Για τον Ντόναλντ Τραμπ, η γεωπολιτική δεν είναι ζήτημα δημοκρατικών αξιών, αλλά μια σκληρή επιχειρηματική διαπραγμάτευση. Μόνο που αυτή τη φορά, το διαπραγματευτικό χαρτί στο τραπέζι του είναι η ίδια η επιβίωση της Ταϊβάν.
Η πρόσφατη σύνοδος κορυφής του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο προκάλεσε ισχυρούς τριγμούς στις ισορροπίες της Ανατολικής Ασίας. Παγώνοντας ένα εξοπλιστικό πακέτο μαμούθ ύψους 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων προς την Ταϊβάν, ο Αμερικανός πρόεδρος έστειλε ένα σαφές μήνυμα: η στρατιωτική υποστήριξη των ΗΠΑ προς το νησί τελεί υπό όρους.
Το Πεκίνο έσπευσε αμέσως να εκμεταλλευτεί τη δήλωση για να πλήξει την αξιοπιστία της Ουάσιγκτον, ενώ στην Ταϊπέι φουντώνει η ανησυχία για το αν η χώρα μετατρέπεται σε ένα απλό πιόνι στη μεγάλη σκακιέρα των υπερδυνάμεων.
Ο Πρόεδρος της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε, ο οποίος αποτελεί συχνό στόχο της σφοδρής κριτικής του Πεκίνου, καθώς και το Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα του, δεν μπορούν πλέον να βασίζονται στην «άνευ όρων ανοχή» των Ηνωμένων Πολιτειών, ανέφερε η κινεζική εφημερίδα Global Times, επικαλούμενη έναν Κινέζο ερευνητή.
«Η ασφάλεια δεν μπορεί να αγοραστεί με εξοπλιστικά προγράμματα· αν γίνεις πιόνι, το μόνο που θα καταφέρεις είναι να σε στίψουν μέχρι τέλους», δήλωσε τη Δευτέρα ο συνταγματάρχης Τζιανγκ Μπιν, εκπρόσωπος του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας της Κίνας, αναφερόμενος στην Ταϊβάν.
Πίεση στο Ιράν;
Οι Ηνωμένες Πολιτείες προσήλθαν στη Σύνοδο Κορυφής με την ελπίδα να πείσουν την Κίνα να κάνει περισσότερα ώστε να αναγκάσει το Ιράν να ανοίξει ξανά τα Στενά του Ορμούζ. Ο Τραμπ δήλωσε αργότερα ότι συζήτησε το θέμα του Ιράν με τον κ. Σι, αλλά οι λεπτομέρειες των συνομιλιών τους δεν έχουν γίνει γνωστές.
Η Κίνα έχει πιέσει το Ιράν να διαπραγματευτεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες και έχει ζητήσει να παραμείνουν ανοιχτά τα Στενά του Ορμούζ. Ωστόσο, το Πεκίνο έχει ισχυρούς στρατηγικούς λόγους να αποφύγει να ταχθεί ρητά στο πλευρό των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν -του εταίρου του στη Μέση Ανατολή- σε έναν πόλεμο που έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι δεν έπρεπε ποτέ να είχε συμβεί.
Ακόμα κι αν η Κίνα ήταν πρόθυμη να χρησιμοποιήσει την επιρροή της στην Τεχεράνη, δεν θα ήθελε αυτό να φανεί ως ένα ξεκάθαρο αντάλλαγμα για τις αμερικανικές παραχωρήσεις στο θέμα της Ταϊβάν, δήλωσε ο ερευνητής Μπάο Τσενγκέ σύμφωνα με τους New York Times. «Τείνει να ενεργεί σαν επιχειρηματίας, βλέποντας τα ζητήματα μέσα από το πρίσμα της σύναψης συμφωνιών», είπε ο Μπάο για τον κ. Τραμπ. «Αλλά η τόσο στενή σύνδεση αυτών των δύο ζητημάτων δεν είναι πραγματικά εφικτή».
Περισσότερες αγορές αμερικανικών προϊόντων;
Αν ο Τραμπ ανέστελλε το πακέτο των 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων ή μείωνε τον αριθμό και την πολυπλοκότητα των όπλων, η Κίνα θα μπορούσε να απαντήσει με μερικούς τρόπους, δήλωσε ο Ξιν Τσιάνγκ, διευθυντής του Κέντρου Σπουδών για την Ταϊβάν στο Πανεπιστήμιο Φουντάν. Για παράδειγμα, η Κίνα θα μπορούσε να αγοράσει περισσότερα αμερικανικά αγροτικά προϊόντα και αεροπλάνα της Boeing είπε.
Ο Πρόεδρος Τραμπ και η Boeing έχουν ήδη δηλώσει ότι η Κίνα συμφώνησε να παραγγείλει 200 αεροσκάφη της εταιρείας. Η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε επίσης την Κυριακή ότι η Κίνα συμφώνησε να «αγοράζει αμερικανικά αγροτικά προϊόντα αξίας τουλάχιστον 17 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως» για το 2026, το 2027 και το 2028, αν και το ποσό για το τρέχον έτος θα υπολογιστεί αναλογικά.
Η επίσημη θέση του Πεκίνου είναι ότι η Ταϊβάν αποτελεί εσωτερικό ζήτημα και ότι οποιαδήποτε συνεχιζόμενη πώληση αμερικανικών όπλων στο νησί είναι απαράδεκτη. Αλλά μπορεί να φανεί και πραγματιστική, σημείωσε ο κ. Ξιν.
«Η Κίνα δεν ήθελε ποτέ να αντιμετωπίζει τις πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν ως διαπραγματευτικό χαρτί στις συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες», είπε. «Αλλά ρεαλιστικά, οποιοδήποτε ζήτημα μπορεί στην ουσία να γίνει διαπραγματευτικό χαρτί στην πορεία των διεθνών σχέσεων ή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων».
Πολιτικός σεισμός στην Ταϊβάν
Η Αντιπολίτευση (Εθνικιστικό Κόμμα) εκμεταλλεύεται τη συγκυρία για να κατηγορήσει τον Πρόεδρο Λάι Τσινγκ-τε ότι οδήγησε τη χώρα σε αδιέξοδο, αποξενώνοντας το Πεκίνο χωρίς να έχει την εγγύηση της Ουάσιγκτον.
Η Κυβέρνηση Λάι προσπαθεί να υποβαθμίσει το γεγονός. Αξιωματούχοι του Υπουργείου Εξωτερικών της Ταϊβάν δηλώνουν ότι οι δεσμεύσεις ασφαλείας των ΗΠΑ παραμένουν ακλόνητες και ότι η επίσημη αμερικανική πολιτική δεν έχει αλλάξει. Ωστόσο, οι αναλυτές προειδοποιούν: αν η καθυστέρηση των όπλων παραταθεί, η αποτρεπτική ισχύς της Ταϊβάν θα δεχτεί βαρύ πλήγμα.
