Στα πέτρινα χρόνια του ΠαΣοΚ, ο Κώστας Σημίτης μιλώντας στο Ζάππειο, σε εκδήλωση για την επέτειο της ίδρυσης του κόμματος, στις 3 του Σεπτέμβρη, με μελαγχολική διάθεση περιέγραψε πως «επικρατεί μια ομίχλη για το τι χρειάζεται να κάνουμε. Θυμίζουμε τα ξερά φύλλα που στροβιλίζει αδιάκοπα ο αέρας, στην αυλή της πολιτικής».
Μολονότι από τότε μέχρι σήμερα, μεσολάβησαν πολλά στην πολιτική ζωή του τόπου, οι πικρές διαπιστώσεις του πρώην Πρωθυπουργού δεν παύουν να έχουν ξεχωριστή αξία. Και το κυριότερο, εξακολουθούν και είναι επίκαιρες. Το ΠαΣοΚ, καιρό τώρα δείχνει να πάσχει από ανίατη φαγωμάρα. Οι εσωτερικές εντάσεις και αμφισβητήσεις είναι συνεχείς. Συνεχώς κλονίζεται από τη διχόνοια και την αμφιλογία. Η εικόνα που εμφανίζει, κάθε άλλο παρά η επιθυμητή είναι.
Το βέβαιο είναι, πως η στασιμότητα του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δεν είναι ανεξήγητη. Ούτε οφείλεται στην όποια πολιτική, ακόμη και επικοινωνιακή πανοπλία των ανταγωνιστών του. Απεναντίας είναι απόρροια της αδυναμίας του να θεμελιώσει μια στέρεη, αυθύπαρκτη και εύστοχη στρατηγική για το παρόν και το μέλλον της χώρας.
Εύλογο είναι το γεγονός αυτό να απομειώνει το ενδιαφέρον της ευρύτερης κοινής γνώμης, κρατώντας το έτσι στάσιμο. Πόσο μάλλον σε μια περίοδο, που εξαιτίας της γεωπολιτικής θεομηνίας στη διεθνή σκηνή, με δύο πολεμικές συγκρούσεις σε εξέλιξη, σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή, βλέπουμε πως η πολιτική του φόβου εκτοπίζει την πολιτική των προσδοκιών.
Όπως φαίνεται το ΠαΣοΚ εσκεμμένα ξεχνά, ότι στην πολιτική ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να προσποιείσαι πως δεν θέλεις να βλέπεις τη ζώσα πραγματικότητα. Αλλά και να καταφεύγεις σε άτοπες επιθυμίες, ακόμη και σε φαντασιώσεις. Ζώντας το άγχος των δημοσκοπικών του επιδόσεων, επιδίδεται σε ένα κυνήγι βελτίωσής τους, το οποίο μοιάζει με το κυνήγι ενός ίσκιου. Με άλλα λόγια, μπερδεύει τη δημοσκοπική αποδοχή με το πολιτικό μέγεθος. Έτσι δεν θέλει να καταλάβει, ότι στο σώμα της πραγματικότητας αποτυπώνονται με σαφήνεια και καθαρότητα, οι θεατές και αθέατες τάσεις που διαπερνούν το κοινωνικό ακροατήριο.
Αναμφίβολα η πολιτική είναι μια δύσκολη, σύνθετη και απαιτητική άσκηση. Το σίγουρο είναι, πως για να διαβάσουμε σωστά την εποχή μας, τις αντιθέσεις και τις παραδοξότητές της, τις αναδιατάξεις και τις μεταμορφώσεις της, χρειάζεται να σκεφτούμε έναν ή περισσότερους αγνώστους για την επίλυση της εξίσωσης.
Αντί λοιπόν οι ιθύνοντες του ΠαΣοΚ, ηγεσία και κορυφαία στελέχη να πράξουν το αυτονόητο, ανασκάπτουν φοβίες και μύθους. Πως αλλιώς να εξηγηθεί από τη μια η εμμονή για την έκδοση πιστοποιητικών ιδεολογικής καθαρότητας και ορθοδοξίας, εξορκίζοντας το ενδεχόμενο αναγκαστικών συνεργασιών. Πως επίσης να ερμηνευτεί από την άλλη, η προσήλωση σε φληναφήματα περί προοδευτικού μετώπου, αρκεί να είναι πρώτο κόμμα, ακόμη και με μία ψήφο διαφορά. Το σημαντικότερο δε είναι, ότι και στις δύο περιπτώσεις δεν επικυριαρχεί το ερώτημα, γιατί πρέπει να ψηφίσει κάποιος ΠαΣοΚ αλλά με ποιους θα συμπορευτεί.
Κάτι τέτοιο όμως του στερεί τη δυνατότητα να έχει το δικό του θετικό προσδιορισμό στις πολιτικές διεργασίες και εξελίξεις. Αν η δυσκολία του αυτή δεν συνιστά αποπροσανατολισμό, σύγχυση, θολούρα, τι άλλο υποδηλώνει. Μπορεί ένα κόμμα να προσβλέπει στην εμπιστοσύνη των πολιτών, όταν το ίδιο μπλοκάρει στον κυκεώνα διαμετρικά αντίθετων επιδιώξεων;
Στο μεταπολιτευτικό πολιτικό στερέωμα, το ΠαΣοΚ θεωρείται φυσικό κόμμα διακυβέρνησης. Το συγκριτικό του πλεονέκτημα ήταν, πως επί Ανδρέα Παπανδρέου και επί Κώστα Σημίτη, είχε μπορέσει να μπολιάσει αρμονικά τις δύο ψυχές του. Την αριστερόστροφη με τη δεξιόστροφη. Ή αλλιώς το προοδευτικό πρόταγμα με το εκσυγχρονιστικό. Η κεντροαριστερά όπως την εξέφραζε, εδράζονταν στο κοινωνικό κέντρο. Έτσι άλλωστε επί πολλά χρόνια είχε κατακτήσει κεντρική θέση στο διπολικό πολιτικό σύστημα.
Το ΠαΣοΚ την ιδεολογικοπολιτική του αυτονομία, την προστάτεψε ως κόρη οφθαλμού, ακόμη και όταν χρειάστηκε να συνδράμει σε κυβερνητικές λύσεις. Δεν την αλλοίωσε προσχωρώντας σε αντιλήψεις συγκερασμού και μέσου όρου. Είτε στρέφοντας το βλέμμα του αριστερά, είτε δεξιά. Εντούτοις σήμερα οι νεοσσοί της πολιτικής εμφανίζουν ανεκτικότητα, για να μην πω ενοχικά ή εχθρικά σύνδρομα, απέναντι σε μια παρωχημένη αριστερά, αλλά και σε μια οπισθοδρομική δεξιά.
Αποδεχόμενο ρόλο κυβερνητικού εταίρου, σε ένα αντισυστημικό συνονθύλευμα, υιοθετεί απαίδευτα μια αδιέξοδη και ατελέσφορη συνταγή. Εξάλλου, δεν υπήρξε ποτέ συνιστώσα ενός ετερόκλητου πολιτικού συνασπισμού με δυνάμεις της αναχρονιστικής αριστεράς. Ούτε διασφάλιζε προοπτικές ως εξωκυβερνητική κεντροαριστερά, όταν οι εξελίξεις το έθεταν εκτός εξουσίας. Αν το ΠαΣοΚ δεν απαντήσει με τις ιδέες και τις πράξεις του στα ψευδεπίγραφα διλήμματα που σήμερα το ταλανίζουν, δεν θα αποφύγει τον αέναο κίνδυνο να βρεθεί μπροστά σε υπαρξιακή κρίση.
Αναμφισβήτητο γεγονός είναι πως στο πολιτικό σύμπαν του τόπου μας, το ΠαΣοΚ έδειξε απαράμιλλη δύναμη αλλά και πρωτοφανή αδυναμία. Με τα προτάγματα του, με τις νέες ιδέες του και με ικανές ηγεσίες, άλλαξε την όψη της Ελλάδας φέρνοντάς την στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα. Με την αναδίπλωση του, στη συνέχεια κατά την περίοδο 2010-2011, σε μια απίστευτη ελαφρότητα, αλλά και την επικράτηση ανίσχυρης ηγεσίας, λούστηκε τις συνέπειες του δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Το παράδοξο είναι, πως ο φυσικός και ηθικός αυτουργός της ελληνικής χρεωκοπίας, η νεοκαραμανλική διακυβέρνηση πέρασε κάτω από τα ραντάρ της πολιτικής.
Ουσιαστικά τα θεμελιώδη προβλήματά του ΠαΣοΚ εδώ και χρόνια, ανάγονται στην αλλοπρόσαλλη διαχείριση που επέδειξε στη διάρκεια της τελευταίας αυτοδύναμης κυβερνητικής του θητείας μετά τις εκλογές του 2009. Φυσικό επακόλουθο ήταν το άλλοτε κραταιό κόμμα να βρεθεί αποστραγγισμένο κοινωνικά, πολιτικά, ιδεολογικά. Άλλωστε έτσι εξηγείται το δραστικό πλήγμα που υπέστη από το μαγνητικό πεδίο του λαϊκισμού.
Ωστόσο τα τωρινά προβλήματα του ΠαΣοΚ είναι σύνθετα και δύσκολα. Οφείλονται στην ενδογενή αδυναμία του να προσαρμοστεί στο νέο κοινωνικό, οικονομικό, γεωπολιτικό περιβάλλον. Και πρωτίστως γιατί η εμβέλεια, η απήχηση, της ηγεσίας και των στελεχών του, δεν υπερβαίνουν τα όρια ενός στάσιμου κόμματος.
Πάντως, η απάντηση δεν είναι η έκδοση πιστοποιητικών αντιδεξιάς ρητορικής. Ούτε η υιοθέτηση αριστερόστροφων κυβερνητικών σχημάτων. Αλλά η δέσμευση πως στο καίριο ερώτημα της κυβερνησιμότητας, η χώρα δεν πρόκειται να μείνει ακυβέρνητη, γι’ αυτό και το ΠαΣοΚ θα πράξει ότι χρειαστεί. Αν το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δεν υπερβεί τα τεχνητά και πλαστά διλήμματα που ήδη το βασανίζουν, το ρήγμα που έχει δημιουργηθεί στο εσωτερικό του, θα βαθύνει περαιτέρω, πλήττοντας ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία, τη φερεγγυότητά του και κατ’ επέκταση τη δυναμική του.
Ως εκ τούτου, το μεγάλο στοίχημα για το ΠαΣοΚ είναι να αποκτήσει ένα νέο πολιτικό εαυτό. Δεν θα τον κερδίσει με τον επαναπατρισμό στελεχών από το ΣΥΡΙΖΑ, ούτε με την παλινδρόμηση σε πολιτικές που αποπνέουν παρελθόν. Η πολυδιαφημιζόμενη διεύρυνση αποκτά νόημα, μόνο τη στιγμή που ενισχύεται η λεγόμενη κεντρικότητα του ΠαΣοΚ, ισχυροποιώντας περαιτέρω τη θέση του στο κέντρο της κοινωνικής και πολιτικής έκφρασης της χώρας. Διαφορετικά η διεύρυνση μετατρέπεται σε μια στεγνή συναλλαγή με πλανόδιους καριερίστες.
Στο συνέδριο του ΠαΣοΚ που ξεκινά σήμερα, αυτό που χρειάζεται να κάνει, είναι ως κόμμα να τοποθετήσει τον εαυτό του απέναντι σε ένα καθρέφτη. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσει να δει τη μεγάλη εικόνα. Και κυρίως να διαπιστώσει, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει στην αναμέτρησή του με τον παρόντα και τον μέλλοντα χρόνο.
Το συνέδριο αν δεν καταστεί «πολιτικό εργαστήριο», δεν θα μπορέσει να θέσει σε κίνηση ένα στάσιμο κόμμα. Ούτε θα πετύχει τον ανεφοδιασμό του με νέα καύσιμα, νέες ιδέες, νέες προσεγγίσεις. Το καίριο πολιτικό ερώτημα στο οποίο καλείται να απαντήσει, είναι απλό και καθαρό. Το ΠαΣοΚ ξεχωρίζει για το εν δυνάμει κυβερνητικό του κύρος ή για το αντιπολιτευτικό του μένος; Όσο και αν φαίνεται απλό εδώ ακριβώς συμπυκνώνεται η ουσία των προβλημάτων που αντιμετωπίζει. H πολιτική ζωή έχει δείξει, πως τα κομματικά συνέδρια είναι χρήσιμα στο βαθμό που δεν μετατρέπονται σε τελετουργικά γεγονότα. Αν περιορίζονται σε ασκήσεις εσωκομματικών συσχετισμών είναι ανώφελα και περιττά.
Πόσο μάλλον όταν με μπόλικη δόση δοξασίας, η πολιτική ηγεσία επιζητεί την αναβάπτισή της στο κομματικό σώμα. Το ΠαΣοΚ θα έχει όφελος, αν το τωρινό του συνέδριο δείξει ότι έχει ισχυρό δείκτη αυτογνωσίας και επίγνωσης. Αφήνοντας έτσι στην άκρη αυταρέσκειες, άτοπες προσδοκίες και κούφιες διακηρύξεις, έχει τις προϋποθέσεις να ξεκολλήσει από τη στασιμότητα του.
Η αξιοσημείωτη προσέλευση πολιτών για την εκλογή συνέδρων την προηγούμενη βδομάδα, δείχνει ότι στον κοινωνικό χώρο του ΠαΣοΚ αναθερμαίνεται η αποσταμένη ελπίδα, περνώντας από την ματαίωση στην προσμονή. Το αυξημένο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης αυτό πιστοποιεί. Τώρα μάλιστα, που η πλεονάζουσα έλξη του Κυριάκου Μητσοτάκη, δεν είναι εκείνη που είχε τα προηγούμενα χρόνια.
Αν η ηγεσία του και τα κορυφαία του στελέχη παραμένουν δέσμια εσωτερικών διευθετήσεων και αντιπαραθέσεων το μόνο που θα καταφέρουν είναι να δικαιώσουν τον στίχο του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη «Ας μη δεσμευτούμε λοιπόν μ΄επιστολές – η απόσταση μας χαρίζει ένα καινούριο πρόσωπο. Κι ίσως όταν ξαναϊδωθούμε να μη ξέρει πια καθόλου ο ένας τον άλλο. Έτσι που επιτέλους να μπορέσουμε να γνωριστούμε».
Ο Γιώργος Πανταγιάς είναι Σύμβουλος Στρατηγικής και Επικοινωνίας