Γιώργος Κουτλής: «Η ανάγκη για ανατροπή ξεκινά από ρομαντισμό, όχι από μίσος»

Ο σκηνοθέτης εξηγεί τη βαθύτερη αιτία που τον οδήγησε να μεταφέρει στη θεατρική σκηνή το πολιτικό έργο του Ανούιγ με τους μαθητές του και μιλά για τη νέα γενιά, το τραύμα των Τεμπών, την ανανεωτική δύναμη της συνεργασίας του με τους νέους στο θέατρο.

Η «Αντιγόνη» του Ζαν Ανούιγ γράφτηκε το 1944, μέσα στην Κατοχή της Γαλλίας, διαβάζοντας τον αρχαίο μύθο ως σύγχρονη πολιτική αλληγορία. Πρόκειται γαι τη σύγκρουση δύο κόσμων: της νεότητας που αρνείται να συμβιβαστεί και της εξουσίας που επιβάλλει το σωστό για το «κοινό καλό».

Αντλώντας υλικά από το κλασικό έργο του Σοφοκλή και τη ζωντανή διαδικασία των προβών, η παράσταση αποτελεί τη νέα σκηνοθετική πρόταση του Γιώργου Κουτλή στο Θέατρο Κιβωτός. Η τραγωδία μας είναι γνώριμη: μετά τον αλληλοσκοτωμό του Ετεοκλή και του Πολυνίκη, τον ρόλο του βασιλιά στην Θήβα αναλαμβάνει ο, αδερφός της βασίλισσας Ιοκάστης, και θείος των νεκρών Κρέοντας. Ως νέος άρχοντας βγάζει διάταγμα να ταφεί μόνο ο Ετεοκλής, ενώ ο Πολυνίκης ως προδότης που επιτέθηκε στην πόλη να μείνει άταφος προς παραδειγματισμό, κι όποιος προσπαθήσει να τον θάψει θα θανατωθεί. Η Αντιγόνη, αδερφή του Πολυνίκη και του Ετεοκλή, αποφασίζει ενάντια στις εντολές του Βασιλιά να θάψει τον αδελφό της, συλλαμβάνεται κι έρχεται αντιμέτωπη με την εξουσία.

Με 20 νέους ηθοποιούς επί σκηνής και αφετηρία το εμβληματικό έργο συνομιλεί με τη νεότητα, την αντίσταση, την εξουσία και το συλλογικό τραύμα του δυστυχήματος των Τεμπών. Στο ΒΗΜΑ ο σκηνοθέτης μιλά για το πολιτικό θέατρο σήμερα που τον απασχολεί, τη γενιά που αρνείται να συμβιβαστεί και την τέχνη που πιστεύει ως πράξη ρομαντισμού – και κυρίως πίστης – σε ιδανικά απέναντι στον σημερινό διάχυτο κυνισμό.

«Η σύγκρουση των νέων ανθρώπων με τον κυνισμό της πραγματικότητας μου θυμίζει πολύ τη σύγκρουση της πίστης της Αντιγόνης στα ιδανικά με την κυνική αντιμετώπιση του Κρέοντα».

Γιατί επιλέξατε να ανεβάσετε την «Αντιγόνη» του Ανούιγ αυτή τη χρονική στιγμή; 

Υπήρχαν τρία βασικά δεδομένα πίσω από αυτή την επιλογή. Το πρώτο σχετίζεται με την ίδια την κατασκευή της παράστασης. Οι άνθρωποι που παίζουν ήταν σπουδαστές επί μια τετραετία και διάλεξαν αυτό το έργο ως την πρώτη τους δουλειά, στο τέλος της φοιτητικής τους ζωής και στην αρχή της επαγγελματικής τους ζωής. Υπάρχει, λοιπόν, ένα πολύ συγκεκριμένο πέρασμα: από μια περίοδο πιο ρομαντική, όπου μέσα στην εκπαιδευτική διαδικασία συζητάς για ιδανικά, ιδέες, πίστη και τέχνη, σε μια επαγγελματική ζωή που, δυστυχώς, διέπεται σε μεγάλο βαθμό από κυνισμό. Αυτή η συνάντηση ή η σύγκρουση των νέων ανθρώπων με τον κυνισμό της πραγματικότητας μου θύμιζε πολύ τη σύγκρουση της πίστης της Αντιγόνης στα ιδανικά με την κυνική αντιμετώπιση του Κρέοντα.

Το δεύτερο στοιχείο είχε να κάνει με τη συγκυρία στη χώρα μας, και ειδικά με όσα άνοιξαν μέσα από την υπόθεση των Τεμπών. Το ζήτημα της ταφής των νεκρών, η ανάγκη να υπάρξει ταφή, αλλά και η ανάγκη για δικαίωση, λειτούργησαν για μένα ως μια πολύ ισχυρή συνάφεια με τη θεματική της «Αντιγόνης». Το τρίτο στοιχείο αφορά το ίδιο το έργο του Ανούιγ, το οποίο γράφτηκε μέσα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και το θεωρώ βαθιά αντιπολεμικό. Με τη διεθνή κατάσταση σήμερα, με όσα συμβαίνουν στην Ουκρανία, στη Μέση Ανατολή και σε τόσα άλλα σημεία του πλανήτη, μπορεί κανείς να κάνει πολλές συνδέσεις με την πραγματικότητα. Άρα, σε αυτή την επιλογή συνδέονται ταυτόχρονα κάτι πολύ προσωπικό για τους δημιουργούς, ένα ελληνικό κοινωνικό τραύμα και ένα ευρύτερο, παγκόσμιο πολιτικό πλαίσιο.

«Αντιγόνη» σε σκηνοθεσία Γιώργου Κουτλή @Χρήστος Συμεωνίδης

Ένα καθαρά πολιτικό έργο. Τι σημαίνει για εσάς πολιτικό θέατρο σήμερα;  

Επειδή θεωρώ ότι κάθε δημιουργός που έχει το προνόμιο να διαθέτει μια σκηνή και να απευθύνεται σε κόσμο επικοινωνεί αισθητική, ηθική και νοήματα, πιστεύω πως κάθε τέτοια πράξη που βγαίνει στον δημόσιο βίο είναι πολιτική. Υπάρχει μια θέση ευθύνης όταν επικοινωνείς με ένα κομμάτι της κοινωνίας. Κάτι προτείνεις, κάτι δηλώνεις, κάτι αναπαράγεις. Άρα, σχεδόν όλα είναι πολιτικά με έναν τρόπο.

Ακόμη και η επιλογή κάποιου να στραφεί προς κάτι που εμφανίζεται ως τελείως μη πολιτικό είναι, τελικά, μια πολιτική θέση. Οπότε, για μένα, το πολιτικό θέατρο δεν περιορίζεται στο να ασχολείται με «πολιτικά θέματα», αλλά σχετίζεται με το τι επιλέγεις να πεις δημόσια, τι αξίες φέρεις, ποια ηθική και ποια αισθητική προτείνεις μέσα από τη δουλειά σου.

Ποια είναι η αισθητική και σκηνική ανάγνωση της παράστασης; Τι θα δει ο θεατής;  

Η παράσταση εξελίσσεται μέσα σε ένα πεδίο χώματος με λουλούδια. Για μένα, μέσα σε αυτό το σκηνικό συμπυκνώνονται πολλά από τα βασικά θέματα του έργου. Δεν είναι ένα ακριβώς ρεαλιστικό τοπίο· λειτουργεί περισσότερο ως ένα συμβολικό πεδίο. Είναι πεδίο μάχης, γιατί μιλάμε για μια αποτυχημένη επανάσταση και για σώματα που έχουν σκοτωθεί έξω από τα τείχη της Θήβας. Είναι ταυτόχρονα το χώμα που παραπέμπει στο ζήτημα της ταφής: στο αν κάτι θα μπει κάτω από το χώμα ή θα μείνει άταφο.

Αλλά πέρα από αυτό, το χώμα παραπέμπει και στη σπορά, στη γέννηση, στην αναγέννηση. Με έναν τρόπο, και η επανάσταση είναι μια γέννηση μέσα από το χώμα. Οπότε αυτό το πεδίο περικλείει ταυτόχρονα τον θάνατο, την ταφή, τη σύγκρουση, αλλά και τη δυνατότητα της αναγέννησης.

Γύρω από αυτό το κεντρικό πεδίο υπάρχουν περιμετρικά καρέκλες, όπου κάθονται όλοι οι ηθοποιοί σαν ένας χορός που στέκει γύρω από τη δράση. Δημιουργείται ένα κενό, ένα είδος ρινγκ, και υπάρχει και ένα σκοινί στον χώρο της σκηνής, πάνω στο οποίο ανεβαίνουν διαδοχικά οι ηθοποιοί, δίνοντας σχεδόν σκυταλοδρομικά την αφήγηση της ιστορίας. Αυτή η σκηνική συνθήκη μάς ενδιέφερε πολύ, γιατί μετατρέπει την παράσταση σε μια συλλογική πράξη αφήγησης.

«Αντιγόνη» σε σκηνοθεσία Γιώργου Κουτλή @Χρήστος Συμεωνίδης

Το γεγονός ότι ανεβάζετε την παράσταση με νέους ηθοποιούς μοιάζει και το ίδιο με μια θέση. Πώς επηρέασε αυτή η επιλογή τη δουλειά σας;

Ναι, και για μένα η επιλογή των νέων ανθρώπων έχει τη σημασία της. Το να επιστρέφω κατά περιόδους σε μια παραγωγή με νέους ανθρώπους, που λειτουργεί με άλλους όρους από μια κεντρική επαγγελματική παραγωγή, είναι κάτι πολύ γόνιμο. Σε αντίθεση με τις πιο εμπορικές ή πιο «βαριές» παραγωγές που έχουν άλλες πιέσεις και απαιτήσεις, εδώ η διαδικασία λειτουργεί πιο εργαστηριακά, σαν ένα ανοιχτό πεδίο έρευνας.

Αυτό αφήνει κι εμένα ελεύθερο να δοκιμάσω, να πειραματιστώ, να εξερευνήσω πράγματα. Η διαδικασία με τους νέους ανθρώπους, και ειδικά με ανθρώπους που ήταν μαθητές μου στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, είναι μια ζύμωση και για μένα τον ίδιο. Δεν είναι μόνο ότι περνάς εσύ γνώση προς αυτούς· μαθαίνεις κι εσύ μέσα από αυτό.

Μπορώ να πω ότι σε αυτή την παράσταση μερικές από τις πιο υπέροχες στιγμές τις έφεραν οι ίδιοι οι ηθοποιοί. Μέσα στον τρόπο που δουλεύαμε, τους ζητούσαμε να φέρουν αυτοσχεδιασμούς πάνω στις βασικές μορφές και στα βασικά θέματα της Αντιγόνης, του Κρέοντα, της Ισμήνης. Από το υλικό που έφεραν προέκυψε ύλη που άρχισε να ενσωματώνεται και να διαμορφώνει τη δραματουργία. Υπάρχουν δηλαδή και πρόσθετα στοιχεία στην παράσταση που προήλθαν από αυτή τη διαδικασία, και προσωπικά τα θεωρώ από τα πιο όμορφα πράγματα της δουλειάς.

«Θέλω να πιστεύω ότι η ανάγκη για ανατροπή ξεκινά περισσότερο από έναν ρομαντισμό και από μια βαθιά αγάπη να τα γυρίσεις όλα ανάποδα, παρά από μίσος».

Η νέα γενιά, με την οποία συνεργάζεστε εδώ, φέρει μέσα της θυμό; Υπάρχει ένας σπόρος επανάστασης;

Δεν ξέρω αν θα το έλεγα ακριβώς έτσι, αλλά θεωρώ ότι κάθε γενιά έχει διαφορετικά στοιχεία μέσα της. Η ανάγκη για επαναστατικότητα είναι ένα μείγμα πραγμάτων και είναι στη φύση της νεότητας να υπάρχει μια επιθυμία για επαναστατικότητα, για ανατροπή μιας δεδομένης κατάστασης. Και πόσο μάλλον όταν μιλάμε για νέους ανθρώπους που είναι και καλλιτέχνες. Αν δεν υπάρχει μέσα σου αυτή η αίσθηση ότι θέλεις να τα γυρίσεις όλα ανάποδα, να αλλάξεις όσα δεν σου αρέσουν, τότε κάτι δεν πάει καλά.

Αυτή η ορμή έχει πολλά στοιχεία μέσα της: ρομαντισμό, ένταση, ορμή, ακόμα και τσογλανιά. Θέλω να πιστεύω ότι η ανάγκη για ανατροπή ξεκινά περισσότερο από έναν ρομαντισμό και από μια αγάπη βαθιά να τα γυρίσεις όλα ανάποδα, παρά από μίσος. Το μίσος ανήκει αλλού – στους φασίστες – το αφήνω για κάποιον άλλον.

«Αντιγόνη» @Χρήστος Συμεωνίδης

Η παράσταση έχει περιορισμένο αριθμό παραστάσεων. Υπάρχει σκέψη να συνεχιστεί;  

Αυτή τη στιγμή έχουμε άλλες δώδεκα παραστάσεις. Από εκεί και πέρα, τέτοιες δουλειές ξεκινούν με μια συγκεκριμένη προοπτική και, ανάλογα με την ανταπόκριση και την επιθυμία του κοινού, αποφασίζεται αν θα έχουν και περαιτέρω ζωή. Έχουμε πάει, βέβαια, με αρκετό θράσος σε ένα πολύ μεγάλο θέατρο, 400 θέσεων, οπότε θα φανεί στην πράξη πώς θα κυλήσει αυτό.

Αυτό που βρίσκω πολύ ενδιαφέρον είναι ότι πρόκειται για ένα υλικό και μια παράσταση που ανταποκρίνεται πολύ καλά και σε εφήβους. Έτυχε, μάλιστα, να έρθει και ένα Λύκειο από το Διδυμότειχο, επειδή τα παιδιά ήθελαν να δουν «Αντιγόνη» λόγω της επαφής τους με τη Αντιγόνη του Σοφοκλή. Ακολούθησε συζήτηση μετά, και μου φάνηκε ότι αυτό το έργο είναι πραγματικά ιδανικό για αυτές τις ηλικίες. Αυτό το πέρασμα από τη σχολική ζωή στην ενήλικη ζωή, αυτή η πρώτη σύγκρουση με έναν κόσμο πιο κυνικό, έχει μια πολύ άμεση σχέση με το υλικό της παράστασης. Θα χαιρόμουν πολύ αν έρχονταν περισσότεροι νέοι άνθρωποι να τη δουν.

«Αντιγόνη» @Χρήστος Συμεωνίδης

Στη δική σας ανάγνωση, πώς συνομιλούν ο Ανούιγ και ο Σοφοκλής;  

Η παράσταση βασίζεται κυρίως στον Ανούιγ, αλλά έχουμε εντάξει και δύο-τρία αποσπάσματα από τον Σοφοκλή. Για μένα, αυτό έχει να κάνει με το ότι το έργο, ακόμη και στον Σοφοκλή, βασίζεται σε έναν μύθο. Και αυτός ο μύθος είναι βαθιά αρχετυπικός.

Θεωρώ φανταστικό το πώς ο Σοφοκλής, πάνω σε αυτόν τον μύθο, έφτιαξε τη δική του τραγωδία, και πώς αργότερα ο Ανούιγ, πάνω στον ίδιο μύθο αλλά και πάνω στον Σοφοκλή, έφτιαξε τη δική του δραματουργική εκδοχή. Αντίστοιχα, πιστεύω πως είναι απολύτως ζητούμενο να ξαναγράφονται έργα πάνω σε τέτοιους μύθους, γιατί μιλούν για τη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι υλικά τόσο αρχετυπικά, που δεν θα σταματήσουν ποτέ να δίνουν καινούργιο υλικό και καινούργιες αναγνώσεις.

«Νομίζω ότι η δουλειά μας είναι να μεταβολίζουμε την εμπειρία της ζωής και όχι απλώς την εμπειρία της θεατρικής πράξης.»

Μετά την «Αντιγόνη», τι ακολουθεί στα σχέδιά σας;

Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι  Η κουζίνα θα ξαναπάει για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο Κιβωτός από τον Οκτώβριο, ενώ θα κάνω και μια νέα παραγωγή στο Θέατρο Κνωσσός.

Όταν μια παράσταση πηγαίνει καλά, αλλάζει αυτό και τον τρόπο που σχεδιάζετε την επόμενη;

Είμαι τυχερός, γιατί οι παραγωγές συχνά πηγαίνουν και δεύτερη χρονιά και δεν τελειώνουν πολύ γρήγορα. Αυτό σου δίνει τη δυνατότητα να πάρεις χρόνο για να κάνεις μέσα στη σεζόν και μια καινούργια παραγωγή, αλλά κυρίως να έχεις ένα μεγάλο διάστημα προετοιμασίας, να μελετήσεις πραγματικά. Νομίζω ότι μια παράσταση που πηγαίνει καλά σου δίνει χρόνο για την επόμενη, ώστε να την κάνεις με την έρευνα και την ηρεμία που θες.

Ταυτόχρονα, σου δίνει και χρόνο για να ζήσεις, κι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Μέσα από τη ζωή και τις εμπειρίες της ζωής γεμίζεις τις μπαταρίες σου για να έχεις κάτι να δώσεις στη δουλειά. Αν δουλεύουμε όλη την ώρα και απλώς παράγουμε καλλιτεχνικό έργο, υπάρχει ο κίνδυνος να αρχίσουμε να ανακυκλώνουμε την ίδια την τέχνη. Αν αυτό που γεμίζει την ύπαρξή σου είναι μόνο η πρόβα και οι παραστάσεις, τότε και αυτό που θα εξάγεις θα είναι πάλι μια αναπαράσταση τέχνης. Νομίζω ότι η δουλειά μας είναι να μεταβολίζουμε την εμπειρία της ζωής και όχι απλώς την εμπειρία της θεατρικής πράξης.

INFO «Αντιγόνη», βασισμένο στο ομώνυμο έργο του Ζαν Ανούιγ. Σκηνοθεσία: Γιώργος Κουτλής. Από 2 Μαΐου στο Θέατρο Κιβωτός | Για 13 μόνο παραστάσεις – Μέρες & Ώρες Παραστάσεων:
Παρασκευή 21:00 Σάββατο 21:00 Κυριακή 20:00

Αγορά εισιτηρίων για την παράσταση «Αντιγόνη» από το inTickets.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version