32 χρόνια από τη γενοκτονία της Ρουάντα

Κάθε φορά που μια κοινωνία συνηθίζει στον φανατισμό και τον φυλετικό διαχωρισμό, κάθε φορά που η πολιτική ρητορική διολισθαίνει σε διχασμό και στοχοποίηση, ανοίγει ο δρόμος για πράξεις ακραίας και ανεξέλεγκτης βίας

32 χρόνια από τη γενοκτονία της Ρουάντα

«Ξέρω ότι εμείς οι Ρουαντέζοι φέρουμε μεγάλη ευθύνη για το μίσος μεταξύ μας και για τη γενοκτονία που ακολούθησε. Εμείς οι Ρουαντέζοι διαπράξαμε τη γενοκτονία. Κανείς άλλος δεν την έκανε. Αλλά το μίσος και η ιδεολογία πίσω από αυτό, είναι ιδέες που αναπτύχθηκαν και καλλιεργήθηκαν, κυρίως κατά τη διάρκεια της βελγικής αποικιακής περιόδου». Samuel Ishimwe, σκηνοθέτης από τη Ρουάντα. Νικητής της Αργυρής Άρκτου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου 2018.

Ένα από τα ειδεχθέστερα εγκλήματα του 20ου αιώνα και σίγουρα η πιο ανηλεής και βάναυση εμφύλια σύγκρουση υπήρξε η γενοκτονία της Ρουάντα. Οι ρίζες της εντοπίζονται, ήδη από την περίοδο της αποικιοκρατίας, όταν οι βελγικές αρχές ενίσχυσαν τις διακρίσεις μεταξύ των δύο βασικών εθνοτικών ομάδων της χώρας, των Χούτου και των Τούτσι, καλλιεργώντας περαιτέρω τις φυλετικές ανισότητες. Σύμφωνα με τη φυλετική ιεράρχηση ευρωπαίων επιστημόνων, τον 19ο αιώνα, η «λευκή φυλή» θεωρείτο η πιο εξελιγμένη, ενώ η «μαύρη φυλή» κατώτερη. Με βάση αυτό το ρατσιστικό αφήγημα, οι Τούτσι θεωρήθηκαν πιο κοντά στη «λευκή φυλή», και συνεπώς μια φυλή πιο ανεπτυγμένη από τους Χούτου.

Μετά την ανεξαρτησία της Ρουάντα, το 1962, οι εντάσεις διατηρήθηκαν με κύκλους βίας και διώξεων, ιδιαίτερα εις βάρος των Τούτσι, πολλοί από τους οποίους κατέφυγαν σε γειτονικές χώρες. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ της κυβέρνησης των Χούτου και των ανταρτών του Πατριωτικού Μετώπου της Ρουάντα (RPF), που αποτελούνταν κυρίως από εξόριστους Τούτσι, επιδείνωσε περαιτέρω το ήδη εύθραυστο κλίμα. Η αφορμή για τη γενοκτονία δόθηκε στις 6 Απριλίου 1994, όταν καταρρίφθηκε το αεροπλάνο που μετέφερε τον πρόεδρο της Ρουάντα, Juvénal Habyarimana και τον πρόεδρο του Μπουρούντι, Cyprien Ntaryamira.

Η κατάσταση εκτραχύνθηκε περισσότερο και από τις προτροπές δημοσιογράφων του κρατικού ραδιοφώνου Radio Television Libre des Mille Collines (RTLM), οι οποίοι, χρησιμοποιώντας συνθήματα όπως «εξαφανίστε τις κατσαρίδες, είναι μια βρομερή φυλή», ή «δουλέψτε πιο σκληρά, οι τάφοι δεν έχουν γεμίσει ακόμα», καλούσαν τους Χούτου να βγουν στους δρόμους με ό,τι όπλο διέθεταν και να σκοτώσουν τους Τούτσι. Μέσα σε λίγες ώρες, εξτρεμιστικά στοιχεία του καθεστώτος των Χούτου ενεργοποίησαν ένα οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης των Τούτσι, αλλά και μετριοπαθών Χούτου. Με τη συμμετοχή στρατιωτικών δυνάμεων, παραστρατιωτικών οργανώσεων όπως οι Interahamwe και με την υποκίνηση από μέσα ενημέρωσης, που διέδιδαν ρητορική μίσους, ξεκίνησαν μαζικές σφαγές σε ολόκληρη τη χώρα. Έγινε εκτενής χρήση της έμφυλης και σεξουαλικής βίας ως όπλο πολέμου. Χιλιάδες Τούτσι, στην πλειοψηφία τους γυναίκες, αλλά και άντρες, κακοποιήθηκαν βάναυσα, πριν δολοφονηθούν, ενώ αρκετές επιζώσες κρατήθηκαν ως σκλάβες. Ο εντοπισμός των Τούτσι από τους εξτρεμιστές Χούτου ήταν εύκολος, καθώς όλοι οι πολίτες της Ρουάντα, είχαν δελτίο ταυτότητας, που καθόριζε τη φυλή του κάθε πολίτη, μια πρακτική που ήταν κατάλοιπο της αποικιακής περιόδου. Μέσα σε σχεδόν 100 ημέρες, σφαγιάστηκαν βάναυσα πάνω από 800.000 άνθρωποι. Η γενοκτονία τερματίστηκε τον Ιούλιο του 1994, όταν ένοπλοι Τούτσι αντάρτες του Πατριωτικού Μετώπου, εισέβαλαν στη χώρα και ανέτρεψαν την κυβέρνηση.

Η διεθνής κοινότητα άργησε να επιδείξει τα απαιτούμενα αντανακλαστικά και τη δυναμική που όφειλε σε μια τέτοια ακραία συνθήκη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, ο ΟΗΕ να διατάξει τη διεξαγωγή εσωτερικής έρευνας, αναφορικά με τους χειρισμούς των γεγονότων του 1994. Το πόρισμα απέδωσε την ευθύνη για την αποτυχία της αποτροπής της γενοκτονίας, κατά μείζονα λόγο, στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, τονίζοντας ότι η δύναμη του ΟΗΕ δεν είχε οργανωθεί, αναπτυχθεί και καθοδηγηθεί, με τρόπο ικανό να σταματήσει τη γενοκτονία.

Μετά τον τερματισμό των σφαγών, η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα βαθύ εθνικό, συλλογικό τραύμα και το αίτημα για απονομή δικαιοσύνης έπρεπε να ικανοποιηθεί άμεσα. Έτσι, στις 8 Νοεμβρίου του 1994, το Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΕ ίδρυσε ένα ad hoc Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για τη Ρουάντα (ICTR ), στην πόλη της Αρούσα, προκειμένου να δικαστούν οι υπαίτιοι της γενοκτονίας. Κομβικής σημασίας υπήρξε η απόφαση του 1998 στην υπόθεση Akayesu, με την οποία το ICTR εξέδωσε την πρώτη καταδικαστική απόφαση για το έγκλημα της γενοκτονίας από διεθνές δικαστήριο, μισό αιώνα μετά την υιοθέτηση της Σύμβασης των ΗΕ, για την Πρόληψη και Τιμωρία του Εγκλήματος της Γενοκτονίας. Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο συνέβαλε ουσιωδώς στην ερμηνεία της Σύμβασης, αναγνωρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι ο βιασμός μπορεί να συνιστά μέσο τέλεσης του εγκλήματος της γενοκτονίας.

Το παράδειγμα της γενοκτονίας στη Ρουάντα αναδεικνύει με τον πιο σκληρό τρόπο πώς η ρητορική μίσους, η κανονικοποίηση των διακρίσεων και η πολιτική εκμετάλλευση της φυλετικής ταυτότητας μπορούν να οδηγήσουν σε στυγερά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Κάθε φορά που μια κοινωνία συνηθίζει στον φανατισμό και τον φυλετικό διαχωρισμό, κάθε φορά που η πολιτική ρητορική διολισθαίνει σε διχασμό και στοχοποίηση, ανοίγει ο δρόμος για πράξεις ακραίας και ανεξέλεγκτης βίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και η καταπολέμηση κάθε μορφής ρατσισμού και μισαλλοδοξίας είναι ευθύνη όλων μας. Η εκπαίδευση, η διατήρηση τέτοιων εγκλημάτων στη συλλογική μνήμη και η ενίσχυση των δημοκρατικών μας θεσμών αποτελούν τα πιο ισχυρά μας όπλα, για να μην επαναληφθούν ποτέ στο μέλλον ανάλογες τραγωδίες και να ζούμε ειρηνικά, με όρους ισότητας και αλληλεγγύης.

* Ο Γιώργος Σταμάτης είναι Βουλευτής Επικρατείας της ΝΔ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version