Με τα χρόνια μαθαίνεις πως οι πιο σοβαρές ιστορίες δεν εμφανίζονται ποτέ ολοκληρωμένες. Έρχονται αποσπασματικά, ενίοτε φαινομενικά ασύνδετες και διάσπαρτες, μέχρι που κάποια στιγμή αρχίζουν να κουμπώνουν μεταξύ τους με έναν τρόπο που δεν αφήνει πια περιθώρια αμφιβολίας. Η υπόθεση των υποκλοπών στην Ελλάδα έμοιαζε για καιρό με μια σειρά από παράλληλες αφηγήσεις. Εταιρείες που «δεν σχετίζονται», κρατικοί μηχανισμοί που «δεν γνωρίζουν τίποτα», τεχνολογίες που κυκλοφορούν χωρίς ιδιοκτήτη και ένας πρωθυπουργός που διαβεβαιώνει δημόσια ότι δεν υπάρχει καμία σύνδεση μεταξύ του Μαξίμου και του παράνομου λογισμικού. Για ένα διάστημα, η πραγματικότητα παρέμενε διαχειρίσιμη. Όχι καθαρή, αλλά κάπως ελεγχόμενη. Ώσπου, την Κυριακή (5/4) εμφανίστηκε κάτι τόσο ενοχλητικό όσο ένα έγγραφο που άρχισε να ενώνει τις γραμμές.
Οι τελευταίες αποκαλύψεις, όπως καταγράφονται στο ρεπορτάζ του Βασίλη Λαμπρόπουλου στο «Βήμα της Κυριακής» («Ευρωπαϊκά κονδύλια για την εισαγωγή του Predator»), αλλά και στη συνέχεια της έρευνας του Αντώνη Καρακούση για «Το σκοτεινό τρίγωνο των υποκλοπών», δεν προσθέτουν απλώς ακόμη μία ψηφίδα στην υπόθεση, τουναντίον μετακινούν σημαντικά το κέντρο βάρους της. Για πρώτη φορά, η σχέση του ελληνικού κράτους με την Intellexa του Ταλ Ντίλιαν παύει να είναι υπαινιγμός και αποκτά συγκεκριμένο σχήμα.
Αυτό που ξεκαθαρίζει πλέον μέσα από τα έγγραφα δεν είναι μόνο η σχέση, αλλά ο ίδιος ο μηχανισμός. Γιατί ο τρόπος με τον οποίο στήθηκε αυτή η υπόθεση έχει σημασία. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το κρίσιμο σημείο. Η εταιρεία που συνδέεται άμεσα με το Predator, ένα από τα πιο επιθετικά εργαλεία ψηφιακής επιτήρησης που έχουν εμφανιστεί ποτέ, δεν παρουσιάζεται ως αυτό που είναι, ούτε καν υπαινικτικά.
Το ΚΕΜΕΑ δεν είναι ένας ουδέτερος φορέας καινοτομίας, είναι ο τεχνικός σύμβουλος της πολιτείας σε ζητήματα ασφάλειας. Συνεργάζεται με δομές υψηλής ευαισθησίας και λειτουργεί σε ένα περιβάλλον όπου η άγνοια δεν είναι επιλογή. Για να βρεθεί μια εταιρεία σε αυτό το πλαίσιο, προηγείται έλεγχος, αξιολόγηση και έγκριση.
Αντίθετα, εντάσσεται σε ένα cluster καινοτομίας, σε μια κοινοπραξία εταιρειών τεχνολογίας που δραστηριοποιούνται στον χώρο της τεχνητής νοημοσύνης, της επεξεργασίας δεδομένων και των λεγόμενων «έξυπνων» συστημάτων πρόληψης. Η περιγραφή είναι προσεκτικά διατυπωμένη. Ανάλυση ήχου και εικόνας, επεξεργασία μεγάλου όγκου δεδομένων, predictive analytics. Όροι γνώριμοι, σχεδόν ουδέτεροι, που κυκλοφορούν συχνά σε φακέλους ευρωπαϊκών προγραμμάτων και περνούν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα από τις διαδικασίες αξιολόγησης. Σε πρώτη ανάγνωση, μοιάζει με κάθε άλλο project που διεκδικεί χρηματοδότηση, ένα ακόμη παράδειγμα «καινοτομίας» που εντάσσεται στη μεγάλη ομπρέλα της τεχνητής νοημοσύνης.
Με αυτό τον τρόπο το πραγματικό αντικείμενο θολώνει, χωρίς να αλλάζει επί της ουσίας. Το Predator από εργαλείο παρακολούθησης μετατρέπεται αίφνης σε εργαλείο «ανάλυσης δεδομένων» και από μηχανισμός διείσδυσης σε προσωπικές συσκευές παρουσιάζεται ως λύση τεχνητής νοημοσύνης για την κατανόηση σύνθετων φαινομένων. Έτσι, μπορεί να ενταχθεί σε ένα περιβάλλον στο οποίο κανονικά δεν θα μπορούσε να σταθεί. Την ίδια στιγμή, η ένταξη της Intellexa στο σχήμα μόνο τυχαία δεν είναι. Φαίνεται πως προηγήθηκαν συνεννοήσεις, πιέσεις, συναντήσεις, υπήρξαν επαφές με κυβερνητικά στελέχη και μια σαφής κατεύθυνση. Η εταιρεία να ενταχθεί σε ένα πλαίσιο που θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί. Η διαδρομή οδηγούσε σε ευρωπαϊκά και κρατικά κονδύλια, με στόχο την ανάπτυξη ενός προϊόντος, το οποίο παρουσιαζόταν ως εργαλείο ανάλυσης μεγάλου όγκου δεδομένων.
Η εμπλοκή του Κέντρο Μελετών Ασφάλειας καθιστά την εξήγηση ακόμη πιο δύσκολη. Το ΚΕΜΕΑ δεν είναι ένας ουδέτερος φορέας καινοτομίας, αλλά ένας οργανισμός που υπάγεται στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και λειτουργεί ως τεχνικός σύμβουλος της πολιτείας σε ζητήματα ασφάλειας, με συμμετοχή σε ευρωπαϊκά προγράμματα και συνεργασίες υψηλής ευαισθησίας. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η άγνοια δεν είναι εύκολο επιχείρημα. Για να βρεθεί μια εταιρεία σε αυτό το περιβάλλον, προηγείται έλεγχος, αξιολόγηση και έγκριση. Δεν πρόκειται για διαδικασία που αφήνει περιθώρια παρεξηγήσεων και λαθών. Εκεί μπαίνεις κατόπιν επιλογής.
Κι όμως, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, μια εταιρεία που, όπως έχει ήδη αναδειχθεί και σε δικαστικό επίπεδο, συνδέεται αποκλειστικά με κατασκοπευτικό λογισμικό, εμφανίζεται ως εταίρος σε ένα πρόγραμμα καινοτομίας. Έτσι, αρχίζει να διαμορφώνεται αυτό που εύστοχα περιγράφεται στο «Β» ως «σκοτεινό τρίγωνο». Κρατικοί φορείς, τεχνολογικές κοινοπραξίες και μια εταιρεία spyware που κινείται ανάμεσά τους, όχι ως κάποιος παρείσακτος αλλά ως ενταγμένος παίκτης.
Η χρονική σύμπτωση είναι αποκαλυπτική. Την ίδια περίοδο που σχεδιάζονται αυτές οι συνεργασίες και δρομολογούνται χρηματοδοτήσεις, η χώρα συγκλονίζεται από αποκαλύψεις για παρακολουθήσεις πολιτικών, στρατιωτικών, δημοσιογράφων και επιχειρηματιών. Για μεγάλο διάστημα, η επίσημη θέση της κυβέρνησης ήταν απλή. Το κράτος δεν είχε καμία σχέση με το Predator, ήταν κάτι εξωτερικό, μια παράλληλη πραγματικότητα, κάποιοι «ιδιώτες» που κατάφεραν να διεισδύσουν με ένα μαγικό τρόπο. Βέβαια τα έγγραφα ποσώς ενδιαφέρονται για τα κυβερνητικά αφηγήματα. Αν αποκαλύπτονται συνεργασίες, επαφές και προσπάθεια χρηματοδότησης, τότε η απόσταση που κάποτε περιγραφόταν ως μεγάλη αρχίζει να μικραίνει επικίνδυνα. Και μαζί της, μικραίνει και η αξιοπιστία της άρνησης. Το ερώτημα δεν είναι πια αν υπήρξε σχέση, αλλά πόσο βαθιά ήταν και ποιος την ενέκρινε.
