Με αναλυτική τοποθέτηση, το Εθνικό Θέατρο εκφράζει σοβαρές ενστάσεις για το σχέδιο νόμου του Υπουργείο Παιδείας που είναι σε δημόσια διαβούλευση από τις 19 Φεβρουαρίου και προβλέπει την ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών (Α.Σ.Π.Τ.) προβλέποντας την απορρόφηση μεταξύ άλλων πέντε ιστορικών κρατικών σχολών.
Η καλλιτεχνική διευθύντρια του Εθνικού Θεάτρου Αργυρώ Χιώτη, η αντιπρόεδρος του Δ.Σ. Έρση Πίττα και η διευθύντρια σπουδών της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, Δηώ Καγκελάρη ζητούν ουσιαστική αναθεώρηση του νομοσχεδίου, θεσμικές εγγυήσεις για τη σύνδεση με το Εθνικό Θέατρο και παράταση της δημόσιας διαβούλευσης.
Πέντε σχολές περνούν στην ΑΣΠΤ
Το νομοσχέδιο για την Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών (Α.Σ.Π.Τ), που θα είναι τετραετούς φοίτησης, με την διεθνή ονομασία «University of Performing Arts (U.O.P.A)» και έδρα την Αθήνα, είναι σε δημόσια διαβούλευση μέχρι την Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026 και προβλέπει την ενοποίηση πέντε σχολών: Δραματικής Τέχνης του Εθνικού Θεάτρου, Ορχηστικής Τέχνης της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, Ορχηστικής Τέχνης της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης, Δραματικής Τέχνης του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και «Μουσικής Τέχνης του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης. Οι πέντε προαναφερθείσες σχολές «απορροφούνται» από την ΑΣΠΤ και θα σταματήσουν το εκπαιδευτικό τους έργο ενώ η λειτουργία τους θα επικεντρωθεί σε εργαστήρια και μορφωτικά προγράμματα.
Όλη η καλλιτεχνική εκπαίδευση περνάει πλέον από το Υπουργείο Πολιτισμού στο Υπουργείο Παιδείας και η Α.Σ.Π.Τ θα οργανωθεί στα πρότυπα της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ).
Αλλαγές αναμένονται και στο πλαίσιο λειτουργίας των ιδιωτικών καλλιτεχνικών σχολών. Το νομοσχέδιο προβλέπει ακόμη τη μετονομασία των Σχολών Ανώτερης Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης σε Ανώτερες Σχολές Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης (Α.Σ.Κ.Ε.) Σχετικά με τα προσόντα διορισμού ή πρόσληψης, το νομοσχέδιο προβλέπει πως το πτυχίο των Ανώτερων Σχολών Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης του ν. 1158/1981 γίνεται δεκτό ως τίτλος σπουδών κατηγορίας Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ).
Σημειώνεται ότι το σχέδιο νόμου για την ίδρυση της ΑΣΠΤ είναι το αποτέλεσμα των προ τριετίας κινητοποιήσεων της καλλιτεχνικής κοινότητας με αφορμή το Προεδρικό Διάταγμα 85/2022. Βασικά αιτήματα των καλλιτεχνών του θεάτρου ήταν η διαβάθμιση των σπουδών των Ανωτέρων Σχολών Δραματικής Τέχνης και η ίδρυση Ανώτατης Σχολής για τις Παραστατικές Τέχνες. Πρόσφατα το Συμβούλιο της Επικρατείας (1941-1942/2025) έκρινε ότι η παράλειψη πρόβλεψης στο Προσοντολόγιο ειδικής κατηγορίας για τους κατόχους τίτλων σπουδών των Ανωτέρων Σχολών Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης παραβιάζει διατάξεις του Συντάγματος.
Το σχέδιο νόμου για την ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών είναι διαθέσιμο εδώ.
Αντιδράσεις από καλλιτέχνες
Με αφορμή την δημόσια διαβούλευση του εν λόγω νομοσχεδίου 210 καλλιτέχνες υπογράφουν ανοιχτή επιστολή προς την Υπουργό Παιδείας ζητώντας την απόσυρση του, σημειώνοντας: «Το σχέδιο νόμου καταργεί κατ’ουσίαν δύο πολύ σημαντικές κρατικές σχολές Δραματικής Τέχνης με μακρά παράδοση: του Εθνικού Θεάτρου (έτος ίδρυσης: 1930) και του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (έτος ίδρυσης: 1973). Το αίτημα της θεατρικής κοινότητας ήταν η ίδρυση νέων πανεπιστημιακών Τμημάτων με αντικείμενό τους την πράξη του θεάτρου, και όχι η απορρόφηση των δύο υπαρχουσών κρατικών Δραματικών Σχολών από τα υπό ίδρυση Τμήματα. Το αιτούμενο για τις κρατικές Δραματικές Σχολές ήταν η διαβάθμισή τους και η διασύνδεσή τους με τα νέα πανεπιστημιακά Τμήματα.»
Η επίσημη θέση του Διοικητικού Συμβουλίου, της Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης και της Διεύθυνσης Σπουδών της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου επί του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Παιδείας Θρησκευμάτων και Αθλητισμού παρατίθεται αυτούσια παρακάτω.
Θέμα: Τοποθέτηση του Εθνικού Θεάτρου για το σχέδιο νόμου με τίτλο «Ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, σύσταση νέας κατηγορίας θέσεων Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης, πλαίσιο λειτουργίας Ανώτερων Σχολών Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης και Ανώτερων Σχολών Μουσικής Εκπαίδευσης και άλλες ρυθμίσεις»
Ι.Η διαδρομή έως τη δημόσια διαβούλευση
Από την έναρξη του δημόσιου διαλόγου για την αναβάθμιση των σπουδών δραματικής τέχνης και την προγραμματική εξαγγελία για την ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, σε συνέχεια των μαζικών κινητοποιήσεων του 2023, το Εθνικό Θέατρο υποστήριξε επί της αρχής τον επιδιωκόμενο σκοπό και έθεσε τις δυνάμεις και την τεχνογνωσία του στην υπηρεσία της Πολιτείας για την επίτευξη του βέλτιστου νομοπαρασκευαστικού αποτελέσματος.
Και τούτο, παρά την υπαρξιακή αγωνία μας για το καθεστώς της Δραματικής Σχολής μας, καθώς δεν προκρίθηκε η λύση της μετεξέλιξης της υπάρχουσας αυτόνομης δομής ή της απλής διασύνδεσής της με την ιδρυθησόμενη Σχολή, όπως είχαμε προτείνει, αλλά, αντιθέτως, η «απορρόφηση»/αναδοχή της από το υπό σύσταση πανεπιστημιακό Τμήμα. Παρόλο δηλαδή που συνειδητοποιήσαμε ότι βούληση της Πολιτείας ήταν το καλλιτεχνικό και ιστορικό «κεκτημένο» της Δραματικής Σχολής μας, εμβέλειας σχεδόν 100 ετών, να «εισφερθεί» σε έναν άλλο φορέα με κατάργηση της σημερινής μορφής της, κρίναμε επιβεβλημένο να συμβάλουμε στην προσπάθεια ακριβώς για να διαφυλάξουμε το ωφέλιμο αποτέλεσμα αναβάθμισης των παραστατικών σπουδών.
Το επιχειρήσαμε επί τρία χρόνια με έγγραφες προτάσεις, συμμετοχή σε ομάδες εργασίας, στις οποίες κλήθηκαν εκπρόσωποί μας, θεσμικά διαβήματα, υπηρεσιακές συναντήσεις και κάθε άλλο θεσμικό μέσο πειθούς. Απαραίτητη διευκρίνιση: ποτέ μέχρι την έναρξη της δημόσιας διαβούλευσης δεν είχε τεθεί υπόψη μας σχέδιο κειμένου, παρά τα σχετικά αιτήματά μας.
ΙΙ. Επί του νομοσχεδίου
Είμαστε πλέον σε θέση να σχολιάζουμε νομικό κείμενο. Το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο καλύπτει ορισμένες μόνον πτυχές του σκοπού, αλλά δεν εξασφαλίζει συνολικά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Θεωρούμε ότι απαιτούνται σημαντικές βελτιώσεις και συνολική αξιολογική επανεξέταση, πέραν των απλών νομοτεχνικών παρεμβάσεων. Ούτως ή άλλως, η σωρεία εξουσιοδοτικών διατάξεων που περιέχει το νομοσχέδιο δεν επιτρέπει συνολική αποτίμηση της λειτουργικότητας των διατάξεών του.
Στο πλαίσιο αυτό, καταγράφουμε τα ακόλουθα:
i. Θα αναμέναμε σημαντικό μέρος της κρίσιμης ύλης να μην υπόκειται σε νομοθετική ή άλλη εξουσιοδότηση, αλλά να ρυθμίζεται δεσμευτικά ήδη από τον υπό ψήφιση νόμο. Η εξήγηση περί αυτοδιοίκητου των Α.Ε.Ι. είναι αληθής, αλλά όχι επαρκής. Στην υπό κρίση περίπτωση, ιδρύεται Ανώτατη Σχολή με κατάργηση άλλων (Ανώτερων), οι οποίες όμως έχουν ισχύον, ειδικό νομοθετικό-κανονιστικό πλαίσιο. Θα έπρεπε οι «καλές πρακτικές» για σειρά ζητημάτων (π.χ. αριθμός εισακτέων, οργάνωση εισαγωγικών εξετάσεων, πρόγραμμα σπουδών), που υπάρχουν ήδη στα νομοθετήματα των φορέων «προέλευσης», να έχουν μεταφερθεί στον ιδρυτικό νόμο.
ii. Θα αναμέναμε εντονότερο δεσμό του ιδρυθησόμενου Τμήματος με το Εθνικό Θέατρο κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου αλλά και στο διηνεκές, στη βάση ορισμένης έννομης σχέσης. Συνιστάται «Τμήμα Δραματικής Τέχνης Εθνικού Θεάτρου», αλλά απουσιάζει ο μηχανισμός οργανικής, κανονιστικής και καλλιτεχνικής σύνδεσής του με το Εθνικό Θέατρο. Η ομωνυμία καθίσταται κενό γράμμα, που εύλογα θα κινδύνευε να χαρακτηριστεί ακόμη και θεσμική «υφαρπαγή» του ονόματος, όταν δεν συνοδευτεί από την ουσία. Η παρουσία ενός μέλους, υποδεικνυόμενου από το Εθνικό Θέατρο, στα όργανα της όλης Σχολής, δεν αρκεί για να επιτευχθεί αποτελεσματικά αυτή η σύνδεση.
Προς αυτήν την κατεύθυνση, τονίσαμε (και λάβαμε τη δέσμευση ότι θα εξεταστεί) ότι το εργαλείο της Προγραμματικής Σύμβασης, δεσμευτικό σχέδιο της οποίας προτάθηκε να τεθεί ως παράρτημα του νόμου, θα ήταν μια αποδεκτή θεσμική οδός, ώστε να ρυθμιστούν ζητήματα «μεταβίβασης» της καλλιτεχνικής τεχνογνωσίας και επίτευξης προγραμματικής συνεργασίας, και μάλιστα για σειρά ζητημάτων πέραν της απλής χρήσης των υποδομών (π.χ. προπαρασκευαστικά τμήματα/«φυτώριο», γνωμοδοτική αρμοδιότητα επί προγράμματος σπουδών και διδασκαλίας, υποτροφιών, πρακτικής μαθητείας κ.λπ.).
Δεν κατανοούμε πώς αλλιώς το Τμήμα θα νομιμοποιείται να ανάγεται ονομαστικά και σημειολογικά στο Εθνικό Θέατρο.
iii. Θα αναμέναμε εναργέστερη κατανόηση και κατοχύρωση της φύσης των αναβαθμιζόμενων σπουδών ως σπουδών «παραστατικής τέχνης» (και όχι θεωρητικών ή υποκείμενων στη συνήθη φύση των «πανεπιστημιακών» σπουδών). Θα έπρεπε να «ανωτατοποιούνται» οι σπουδές στις παραστατικές τέχνες, με την εγγενή ιδιαιτερότητά τους, και όχι να «προσαρμόζονται» προκειμένου να «ανωτατοποιηθούν».
Σε ένα γενικότερο επίπεδο μεθόδου: Θα αναμέναμε να προταθεί ένα αυτοτελές, ειδικό νομοθετικό πλαίσιο για τις παραστατικές σπουδές (προς το οποίο η πανεπιστημιακή νομοθεσία να εφαρμόζεται συμπληρωματικά) και όχι απλώς να εισάγονται εξαιρέσεις από αυτήν.
Χρειάζεται, δηλαδή, αντιστροφή της σχέσης κανόνα-εξαίρεσης. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στη ρύθμιση των τυπικών προσόντων των διδασκόντων, όπου το διδασκόμενο αντικείμενο αντιμετωπίζεται κατ’ αποτέλεσμα ως θεωρητικό.
Τα επόμενα βήματα
III. Το Εθνικό Θέατρο, κατόπιν και της κοινής συνεδρίασης των οργάνων του στις 27/2 και στις 2/3, θα υποβάλει αρμοδίως στην εν εξελίξει δημόσια διαβούλευση κατ’ άρθρο (αλλά, πρωτίστως, και εκτός άρθρων) παρατηρήσεις βασισμένες στους παραπάνω άξονες. Παρά την κρισιμότητα και των λοιπών ρυθμίσεων που αφορούν άλλες σημαντικές πτυχές της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, περιοριζόμενοι στον θεσμικό ρόλο μας, θα αναφερθούμε μόνο στις διατάξεις που αφορούν την Α.Σ.Π.Τ.
Αναγνωρίζουμε την ορθή επί της αρχής κατεύθυνση της νομοθετικής πρωτοβουλίας, στηρίζουμε αξιολογικά τον σκοπό της αναβάθμισης, αλλά εκτιμούμε ότι απαιτείται πρόσθετος χρόνος επεξεργασίας του προτεινόμενου νομοσχεδίου, ακόμη και με παράταση της διαβούλευσης. Χρειάζεται εμβάθυνση του διαλόγου και πρέπει να αναληφθούν πρόσθετες εγγυήσεις που θα κατοχυρώνουν θεσμικά την ιδιαιτερότητα της φύσης των σπουδών «παραστατικής» τέχνης ως αντικειμένου της ρύθμισης.
Μόνο έτσι το σκοπούμενο αποτέλεσμα θα δικαιώσει τις προσδοκίες της καλλιτεχνικής κοινότητας και θα υπηρετήσει αληθώς τους σκοπούς της Ανώτατης Εκπαίδευσης, όπως όλοι – Πολιτεία και φορείς – το επιθυμούμε.
