Οι Ιταλοί ψηφοφόροι απέρριψαν με σαφή τρόπο τη βασική μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης που προωθούσε η πρωθυπουργός Τζιόρτζια Μελόνι, προκαλώντας πλήγμα στον δεξιό κυβερνητικό συνασπισμό ενόψει των γενικών εκλογών του επόμενου έτους.
Με την καταμέτρηση των περισσότερων ψήφων μετά το δημοψήφισμα της 22ας–23ης Μαρτίου, το στρατόπεδο του «Όχι», που υποστηρίχθηκε από την αντιπολίτευση, συγκέντρωσε σχεδόν το 54% έναντι 46% που τάχθηκε υπέρ της κυβερνητικής πρότασης για αναθεώρηση του Συντάγματος και αναδιάρθρωση της ιδιαίτερα ανεξάρτητης ιταλικής Δικαιοσύνης.
«Οι Ιταλοί αποφάσισαν και σεβόμαστε αυτή την απόφαση», δήλωσε η Μελόνι σε ανάρτησή της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
«Προφανώς λυπούμαστε για αυτή τη χαμένη ευκαιρία να εκσυγχρονίσουμε την Ιταλία, αλλά αυτό δεν αλλάζει τη δέσμευσή μας να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε με σοβαρότητα και αποφασιστικότητα για το καλό του έθνους», πρόσθεσε, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν έχει πρόθεση να παραιτηθεί.
Η συμμετοχή ήταν πολύ υψηλότερη από τις προσδοκίες, φτάνοντας σχεδόν το 60%, με τους ψηφοφόρους να κινητοποιούνται από μια έντονα συγκρουσιακή προεκλογική εκστρατεία, που ανέδειξε το βαθύ χάσμα μεταξύ του δεξιού κυβερνητικού συνασπισμού και των δικαστικών λειτουργών.
Δικαστικοί τραγουδούν «Bella Ciao»
Περίπου 50 δικαστικοί συγκεντρώθηκαν στο δικαστήριο της νότιας πόλης της Νάπολης και άρχισαν να τραγουδούν το αντιφασιστικό τραγούδι αντίστασης «Bella Ciao» όταν έγινε σαφές ότι η κυβέρνηση είχε ηττηθεί.
Η ήττα αφαιρεί από τη Μελόνι την εικόνα της πολιτικά «ανίκητης», ύστερα από τέσσερα χρόνια εκλογικών επιτυχιών σε τοπικό και εθνικό επίπεδο.
«Όταν ένας ηγέτης χάνει τη δυναμική του, όλοι αρχίζουν να αμφιβάλλουν. Και υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να κάνει: να προσποιείται ότι δεν συμβαίνει τίποτα», δήλωσε ο Ματέο Ρέντσι, ο οποίος είχε παραιτηθεί το 2016 μετά από ήττα σε δικό του δημοψήφισμα για συνταγματική μεταρρύθμιση.
Αντίθετα, το αποτέλεσμα ενδέχεται να δώσει νέα ώθηση στην κατακερματισμένη κεντροαριστερά, ενθαρρύνοντας τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της αντιπολίτευσης να διαμορφώσουν μια ευρύτερη συμμαχία απέναντι στο συντηρητικό μπλοκ.
«Τα καταφέραμε! Ζήτω το Σύνταγμα», δήλωσε ο επικεφαλής του Κινήματος 5 Αστέρων και πρώην πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε.
Ο χρόνος διεξαγωγής του δημοψηφίσματος αποδείχθηκε δύσκολος για τη Μελόνι, καθώς πολλοί Ιταλοί εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι στον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και ανησυχούν ότι οι διεθνείς συγκρούσεις θα αυξήσουν περαιτέρω το ήδη υψηλό ενεργειακό κόστος.
Δύσκολη η αλλαγή του ιταλικού Συντάγματος
Οι δημοσκόποι εκτιμούσαν πριν από την ψηφοφορία ότι πολλοί από όσους επέλεξαν το «Όχι» το έκαναν κυρίως για να εκφράσουν δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση, παρά λόγω του τεχνικού περιεχομένου της μεταρρύθμισης.
Το δημοψήφισμα προέβλεπε τον διαχωρισμό των σταδιοδρομιών δικαστών και εισαγγελέων, καθώς και τη διάσπαση του αυτοδιοικούμενου οργάνου της Δικαιοσύνης σε δύο τμήματα, με τα μέλη να επιλέγονται με κλήρωση αντί εκλογής. Η κυβέρνηση υποστήριζε ότι οι αλλαγές αυτές θα ενίσχυαν τη λογοδοσία και θα περιόριζαν τις πολιτικές παρεμβάσεις.
Ωστόσο, ακόμη και η ίδια η κυβέρνηση αναγνώριζε ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν θα έλυναν ένα από τα βασικά προβλήματα της Ιταλίας: το εξαιρετικά αργό δικαστικό σύστημα, που επιβαρύνει την οικονομία.
Οι Ιταλοί πολιτικοί έχουν επιχειρήσει πολλές φορές να τροποποιήσουν το Σύνταγμα, αλλά σχεδόν πάντα χωρίς επιτυχία.
Το Σύνταγμα, που θεσπίστηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, διαχέει την εξουσία και απαιτεί ευρεία συναίνεση για αλλαγές, μετατρέποντας συχνά τέτοιες πρωτοβουλίες σε δημοψηφίσματα εμπιστοσύνης προς την εκάστοτε κυβέρνηση.
Η ήττα αυτή αφήνει τη Μελόνι πολιτικά αποδυναμωμένη στο εσωτερικό, ενώ αντιμετωπίζει μια στάσιμη οικονομία και δύσκολες διεθνείς προκλήσεις. Παράλληλα, ενδέχεται να επηρεάσει και τη θέση της στην Ευρώπη, όπου μέχρι πρότινος θεωρούνταν ιδιαίτερα ανθεκτική πολιτικά.
