Η χούντα και η Κύπρος: Απαρχές μιας Ιστορίας τραγικής

Όταν πια επιβλήθηκε η δικτατορία, η κατάσταση στην Κύπρο ήταν εξαιρετικά δυσχερής. Αθήνα και Λευκωσία βρίσκονταν σε ανοικτή αντιπαράθεση, με επίκεντρο την Ένωση και δη τον τρόπο επίτευξής της

Η χούντα και η Κύπρος: Απαρχές μιας Ιστορίας τραγικής

Δεν είναι κάτι σπάνιο για οποιαδήποτε νεοπαγή εξουσία. Για τη δικτατορία της 21ης Απριλίου, όπως και έξι χρόνια αργότερα γι’ αυτήν του Ιωαννίδη, ήταν κάτι σχεδόν αναγκαίο: καθώς δεν διέθεταν λαϊκά ερείσματα κι έχοντας απωλέσει τη διπλωματική επιρροή των εκλεγμένων ελληνικών κυβερνήσεων, οι συνταγματάρχες αναζήτησαν τους πρώτους μήνες της επιβολής τους μια επιτυχία στην εξωτερική πολιτική.

Αρκετοί παίκτες του ελληνικού πολιτικού συστήματος είχαν δει, έως το 1967, το Κυπριακό μέσα από το διαθλαστικό πρίσμα της εσωτερικής κατανάλωσης. Πιο απλά: ως ευκαιρία μεγέθυνσης της δικής τους επιρροής. Η χούντα, όμως, επιχείρησε με τον πλέον άτσαλο, ανεδαφικό και τελικά επικίνδυνο τρόπο να διευθετήσει το χρονίζον ζήτημα, μόλις λίγους μήνες μετά την επιβολή της.

Για τον ελληνικό στρατό το Κυπριακό ήταν ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 ζήτημα ιδεολογίας και ταυτότητας. Αλλιώς, ένα ζήτημα τιμής. Η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα αποτελούσε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο καίριο διακύβευμα για τους Έλληνες αξιωματικούς. Η Ένωση αποτελούσε λανθάνουσα πτυχή μιας μεταχρονολογημένης Μεγάλης Ιδέας.

Η μεγάλη έξαρση ωστόσο ήρθε μετά το 1960 όταν οι Έλληνες αξιωματικοί, της ΕΛΔΥΚ, της Εθνικής Φρουράς και της Ελληνικής Μεραρχίας, υπό την αιγίδα του Γεωργίου Γρίβα, ριζοσπαστικοποιημένοι κατά του αρχιεπισκόπου Μακαρίου και αυτονομημένοι από την εξουσία των Αθηνών, ασκούσαν επί της ουσίας πολιτική, προωθώντας την Ένωση ως εθνικό αυτοσκοπό.

Όταν πια επιβλήθηκε η δικτατορία, η κατάσταση στην Κύπρο ήταν εξαιρετικά δυσχερής. Αθήνα και Λευκωσία βρίσκονταν σε ανοικτή αντιπαράθεση, με επίκεντρο την Ένωση και δη τον τρόπο επίτευξής της. Οι Ελληνοκύπριοι έφεραν βαρύ τραύμα εξαιτίας αφενός των σφοδρών τουρκικών βομβαρδισμών κατά της Μανσούρας τον Αύγουστο του 1964, αφετέρου της άρνησης της ελληνικής κυβέρνησης να εμπλέξει στις διακοινοτικές ταραχές την Μεραρχία. Και στρέφονταν, πλειοψηφικά, εναντίον των Ελλαδιτών αξιωματικών, του Γρίβα και εν γένει της πολιτικής του «εθνικού κέντρου», σύμφωνα με την οποία η Αθήνα αποφάσιζε και ο Μακάριος έπρεπε ν’ ακολουθεί.

Η Τουρκία από την πλευρά της είχε αποκλείσει οποιοδήποτε ενδεχόμενο Ένωσης, εκτός αν επρόκειτο περί διχοτόμησης. Ο Μακάριος δεν αποδεχόταν την Ένωση αν αυτή προϋπέθετε οποιοδήποτε εδαφικό αντάλλαγμα. Και η ελληνική διπλωματία είχε χάσει την αξιοπιστία της έναντι των Αμερικανών, ιδίως μετά τη θητεία της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, καθώς αδυνατούσε ευθυγραμμιστεί με τον Μακάριο και να λύσει το Κυπριακό.

Στις 10 Μαΐου του 1967 πραγματοποιήθηκε η πρώτη επαφή του Αμερικανού πρέσβη στην Αθήνα Φίλιπς Τάλμποτ με τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, με θέμα το Κυπριακό. Ο δικτάτορας τάχθηκε υπέρ του απευθείας διαλόγου με την Τουρκία, εκτιμώντας ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις ήταν δυνατόν να αποκατασταθούν στο επίπεδο που βρίσκονταν πριν από το 1950, όταν και ξέσπασε το Κυπριακό πρωτίστως ως διμερές ζήτημα.

Η θέση του καθεστώτος παρέμενε υπέρ της Ένωσης, με ειδικές προβλέψεις προστασίας των Τουρκοκυπρίων. Σε τηλεγράφημα του προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ο Τάλμποτ αμφισβητούσε την αξιοπιστία των λεγομένων του Παπαδόπουλου, επισημαίνοντας πως απόλυτη προτεραιότητα του δικτάτορα ήταν να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα του καθεστώτος.

Και οι Τούρκοι, όμως, αμφισβητούσαν τις προθέσεις της χούντας. Ο δοτός υπουργός Εξωτερικών, διπλωμάτης Παύλος Οικονόμου- Γκούρας, είχε απευθύνει στην Άγκυρα πρόταση για μια συνάντηση κορυφής των πρωθυπουργών Κόλλια- Ντεμιρέλ. Η πρωτοβουλία εκτιμήθηκε ως παρελκυστική. Στόχος, σύμφωνα με την Τουρκία, ήταν να κερδίσει η χούντα την έξωθεν καλή μαρτυρία- και δη αυτή του ΝΑΤΟ.

Παρότι ήταν φανερό πως το καθεστώς δεν είχε κάνει την απαραίτητη διπλωματική προεργασία και παρά την αντίθετη γνώμη της γραφειοκρατίας του Υπουργείου Εξωτερικών, η συνάντηση κορυφής πραγματοποιήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου στην Κεσσάνη, ανατολικά του Έβρου. Εκεί, ο Κόλλιας πρότεινε στους Τούρκους την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και την παραχώρηση στην Τουρκία της βάσης της Δεκέλειας με εκμίσθωση ή κυριαρχία. Ένα από τα επιχειρήματα του δοτού πρωθυπουργού ήταν η αποσόβηση του «κομμουνιστικού κινδύνου».

«Αν υπήρχε ενδεχόμενο Ένωσης, αυτή θα γινόταν με την Τουρκία» αντέτεινε ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, προσθέτοντας μάλιστα ότι οποιαδήποτε κίνηση της Αθήνας στην κατεύθυνση της Ένωσης θα οδηγούσε στην έναρξη ελληνοτουρκικού πολέμου. Παρά το γεγονός ότι οι τουρκικές θέσεις είχαν μεταφερθεί ευκρινώς στον Οικονόμου- Γκούρα, ο Κόλλιας αιφνιδιάστηκε. Σύμφωνα με τον Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών ήταν ηλίου φαεινότερο ότι το δικτατορικό καθεστώς κυνηγούσε στον Έβρο μια σημαίνουσα εθνική επιτυχία.

Η παρουσία της χούντας στη σύνοδο ήταν ένα μνημείο αποτυχημένης διπλωματικής προσέγγισης του πλέον περίπλοκου διεθνούς ζητήματος που απασχολούσε επί δυο δεκαετίες την ελληνική πολιτική τάξη και τον ελληνισμό. Μέσα σε λίγα λεπτά οι δύο πλευρές ήρθαν σε ευθεία ρήξη, ενώ η Ελλάδα απώλεσε ακόμα περισσότερο διπλωματικό κεφάλαιο, μεταδίδοντας μάλιστα στην τουρκική ηγεσία μια εικόνα πλήρους ανεπάρκειας, έως και αδυναμίας αντίληψης της πραγματικότητας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δικτάτορες είχαν σχεδιάσει στην Αλεξανδρούπολη – όπου και διεξήχθη απλώς για τυπικούς λόγους η δεύτερη μέρα της συνόδου – επικοινωνιακή φιέστα για να διαφημίσουν την επίτευξη της Ένωσης.

Περίπου ενάμιση μήνα μετά τη σύνοδο, στις 15 Νοεμβρίου 1967, και καθώς οι ελληνοκυπριακές αρχές ήταν πεπεισμένες ότι οι τουρκοκυπριακές δυνάμεις επιχειρούσαν να οριοθετήσουν ακόμα έναν θύλακα, αυτή τη φορά μεταξύ των χωριών Άγιος Θεόδωρος και Κοφίνου, ο Γρίβας συγκέντρωσε εκεί ισχυρές δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς και εξαπέλυσε μεγάλης εμβέλειας επίθεση κατά των Τουρκοκύπριων. Το αποτέλεσμα ήταν 24 νεκροί Τουρκοκύπριοι και περισσότεροι από 1000 πρόσφυγες.

Προκειμένου να αποφευχθεί μια ελληνοτουρκική σύρραξη, ο Αμερικανός πρόεδρος Τζόνσον παρενέβη για ακόμα μια φορά, στέλνοντας στην περιοχή ως ειδικό διαμεσολαβητή τον πρώην υπουργό Άμυνας Σάιρους Βανς. Ενδιαμέσως, ο Τζόνσον έθεσε στον Τούρκο ομόλογό του και τον Μακάριο το πραγματικό δίλημμα: «Πόλεμος ή ειρήνη κι όχι ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο».

Μεγαλύτερη σημασία έχουν, όμως, όσα ακολούθησαν την κρίση του φθινοπώρου. Το καθεστώς, πλέον με υπουργό Εξωτερικών τον Παναγιώτη Πιπινέλη, εκτιμώντας ότι μια τουρκική επέμβαση ήταν πράγματι πιθανή, αποδέχτηκε εν συνόλω τους τουρκικούς όρους. Ο Γρίβας κλήθηκε ήδη από τις 17 Νοεμβρίου στην Αθήνα, ενώ λίγες ημέρες αργότερα η Αθήνα υπέκυψε στο τουρκικό τελεσίγραφο: απέσυρε τη Μεραρχία από την Κύπρο. Ήταν μια «εθνική ταπείνωση», σύμφωνα με τα λεγόμενα του Πιπινέλη.

Ήταν, όμως, και μια απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα: Οι συνταγματάρχες πίστεψαν τότε ότι μέσα από την Ένωση θα έκλειναν δια παντός μια σειρά από επικίνδυνα μέτωπα. Θα περιόριζαν τον Μακάριο, είτε απομακρύνοντάς τον πλήρως από την εξουσία, είτε υποβαθμίζοντάς τον σε τοπικό ηγέτη. Θα συμβάδιζαν με την Τουρκία εντός του νατοϊκού πλαισίου, καθώς θα εξέλειπε το καίριο σημείο της βαθιάς και διαχρονικής ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης. Θα αποκτούσαν ευρύτατο λαϊκό έρεισμα δια της επέκτασης των ελληνικών συνόρων. Θα καλλώπιζαν τη διεθνή εικόνα του καθεστώτος, ως κυβερνήτες που μπορούν να επιβάλουν λύσεις σε αντίθεση με τα κοινοβουλευτικά κόμματα.

Τελικά, συνέβησαν τα παντελώς αντίθετα. Η αλλοπρόσαλλη στρατηγική της χούντας εκμηδένισε τις όποιες πιθανότητες είχαν απομείνει για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Η δε απομάκρυνση της Μεραρχίας από το νησί μείωσε ραγδαία την αποτρεπτική δυνατότητα της Κύπρου και θεωρείται ως σήμερα η πλέον άστοχη κίνηση της Ελλάδας στην πολυτάραχη Ιστορία της μεγαλονήσου. Τα σκληρά μαθήματα με αντικείμενο το Κυπριακό δόθηκαν στη δικτατορία ήδη από τον Νοέμβριο του 1967. Ουδείς, όμως, τα άκουσε ώστε να τα εμπεδώσει. Κάτι που δεν ίσχυσε τον Ιούλιο του 1974.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version