τη βραδιά της Τρίτης στο Θέατρο Βράχων, δε θα είναι ένας στεγνός ακαδημαϊκός απολογισμός. «Θα είναι μια σφαιρική εκδήλωση για την παρακαταθήκη του», εξηγεί η Μιχαέλα Αντωνίου. «Πέρα από τις ομιλίες συνεργατών του –όπως ο Γιάννης Αναστασάκης, η Αναστασία Παπαστάθη και η Ειρήνη Χατζηκωνσταντή– θα προβληθούν βίντεο από παλαιότερες συνεντεύξεις, θα ακουστούν δικά του λόγια και απαγγελίες».

Κλείνοντας το δικό της σημείωμα, η καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Τασία Σαρρίδου μοιράζεται μια βαθιά προσωπική αναζήτηση, στέκοντας απέναντι από τον βράχο που εκείνος δάμασε: «Αναρωτιέμαι: Τι είδε πρώτα ο Μίνως; Το θέατρο μέσα στο νταμάρι — ή το νταμάρι μέσα στον άνθρωπο; Γιατί κι εμείς έτσι είμαστε φτιαγμένοι. Με κοιλότητες. Με τοιχώματα που επιστρέφουν τη φωνή μας αλλαγμένη. Με στρώματα που δε φτάνει το φως. Όπως και να ‘χει, σ’ αυτόν χρωστάμε τη σκηνή αυτή. Την πέτρα. Τη νύχτα αυτή. Και την πεποίθηση ότι η τέχνη δε χρειάζεται την άδεια κανενός για να βρει τον δρόμο της — ακόμα κι αν αυτός ο δρόμος περνά μέσα από ένα εγκαταλελειμμένο λατομείο».
Ο 20ός αιώνας γέννησε πολλούς σπουδαίους σκηνοθέτες, όμως ελάχιστοι κατάφεραν να συνδέσουν το θέατρο με τον δημόσιο χώρο, τον ανθρωπισμό και τη μεταμόρφωση ενός τοπίου όσο ο Μίνως Βολανάκης.
Ένας δάσκαλος που δεν άφησε επιγόνους ή μιμητές, αλλά άνοιξε νέους τρόπους σκέψης, θυμίζοντάς μας ότι το σκοτάδι υπάρχει μόνο για να αναζητούμε το φως. Ακριβώς όπως έγραφε στο αγαπημένο του επίγραμμα από την Παλατινή Ανθολογία, σε δική του, αξεπέραστη μετάφραση:
«Απ’ το ουδέν οδεύεις στο μηδέν.
Στη διαδρομή θα δεις τον ήλιο».