Οι ΗΠΑ υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ θεωρούνται περισσότερο απειλή παρά σύμμαχος, σύμφωνα με νέα έρευνα του POLITICO European Pulse σε έξι μεγάλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Από την επιστροφή του στην εξουσία τον Ιανουάριο του 2025, ο Τραμπ έχει θέσει υπό αίρεση την δέσμευση της Ουάσινγκτον στο ΝΑΤΟ, έχει απειλήσει με προσάρτηση της Γροιλανδίας και του Καναδά, έχει επιβάλει δασμούς στους συμμάχους του και έχει ξεκινήσει πόλεμο με το Ιράν, στον οποίο οι ευρωπαϊκές χώρες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν.
Μεγαλύτερη απειλή οι ΗΠΑ από την Κίνα με διαφορά
Μόνο το 12% των ερωτηθέντων σε Πολωνία, Ισπανία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία θεωρούσε τον Μάρτιο την Αμερική στενό σύμμαχο, ενώ το 36% την θεωρούσε απειλή. Σε σύγκριση, η Κίνα θεωρήθηκε απειλή από το 29% των ερωτηθέντων στις έξι χώρες. Σε εθνικό επίπεδο, η απειλή από την Ουάσινγκτον υπερείχε της Κίνας σε τέσσερις χώρες, με μόνη εξαίρεση τους ερωτηθέντες στη Γαλλία και την Πολωνία, οι οποίοι θεωρούσαν μεγαλύτερη την απειλή από την Κίνα.
Αμφιβολίες για τον ρόλο των ΗΠΑ στην ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας
Η έρευνα δείχνει επίσης μία σημαντική αύξηση της δυσπιστίας προς τις ΗΠΑ, υπογραμμίζοντας την αντίφαση στον πυρήνα της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας. Οι πολίτες θέλουν μια πιο καλά εξοπλισμένη και αυτοδύναμη Ευρώπη καθώς η εμπιστοσύνη στις ΗΠΑ μειώνεται, αλλά η στήριξη εξασθενεί όταν η άμυνα απαιτεί προσωπικές θυσίες, μεγαλύτερους προϋπολογισμούς ή ανοιχτή στήριξη προς την Ουκρανία.
Η Ρωσία εμφανίζεται ως σαφής εχθρός — το 70% των ερωτηθέντων τη θεωρεί απειλή. Η έρευνα European Pulse, που πραγματοποιήθηκε από την Cluster17 για το POLITICO και τη beBartlet, κάλυψε 6.698 Ευρωπαίους σε Ισπανία, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Πολωνία και Βέλγιο από τις 13 έως τις 21 Μαρτίου.
Οι πολίτες της Ισπανίας ήταν οι πιο αρνητικοί απέναντι στις ΗΠΑ, με το 51% να δηλώνει ότι η Ουάσινγκτον αποτελεί απειλή για την Ευρώπη — το υψηλότερο ποσοστό στις έξι χώρες. Η Μαδρίτη έχει ηγηθεί της αντίθεσης στον πόλεμο που ξεκίνησε ο Τραμπ τον Φεβρουάριο κατά του Ιράν και έχει δεχτεί επικρίσεις από τον πρόεδρο για τη χαμηλή της στρατιωτική δαπάνη.
Στην Ιταλία, το 46% θεωρεί τις ΗΠΑ απειλή, θέση που υποστηρίζεται από το 42% των Βέλγων, το 37% των Γάλλων και το 30% των Γερμανών. Η Πολωνία, η οποία συνορεύει με τη Ρωσία και θεωρεί τη συμμαχία με τις ΗΠΑ βασική ασφάλεια, αποτελεί εξαίρεση: μόλις το 13% θεωρεί τις ΗΠΑ απειλή.
Στήριξη σε μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία, χωρίς ενεργή εμπλοκή
Στις έξι χώρες, το 76% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι θα στήριζε την αποστολή των ενόπλων δυνάμεών της για την υπεράσπιση ενός συμμάχου του ΝΑΤΟ σε περίπτωση επίθεσης. Η στήριξη ανέβαινε στο 81% όταν το σενάριο αφορούσε την υπεράσπιση ενός μέλους της ΕΕ. Σε όλες τις χώρες, η υποστήριξη για στρατιωτική βοήθεια υπερείχε σαφώς της αντίθεσης προς αυτήν.
Μόνο το 19% δήλωσε ότι θα ήταν πρόθυμο να «πάρει τα όπλα και να πολεμήσει» αν η χώρα του δεχόταν επίθεση. Σχεδόν οι μισοί (47%) δήλωσαν ότι θα προτιμούσαν να συμβάλουν σε μη-μάχιμους ρόλους όπως logistics, ιατρική βοήθεια ή πολιτική προστασία. Το 16% δήλωσε ότι θα στήριζε τη χώρα χωρίς άμεση συμμετοχή, ενώ το 12% ανέφερε ότι θα σκεφτόταν να φύγει από τη χώρα. Το χάσμα ανάμεσα στην πολιτική υποστήριξη και την ατομική διάθεση για μάχη υπογραμμίζει την πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καθώς ενισχύουν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες και αντιμετωπίζουν ελλείψεις σε προσωπικό.
Περισσότερη ευρωπαϊκή άμυνα, αλλά χωρίς σημαντική αύξηση της χρηματοδότησης
Στις έξι χώρες, το 86% συμφώνησε ότι η Ευρώπη πρέπει να αναπτύξει δικές της δυνατότητες άμυνας, με το 56% να συμφωνεί έντονα. Η υποστήριξη ήταν ιδιαίτερα υψηλή στην Πολωνία και το Βέλγιο (95% και στις δύο) και στη Γερμανία (89%).
Υπήρξε επίσης ευρεία στήριξη για βαθύτερη στρατιωτική ολοκλήρωση, με το 69% των ερωτηθέντων να υποστηρίζει τη δημιουργία κοινού ευρωπαϊκού στρατού που θα λειτουργεί παράλληλα με τις εθνικές ένοπλες δυνάμεις. Η υποστήριξη κυμαινόταν από 60% στη Γαλλία έως 83% στο Βέλγιο.
Στην έρευνα, το 37% δήλωσε ότι η χώρα τους δαπανά «περίπου το σωστό ποσό» για την άμυνα, ενώ ένα ίδιο ποσοστό θεωρούσε ότι οι δαπάνες είναι «αρκετά λίγες». Ταυτόχρονα, το 22% πίστευε ότι η χώρα δαπανά ήδη υπερβολικά. Οι διαφορές ανά χώρα ήταν έντονες. Στη Γερμανία (40%), τη Γαλλία (44%) και την Ισπανία (43%), οι ερωτηθέντες δήλωσαν ότι οι δαπάνες πρέπει να αυξηθούν. Στην Ιταλία, το 39% θεωρούσε ότι οι δαπάνες είναι πολύ υψηλές — το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών που ερωτήθηκαν. Η Πολωνία ξεχώριζε, με την πλειοψηφία (56%) να θεωρεί τις τρέχουσες δαπάνες σωστές.
Αυτές οι απόψεις αντανακλούν γενικά τα τρέχοντα επίπεδα δαπανών. Η Πολωνία σχεδιάζει να δαπανήσει φέτος το 4,8% του ΑΕΠ για άμυνα, το υψηλότερο στο ΝΑΤΟ και πολύ περισσότερο από τις υπόλοιπες χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα.
Τι συμβαίνει με την Ουκρανία
Στις έξι χώρες, το 34% δήλωσε ότι η Ευρώπη δεν παρέχει αρκετή βοήθεια στην Ουκρανία, το 31% ότι το επίπεδο είναι σωστό, και το 30% ότι η Ευρώπη παρέχει υπερβολική βοήθεια.
Οι διαφορές ανά χώρα ήταν εμφανείς. Στη Γερμανία, το 45% δήλωσε ότι η Ευρώπη δεν κάνει αρκετά. Στην Ιταλία, η οποία παρέχει το χαμηλότερο ποσοστό του ΑΕΠ σε στρατιωτική και πολιτική βοήθεια προς την Ουκρανία από τις έξι χώρες, το 42% δήλωσε ότι η Ευρώπη παρέχει υπερβολική βοήθεια. Η Ισπανία και το Βέλγιο τάχθηκαν κυρίως στην κατηγορία «όχι αρκετά», ενώ η Γαλλία ήταν πιο μοιρασμένη.
Παρά τις διαφωνίες, η υποστήριξη για συλλογικές δεσμεύσεις άμυνας παρέμεινε ισχυρή σε όλες τις χώρες, ιδιαίτερα εντός του ΝΑΤΟ. Τα ευρήματα τροφοδοτούν επίσης τις συζητήσεις για την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και τις πολιτικές υπηρεσίες, καθώς οι κυβερνήσεις εξετάζουν τρόπους ενίσχυσης των στρατιωτικών δυνατοτήτων. Στη Γερμανία, η υποστήριξη για κάποια μορφή υποχρεωτικής υπηρεσίας ήταν ιδιαίτερα υψηλή. Περισσότερο από τα τρία τέταρτα των Γερμανών (78%) υποστήριξαν την επαναφορά της στρατιωτικής ή πολιτικής θητείας, η οποία είχε καταργηθεί το 2011.
Μετά από πιέσεις στο κυβερνητικό του συνασπισμό, όμως, ο Καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς πέρυσι εγκατέλειψε τα σχέδια για πλήρη υποχρεωτική θητεία και προώθησε ένα νομοσχέδιο για την ενίσχυση της στρατολόγησης σε 203.000 ενεργό στρατιωτικό προσωπικό μέχρι το 2031.
Η υποστήριξη ήταν επίσης ισχυρή στο Βέλγιο (76%), ενώ στην Ιταλία υπήρχε μεγαλύτερη διχογνωμία (53% υπέρ) και στην Ισπανία, όπου το 54% ήταν αντίθετο με την υποχρεωτική θητεία.
