Η ιστορική επίσκεψη του Ρίτσαρντ Νίξον στο Πεκίνο που έσπασε την απομόνωση της Κίνας

Η αποστολή του Νίξον το 1972, οι προσδοκίες για ειρήνη στην Ασία, το αγκάθι της Ταϊβάν και το στρατηγικό άνοιγμα που άλλαξε τις ισορροπίες του Ψυχρού Πολέμου.

Η ιστορική επίσκεψη του Ρίτσαρντ Νίξον στο Πεκίνο που έσπασε την απομόνωση της Κίνας

Στις 13 Μαΐου 2026, ο Ντόναλντ Τραμπ έφτασε στο Πεκίνο για διήμερη σύνοδο με τον Σι Τζινπίνγκ. Η επίσκεψη πραγματοποιείται σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής αναταραχής και αυξημένης έντασης στις σχέσεις ΗΠΑ – Κίνας. Το αν αυτή η συνάντηση θα αφήσει ιστορικό αποτύπωμα, θα φανεί εκ των υστέρων.

Τον Φεβρουάριο του 1972, όμως, μια άλλη αμερικανική άφιξη στο Πεκίνο άνοιξε μια νέα εποχή στις σχέσεις ΗΠΑ – Κίνας. Ο Ρίτσαρντ Νίξον ταξίδεψε στη Λαϊκή Κίνα, σπάζοντας ένα διπλωματικό πάγο 22 και πλέον ετών. Ήταν η πρώτη επίσκεψη Αμερικανού προέδρου στη χώρα μετά την επικράτηση του κομμουνιστικού καθεστώτος το 1949.

Λίγες ημέρες μετά την επιστροφή του Νίξον στις Ηνωμένες Πολιτείες, «ΤΑ ΝΕΑ» της 6ης Μαρτίου 1972 επιχειρούσαν να αποτιμήσουν το ταξίδι, με τίτλο: «Ο τελικός απολογισμός και οι επιπτώσεις της αποστολής Νίξον στο Πεκίνο».

Η υποδοχή που συνάντησε ο Νίξον στην επιστροφή του δεν ήταν τόσο θριαμβευτική όσο ίσως ανέμενε:

«Ο Πρόεδρος Νίξον επέστρεψε στην Αμερική από το ταξίδι του στην Κίνα. Περίμενε ενθουσιώδη υποδοχή , αλλά συνάντησε αμφιβολίες, επικρίσεις, όπως και υιοθετήσεις και επαίνους στη γενική γραμμή του, ακριβώς γιατί μια τακτοποίηση των σχέσεων με την Κίνα θα είναι δυνατόν να φέρη την ειρήνη στην Ασία και να βελτιώση τις διεθνείς σχέσεις.

Ο Ρίτσαρντ Νίξον με τον πρωθυπουργό της Κίνας Τσου Εν Λάι στο Πεκίνο, κατά την ιστορική επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου στη Λαϊκή Κίνα, το 1972.

Το ταξίδι είχε πράγματι, όλα τα στοιχεία ενός παγκόσμιου θεάματος. Ο Νίξον συνάντησε τον Μάο Τσετούνγκ, συνομίλησε με τον πρωθυπουργό Τσου Εν Λάι, επισκέφθηκε κινεζικά μνημεία, δείπνησε μπροστά στις κάμερες και υπέγραψε, στο τέλος της επίσκεψης, το Ανακοινωθέν της Σαγκάης. Το κείμενο εκείνο δεν έλυνε τις μεγάλες διαφορές. Τις κατέγραφε. Και ακριβώς γι’ αυτό είχε σημασία.

Τα συμπεράσματα, τα παραλειπόμενα και οι προοπτικές

«ΤΑ ΝΕΑ» αναπαράγοντας την αποτίμηση του αμερικανικού «Νιουσγουήκ», σημείωναν:

«Από την αρχή […] είχε φανή ότι το ταξίδι του Προέδρου Νίξον θα ήταν γεμάτο εκπλήξεις. Ωστόσο, εκείνο που αναμενόταν δεν συνέβη και εκείνο που δεν το περίμενε κανείς, έγινε. Η συμπεριφορά των Κινέζων ήταν ευγενική και επιφυλακτική και γενικώς η συνάντηση των ηγετών δύο χωρών, που από 22 ετών βρίσκονταν σε εχθρότητα, έγινε σε μία ατμόσφαιρα μεγάλης διασκέψεως».

Οι Κινέζοι άνοιξαν τις πόρτες, αλλά όχι τα χαρτιά τους. Οι Αμερικανοί μπήκαν στο Πεκίνο, αλλά δεν έφυγαν με μια πλήρη συμφωνία. Το ίδιο το δημοσίευμα υπογράμμιζε ότι το τελικό ανακοινωθέν περιείχε μεν δεσμεύσεις για ανταλλαγές, εμπόριο και εξομάλυνση σχέσεων, όμως «το μεγαλύτερο τμήμα του αναφέρεται στις διαφωνίες που υπάρχουν μεταξύ των δύο χωρών».

Το αγκάθι της Φορμόζας

Στο επίκεντρο βρισκόταν η Φορμόζα, η σημερινή Ταϊβάν. Για την Ουάσιγκτον, η Ταϊβάν ήταν σύμμαχος και απομεινάρι της μεταπολεμικής αμερικανικής στρατηγικής στην Ασία. Για το Πεκίνο, ήταν αναπόσπαστο τμήμα της μίας Κίνας:

«Κύριο χαρακτηριστικό είναι το θέμα της Φορμόζας. Επομένως, ο πρόεδρος Νίξον επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες, με λίγη ουσία στη διπλωματική του βαλίτσα».

Η Ουάσιγκτον επιχειρούσε να αξιοποιήσει τη ρήξη Κίνας – Σοβιετικής Ένωσης. Το Πεκίνο, από την πλευρά του, έβλεπε στη Μόσχα τον μεγάλο στρατηγικό κίνδυνο. Οι δύο παλιοί εχθροί φαίνεται ότι πλησίαζαν όχι επειδή συμφωνούσαν, αλλά επειδή χρειάζονταν ο ένας τον άλλον:

«Οι Αμερικανοί έχουν πεισθή τώρα πλέον, γράφει στην επιθεώρηση «Νιουσγουήκ» ο κ. Σύντνευ Λιού, ότι για τους κινέζους, ο υπ’ αριθ. 1 εχθρός δεν είναι η Αμερική, αλλά η Σοβιετική Ένωση. Ο πρωθυπουργός Τσού Εν Λάϊ, στους ξένους που υποδέχεται τούς τελευταίους αυτούς μήνες, δεν παύει να λέη, ότι ή πραγματική στρατιωτική απειλή για την Κίνα προέρχεται από τη Σοβιετική Ένωση κι ότι αυτός είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο το Πεκίνο αποφάσισε να προσεγγίση τις Ηνωμένες Πολιτείες».

Η «Ουάσιγκτον Ποστ», όπως μετέφεραν «ΤΑ ΝΕΑ», έβλεπε την ιστορικότητα της στιγμής, αλλά και τα όριά της:

«Πρέπει να αναγνωρίσωμε, αναμφισβήτητα […] ότι το ταξίδι του προέδρου Νίξον στο Πεκίνο, ήταν ένα μεγάλο γεγονός. Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι τα πράγματα δεν θα είναι ποτέ πλέον στο μέλλον όπως ήταν πριν, τουλάχιστον όσον αφορά τις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Λαϊκής Κίνας ή μεταξύ Αμερικής και Ιαπωνίας και της υπόλοιπης Ασίας – και πολύ περισσότερο βέβαια, μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Φορμόζας».

«Ηταν απαραίτητο το ταξίδι;»

Η απάντηση του Αμερικανού προέδρου στο ερώτημα αυτό, είναι:

«Ναι, διότι ένα κεφάλαιο κλείνει στην ιστορία του κόσμου και αρχίζει ένα νέο κεφάλαιο».

Ο ίδιος ο Νίξον είχε παρομοιάσει το ταξίδι στην Κίνα με «ταξίδι στη Σελήνη». Ήταν τολμηρό, προετοιμασμένο μυστικά, θεαματικό. Ήταν, όμως, και τηλεοπτικό γεγονός. Η διπλωματία γινόταν εικόνα, και η εικόνα δημιουργούσε προσδοκίες που η πραγματικότητα δεν μπορούσε πάντα να ικανοποιήσει:

«Με δική του επιθυμία ο πρόεδρος Νίξον το μετέτρεψε σε ένα θέαμα της τηλεοράσεως».

Ωστόσο, παρακάτω, το δημοσίευμα έκανε λόγο για μυστικές λήψεις αποφάσεων σχετικά με την κατάσταση στην Άπω Ανατολή.

«Παρά τη θεαματικότητα των τηλεοράσεων, η άφιξη του προέδρου Νίξον στην Κίνα, τα γεύματα, οι προσφωνήσεις, δεν αποτελούσαν ένα απλό γεγονός. Ήταν κάτι που περιείχε ουσία. Εκείνο το οποίο σκέφθηκαν οι Αμερικανοί ήταν ότι όλα αυτά αποτελούσαν στην πραγματικότητα, την έκφραση αποφάσεων, οι οποίες είχαν ληφθή μυστικά από τις δύο κυβερνήσεις, πριν από μερικούς μήνες και οι οποίες άλλαξαν την κατάσταση στην Άπω Ανατολή, όπου επικρατούσε μία αβεβαιότης».

Ο αμερικανικός λαός διατηρούσε μεγάλες προσδοκίες για την επίσκεψη παρά την προειδοποίηση του Νίξον ότι δεν αναμένονταν μεγάλα αποτελέσματα:

«Και οι 87 δημοσιογράφοι, που συνόδεψαν τον Πρόεδρο παραπονέθηκαν ότι δεν υπήρξαν εντυπωσιακά νέα, ότι συναντούσαν εμπόδια και ότι γενικά ήταν κουραστική η αποστολή τους. Είχαν την εντύπωση ότι παρευρίσκονταν σε ένα μεγάλο γεγονός, χωρίς όμως να το νοιώσουν, ούτε και να μπορούν να συλλάβουν τη σημασία του και τις επιπτώσεις του».

Ο Ρίτσαρντ Νίξον συνομιλεί με τον σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας Χένρι Κίσινγκερ, καθ’ οδόν προς την Κίνα, στις 20 Φεβρουαρίου 1972.

Το άνοιγμα στο Πεκίνο και οι φόβοι των συμμάχων.

Η επίσκεψη Νίξον δεν έφερε αμέσως ειρήνη στην Ασία. Δεν έλυσε το Βιετνάμ. Δεν διευθέτησε το Ταϊβανικό. Δεν εξάλειψε την καχυποψία ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Πεκίνο. Άνοιξε, όμως, έναν δρόμο. «ΤΑ ΝΕΑ» έγραφαν τότε:

«Θα ήταν παρακινδυνευμένο να θεωρηθή ότι η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο τακτοποίησαν τις υποθέσεις μεταξύ τους. Υπάρχει ακόμη ένα χάσμα μεταξύ των δύο χωρών αλλά η προοπτική είναι παρήγορη: ενδεχομένως μετά το προεδρικό ταξίδι, μία Κίνα ειρηνική να παίξη τον ρόλο της στην Ασία και να συντελέση στην απομάκρυνση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Βιετνάμ και από την Νοτιοανατολική Ασία […]

»Και ασφαλώς, άνοιξε τώρα η πόρτα στην Κίνα, πράγμα που πριν από ένα έτος εθεωρείτο αδιανόητο».

Το τίμημα αυτού του ανοίγματος δεν το πλήρωναν όλοι με τον ίδιο τρόπο:

«Στη Φορμόζα, η εντύπωση είναι, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκαταλείπουν την Ασία και για τον λόγο αυτό επεδίωξαν την προσέγγιση με την Κίνα, αλλά σε βάρος των Κινέζων εθνικιστών, που έχουν την εντύπωση ότι πουλήθηκαν στο Πεκίνο. Την ίδια εντύπωση έχουν και οι Νοτιοβιετναμέζοι επίσημοι, που φοβούνται μήπως οι Ηνωμένες Πολιτείες ξεπουλήσουν το Νότιο Βιετνάμ, προκειμένου να επιτύχουν μια διαπραγμάτευση ή και μια συμφωνία με την Κίνα».

Από τον Ψυχρό Πόλεμο στη νέα εποχή

Η συνάντηση του 1972 δημιούργησε ευκαιρίες, αλλά και φόβους. Για την Αμερική, ήταν ένας τρόπος να ξαναδεί την Ασία χωρίς τα παλιά δόγματα. Για την Κίνα, ήταν ένας τρόπος να βγει από την απομόνωση και να εξισορροπήσει τη σοβιετική απειλή. Για τους συμμάχους της Ουάσιγκτον στην περιοχή, ήταν υπενθύμιση ότι οι μεγάλες δυνάμεις αλλάζουν στρατηγική όταν αλλάζουν τα συμφέροντά τους.

«Ο πρόεδρος Νίξον είπε ότι κατά την εβδομάδα της παραμονής του στην Κίνα, άλλαξε η όψη του κόσμου. Κανείς δεν μπορεί να το αρνηθή αυτό. Είπε όμως ότι οι μέλλουσες γενεές θα ζήσουν εν ειρήνη και αυτό κανείς δεν μπορεί να το ξέρη».

Το 1972, ένας πρόεδρος που είχε ταυτιστεί με τον πόλεμο στο Βιετνάμ πέρασε στην Ιστορία και για μια κίνηση διπλωματικού ανοίγματος. Σήμερα, το ερώτημα για την επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο δεν είναι αν μπορεί να επαναλάβει εκείνη τη στιγμή, αλλά αν μπορεί να ανοίξει έναν δίαυλο συνεννόησης σε μια σχέση όπου ο ανταγωνισμός συνυπάρχει με την αλληλεξάρτηση.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version