Δεν είναι κάποιο τέρας, είπαν, είναι η μακρινή σου θεία, αυτή που έρχεται για επίσκεψη στο σπίτι, νιώθει άνετα και τελικά αποφασίζει να μείνει για μεγαλύτερο διάστημα. Δεν την συμπαθείς ιδιαίτερα, το τελευταίο λόγο όμως τον έχουν οι γονείς σου. Θα μείνει για όσο χρειαστεί.
Είναι μικροκαμωμένη, φοράει πορτοκαλί περούκα με αφέλειες και το κόκκινο κραγιόν της καλύπτει άγαρμπα, εκτός από τα χείλη της, και το πηγούνι της. Κάτι δεν πάει καλά, σκέφτεσαι.
Και έχεις δίκιο.
Η θεία σου η Γκλάντις τρέφεται με παιδιά και η ενέργειά τους είναι αυτή που την κρατάει στη ζωή. Αλλά δεν μπορείς να της κρατήσεις κακία. Η ερμηνεία της Έιμι Μάντιγκαν στο Weapons είναι τόσο καλή, που η παράξενη και μοχθηρή θεία ανήκει πλέον – ξεκάθαρα αν κρίνουμε από την απήχησή της στο TikTok – στην κατηγορία με τους «αγαπημένους κακούς».

REUTERS/Daniel Cole
Η Έιμι Μάντιγκαν, βέβαια, πριν επανασυσταθεί στο κοινό με το Weapons και βρεθεί στη λίστα με τις υποψηφιότητες για τον Β’ Γυναικείο Ρόλο στα Όσκαρ, ανήκε ήδη και σε μια άλλη κατηγορία, αυτή με τους ηθοποιούς που βασίστηκαν πρώτα στη δύναμη της ερμηνείας τους και μετά στη λάμψη της διασημότητάς τους.
Τα πρώτα χρόνια
Η Μάντιγκαν γεννήθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 1950 στο Σικάγο και μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που συνδύαζε τη δημοσιογραφία, την πολιτική και την κοινωνική δράση – χρόνια αργότερα όλα τα παραπάνω την οδήγησαν να μην χειροκροτήσει τον Καζάν στα Όσκαρ. Αλλά αυτή είναι μια ιστορία για αργότερα.
Ο πατέρας της, Τζον Μάντιγκαν, ήταν γνωστός δημοσιογράφος που είχε πάρει συνεντεύξεις από σημαντικές προσωπικότητες όπως ο Ρίτσαρντ Νίξον και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ Τζούνιορ ενώ η μητέρα της, Ντολόρες Χ. Μάντιγκαν, εργαζόταν ως αξιωματούχος στο συνδικάτο Teamsters, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την αίσθηση κοινωνικής ευθύνης που χαρακτήριζε την οικογένεια.
Τα σχολικά της χρόνια στο Σικάγο τη βρήκαν δραστήρια και ανεξάρτητη. Φοίτησε στο σχολείο St. Philip Neri και στο Aquinas High School, συμμετείχε σε σχολικές θεατρικές παραστάσεις. και μετά το λύκειο συνέχισε τις σπουδές της στο Marquette University, αν και εκείνη την περίοδο δεν είχε ακόμη αποφασίσει να ακολουθήσει την υποκριτική.
Από το Playboy στον κινηματογράφο
Πριν στραφεί στον κινηματογράφο, η Μάντιγκαν ασχολήθηκε με τη μουσική. Στη δεκαετία του 1970 εμφανιζόταν ως τραγουδίστρια του συγκροτήματος Jelly, ερμηνεύοντας ένα ιδιαίτερο μείγμα soul και πειραματικής performance. Μέχρι και στο περιοδικό Playboy εμφανίστηκε για να κάνει γνωστή την μπάντα της.
Η στροφή προς την υποκριτική ήρθε σταδιακά. Το 1974 μετακόμισε στο Λος Άντζελες και γράφτηκε στο Lee Strasberg Theatre and Film Institute, ένα από τα σημαντικότερα σχολεία υποκριτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί εκπαιδεύτηκε στη μεθοδική προσέγγιση της υποκριτικής και άρχισε να χτίζει τα θεμέλια της μελλοντικής της καριέρας.
Το 1982 ξεκίνησε η κινηματογραφική της πορεία με την ταινία Love Child, στην οποία υποδύθηκε μια έγκυο έφηβη κρατούμενη. Η ερμηνεία της τράβηξε αμέσως την προσοχή των κριτικών και της χάρισε υποψηφιότητα στις Χρυσές Σφαίρες.
Δύο χρόνια αργότερα συμμετείχε στην ταινία Places in the Heart, ενώ το 1985 η ερμηνεία της στο οικογενειακό δράμα Twice in a Lifetime της χάρισε υποψηφιότητα για Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου. Το Weapons της χάρισε τη δεύτερη – ή καλύτερα, η Μάντιγκαν ήταν αυτή που χάρισε πολλά στη ταινία. Ο Ζακ Κρέγκερ, σκηνοθέτης του Weapons, δήλωσε πως η Μάντιγκαν την «έσωσε».
Στα τέλη της ίδιας δεκαετίας η Μάντιγκαν συμμετείχε σε δύο ταινίες που απέκτησαν ιδιαίτερη δημοτικότητα. Στο Field of Dreams (1989) εμφανίστηκε ως η υποστηρικτική σύζυγος του χαρακτήρα που υποδυόταν ο Κέβιν Κόστνερ, προσφέροντας μια ήρεμη αλλά καθοριστική παρουσία σε μια από τις πιο αγαπημένες αμερικανικές ταινίες για το μπέιζμπολ. Την ίδια χρονιά συμμετείχε στην κωμωδία Uncle Buck, όπου υποδύθηκε την κοπέλα του Τζον Κάντι.
Ένα «μηχάνημα» υποκριτικής
Η δεκαετία του 1990, όπως και οι επόμενες δεκαετίες, επιβεβαίωσαν την ευελιξία της. Η Μάντιγκαν κινήθηκε με άνεση ανάμεσα σε διαφορετικά κινηματογραφικά είδη. Στο ψυχολογικό θρίλερ The Dark Half, βασισμένο σε μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ, υποδύθηκε μια γυναίκα παγιδευμένη σε μια σκοτεινή και επικίνδυνη πραγματικότητα. Αργότερα εμφανίστηκε στο βιογραφικό δράμα Pollock, ενώ είχε σημαντικό ρόλο και στο αστυνομικό δράμα Gone Baby Gone του Μπεν Άφλεκ.
Παράλληλα με τον κινηματογράφο, η τηλεόραση αποτέλεσε σημαντικό πεδίο έκφρασης για την ηθοποιό. Η ερμηνεία της ως Σάρα Γουέντινγκτον στο τηλεοπτικό δράμα Roe vs. Wade της χάρισε Χρυσή Σφαίρα και υποψηφιότητα για Primetime Emmy Awards. Στη συνέχεια εμφανίστηκε σε δημοφιλείς τηλεοπτικές σειρές όπως το Carnivàle, το Grey’s Anatomy και το Fringe.
Παρά τη μακρά κινηματογραφική της πορεία, η Μάντιγκαν δεν εγκατέλειψε ποτέ το θέατρο. Το ντεμπούτο της στο Broadway έγινε το 1992 με την αναβίωση του έργου A Streetcar Named Desire του Τενεσί Γουίλιαμς, όπου υποδύθηκε τη Στέλλα Κοβάλσκι. Στο Off-Broadway έλαβε υποψηφιότητες και βραβεία για παραστάσεις όπως το The Lucky Spot, ενώ αργότερα συνεργάστηκε ξανά με τον σύζυγό της στο έργο Buried Child του Σαμ Σέπαρντ.
Η προσωπική της ζωή είναι στενά συνδεδεμένη με την καλλιτεχνική της πορεία. Από το 1983 είναι παντρεμένη με τον ηθοποιό Εντ Χάρις, έναν από τους σημαντικότερους Αμερικανούς ηθοποιούς της γενιάς του. Οι δυο τους γνωρίστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1980 κατά τη διάρκεια θεατρικής συνεργασίας και έκτοτε έχουν δουλέψει μαζί σε πολλές παραγωγές. Μαζί έχουν μία κόρη, τη Λίλι Ντολόρες Χάρις.
Σιωπηλοί και ανέκφραστοι
Στην τελετή των βραβείων Όσκαρ το 1999, ο σκηνοθέτης Ηλία Καζάν τιμήθηκε από τους Μάρτιν Σκορσέζε και Ρομπερτ Ντε Νίρο. Η Μάντιγκαν και ο Χάρις έμειναν σιωπηλοί, ανέκφραστοι και δεν χειροκρότησαν.
Ο Καζάν ήταν μεγάλος σκηνοθέτης της μεταπολεμικής αμερικανικής κινηματογραφίας και δημιουργός ταινιών όπως Viva Zapata!, On the Waterfront και A Face in the Crowd. Όμως το 1952 έδωσε μια λίστα με ονόματα στην διάρκεια της εποχής του Τζόζεφ ΜακΚάρθι, όταν το να συνδέσαι με κομμουνιστικές, αναρχικές ή και σοσιαλιστικές ιδεολογίες, ήταν παράνομο.
«Ο πατέρας μου ήταν δημοσιογράφος», είπε σε πρόσφατη συνέντευξή της στον Guardian. «Κάλυπτε τις ακροάσεις του ΜακΚάρθι και τον επηρέασαν πολύ, σε σημείο που δεν μπορούσε καν να μιλήσει γι’ αυτό. Οπότε δεν υπήρχε περίπτωση να χειροκροτήσω. Ίσως να μην έχω αυτόν τον διακόπτη στο μυαλό που λέει “ας συγχωρήσουμε και ας ξεχάσουμε”. Δεν ξεχνώ τέτοια πράγματα. Και θεώρησα ντροπή που η Ακαδημία τον τίμησε έτσι.»
Η άρνησή της δεν ήταν σχόλιο για το έργο του, αλλά για τις πράξεις του. «Αν και δεν συμφωνώ πλήρως με την ιδέα ότι μπορείς να διαχωρίσεις τα δύο. Υπάρχουν γραμμές που δεν τις περνάς.»
Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται. Γραμμές που παραβιάζονται τείνουν να παραβιάζονται ξανά. «Αρκεί να δεις το σημερινό πολιτικό τοπίο», λέει. «Νιώθεις άσχημα – πολιτικά – να ζεις στις ΗΠΑ τώρα. Αλλά εξακολουθώ να είμαι περήφανη που είμαι Αμερικανίδα. Πιστεύω στους συμπολίτες μου. Ο κόσμος φοβάται αλλά είναι και θυμωμένος. Αντιστέκεται, παλεύει. Οπότε είμαι συγκρατημένα αισιόδοξη.»
Η επιτυχία του Weapons
Ο ρόλος της Μάντιγκαν ως θεία Γκλάντις στο Weapons του Ζακ Κρέγκερ απέσπασε ενθουσιώδεις κριτικές και της χάρισε νέα υποψηφιότητα για Όσκαρ, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά την πρώτη της.
Αλλόκοτος και τρομακτικός, ο χαρακτήρας της έγινε ακόμη και διαδικτυακό φαινόμενο στο TikTok, δείχνοντας πως μια ηθοποιός με δεκαετίες καριέρας μπορεί να επηρεάσει και τη σύγχρονη ποπ κουλτούρα.
Παρά τη νέα αυτή επιτυχία, η Μάντιγκαν παραμένει ρεαλίστρια για τη βιομηχανία του κινηματογράφου. Έχει μιλήσει συχνά για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μεγαλύτερες σε ηλικία ηθοποιοί στο Χόλιγουντ και για τον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες συχνά «εξαφανίζονται» από τις μεγάλες παραγωγές μετά από μια ορισμένη ηλικία.
Η δική της επιστροφή στο προσκήνιο αποτελεί, με έναν τρόπο, μια έμμεση απάντηση σε αυτή την τάση. Σήμερα, περισσότερο από σαράντα χρόνια μετά το ντεμπούτο της, η Έιμι Μάντιγκαν συνεχίζει να εργάζεται με την ίδια αφοσίωση που χαρακτήριζε τα πρώτα της βήματα.
Αν και αουτσάιντερ στα Όσκαρ, η ηθοποιός μπορεί πολύ εύκολα να χαρακτηριστεί το όπλο του Weapons. Στις αρχές του Μαρτίου, άλλωστε, κέρδισε το Actor Award για την ερμηνεία της. Το χρυσό αγαλματίδιο ίσως να μην είναι και τόσο μακριά τελικά.




