Το Ρέικιαβικ της Ισλανδίας επισκέφθηκε την προηγούμενη εβδομάδα ο νέος Πρέσβης της Ελλάδας στο Όσλο, κ. Ευθύμιος Χαρλαύτης, και επέδωσε τα διαπιστευτήριά του στην Πρόεδρο της Ισλανδίας, κα Halla Tómasdóttir. Υπό άλλες συνθήκες, θα επρόκειτο απλώς για τη συνήθη πρακτική ο εκάστοτε διπλωματικός απεσταλμένος της Ελλάδας στη Νορβηγία να διεκπεραιώνει την εκπροσώπηση της χώρας μας στο βορειοατλαντικό νησί των Βίκινγκ.
Πλην όμως, ο Έλληνας Πρέσβης διέσχισε τον μισό ωκεανό αντιμέτωπος με ευκαιρίες αλλά και προκλήσεις. Μπορεί η Ισλανδή Πρόεδρος να του εξέφρασε το θαυμασμό της για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, να επιβεβαίωσε συναντίληψη στα μείζονα διεθνή ζητήματα και να συνομολόγησε τις δυνατότητες περαιτέρω εμβάθυνσης των διμερών σχέσεων, ωστόσο αυτά συμβαίνουν σε μια συγκυρία κατά την οποία η Αθήνα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη γεωπολιτικά δεδομένα και εξελίξεις.

Στις 6 Φεβρουαρίου, η ισλανδική κυβέρνηση ενέκρινε το αίτημα της Άγκυρας για το άνοιγμα τουρκικής πρεσβείας στο Ρέικιαβικ, με χρονοδιάγραμμα έναρξης λειτουργίας μέσα στο τρέχον έτος. Η κίνηση αυτή της Τουρκίας δεν είναι τυχαία, ούτε σχετίζεται με τον μικρό αριθμό Τούρκων που ζουν στην Ισλανδία.

Η γεωπολιτική αναβάθμιση της Ισλανδίας
Η Ισλανδία έχει μεγάλη γεωστρατηγική αξία στον βόρειο Ατλαντικό λόγω της θέσης της στο GIUK Gap (πέρασμα μεταξύ Γροιλανδίας, Ισλανδίας και Ηνωμένου Βασιλείου) που ελέγχει υποβρύχια και εμπορικές διαδρομές (choke point). Παρότι δεν διαθέτει μόνιμο στρατό, η ύπαρξή της είναι καθοριστική για τη δραστηριότητα του ΝΑΤΟ στην Αρκτική (από το 2014 η νατοϊκή παρουσία είναι αυξημένη σε αεροσκάφη επιτήρησης και ανθυποβρυχιακά μέσα), και η θέση της αναβαθμίζεται διαρκώς λόγω της παρακολούθησης της ρωσικής δραστηριότητας στην περιοχή. Οι δεσμοί της με τις ΗΠΑ παραμένουν ισχυροί ενώ διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε περιβαλλοντική πολιτική, έρευνα και βιώσιμη ναυτιλία.
Οι νέες θαλάσσιες οδοί καθιστούν την Ισλανδία δυνητικό κόμβο logistics μεταξύ Αρκτικής, Ευρώπης και Βόρειας Αμερικής. Παράλληλα, η χώρα λειτουργεί ως στρατηγική πύλη στους θαλάσσιους δρόμους του Ατλαντικού και του Αρκτικού Κύκλου, με άμεση συνάφεια προς τις εμπορικές διαδρομές που οδηγούν στην Ασία.
Εύλογα, η μετατόπιση του διεθνούς γεωπολιτικού κέντρου βάρους στην Αρκτική την αναδεικνύει σε κρίσιμη παράμετρο για τη στρατηγική ισορροπία, καθώς η Ισλανδία μπορεί να λειτουργεί ως σημείο ελέγχου θαλάσσιων διαδρομών, εφαλτήριο νατοϊκών δυνάμεων σε περιόδους κρίσης και μέσο ενίσχυσης πολιτικής, οικονομικής και γεωπολιτικής συνεργασίας με ισχυρές χώρες (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα).

Λιμάνι, Ρέκιαβικ (AP Photo/Kirsty Wigglesworth)
Η Τουρκία στην Αρκτική: Στρατηγική και οφέλη
Τα τελευταία χρόνια η Τουρκία επιχειρεί στρατηγική διείσδυση στον βόρειο Ατλαντικό και την Αρκτική, επεκτείνοντας την εκεί παρουσία της μέσω της Νορβηγίας (από το 2019 έχει πραγματοποιήσει πέντε ΤASE — Τουρκικές Αρκτικές Ερευνητικές Αποστολές), και με ενεργό συμμετοχή σε πρωτόκολλα όπως το Spitsbergen για τα νησιά Svalbard (η Ελλάδα έχει υπογράψει το ίδιο πρωτόκολλο το 1925, χωρίς να έχει ενεργή δραστηριότητα ως τώρα).
Η Ισλανδία είναι μέλος του Αρκτικού Συμβουλίου, στο οποίο η Τουρκία συμμετέχει ως χώρα παρατηρητής. Η νέα πρεσβεία στο Ρέικιαβικ θα παρέχει στην Άγκυρα άμεση πρόσβαση σε χώρες και θεσμούς της βόρειας Ευρώπης, με πολλαπλά οφέλη – εμπορικά, οικονομικά και γεωπολιτικά. Επιπλέον, θα επιτρέψει στη γείτονα να διαμορφώσει νέο πλαίσιο επιρροής σε αποφάσεις και προγράμματα για την Αρκτική, να συμμετάσχει ενεργά σε ζητήματα ασφαλείας, έρευνας και θαλάσσιων οδών και να ενισχύσει τη διεθνή εικόνα της. Έτσι, η Τουρκία αναβαθμίζει τον ρόλο της ως ναυτιλιακή δύναμη και διευρύνει τα στρατηγικά της συμφέροντα στον βορειοατλαντικό και αρκτικό χώρο.
Η ίδρυση της πρεσβείας εκπέμπει το σαφές μήνυμα ότι η Άγκυρα επιδιώκει παγκόσμια παρουσία πέραν της Μεσογείου και των Βαλκανίων – δεδομένης ήδη της έντονης δραστηριότητάς της στην Αφρική. Δημιουργεί δίαυλο άμεσης πολιτικής επικοινωνίας με την Ισλανδία και νέο εφαλτήριο διμερούς και πολυμερούς διπλωματίας κοντά στη Γροιλανδία και τον ευρύτερο αρκτικό χώρο.
Μεσοπρόθεσμα, ενισχύει την εικόνα της Τουρκίας ως ανερχόμενης παγκόσμιας διπλωματικής δύναμης σε ζητήματα Αρκτικής, νέων θαλάσσιων διαδρομών και ενεργειακών πόρων. Όλα αυτά καταδεικνύουν ότι η τουρκική πρεσβεία στο Ρέικιαβικ αποτελεί στρατηγικό βήμα πολιτικής, οικονομικής και γεωστρατηγικής διείσδυσης στον βορρά της Ευρώπης και την Αρκτική.
Η ελληνική κοινότητα στην Ισλανδία
Η ελληνική παρουσία στην Ισλανδία είναι μικρή αλλά αξιοσημείωτη. Οι πρώτες οργανωμένες μεταναστευτικές κινήσεις σχετίζονταν κυρίως με ακαδημαϊκές και επαγγελματικές δραστηριότητες, ενώ η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 2010 οδήγησε σε εκθετική αύξηση της παρουσίας των Ελλήνων που σήμερα αριθμούν τουλάχιστον 800 ψυχές.
Το 2004 όταν η Ελλάδα σήκωσε το τρόπαιο του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου, στο Ρέικιαβικ πανηγύρισαν οι μόλις 8 Έλληνες που ζούσαν τότε εκεί, όπως διηγείται ένας εξ αυτών, ο Αντώνης Κουμουρίδης, τότε ειδικευόμενος ιατρός στην Ισλανδία και σήμερα πλαστικός χειρουργός που ζει κι εργάζεται στη Νορβηγία. Οι περισσότεροι Έλληνες της Ισλανδίας ζουν στο Ρέικιαβικ και εργάζονται στον τουρισμό, την εστίαση, την εκπαίδευση και την έρευνα, ενώ συμμετέχουν ενεργά σε επιχειρήσεις – ανάμεσά τους υπάρχει ακόμη και ελληνικό λουκουματζίδικο – και σε εκπαιδευτικές και πολιτιστικές δραστηριότητες.

Δεδομένου ότι Ελλάδα δεν διατηρεί πρεσβεία στο Ρέικιαβικ, οι διπλωματικές σχέσεις καλύπτονται από την Πρεσβεία της Ελλάδας στο Όσλο. Τα τελευταία 20 χρόνια, ωστόσο, ο Ισλανδός φιλέλληνας Rafn Alexander Sigurðsson, Επίτιμος Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας στην Ισλανδία, έχει συμβάλει σημαντικά στην ενίσχυση των διμερών σχέσεων, υποστηρίζοντας την ελληνική κοινότητα και λειτουργώντας ως γέφυρα μεταξύ των δύο χωρών.
Το 2017, κατά την εκεί επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου και του Μητροπολίτη Σουηδίας κ. Κλεόπα, τέθηκαν τα θεμέλια της ελληνορθόδοξης ενορίας του Αποστόλου Βαρθολομαίου στο Ρέικιαβικ, υπό τη δικαιοδοσία της Μητρόπολης Σουηδίας και Πάσης Σκανδιναβίας, με αναγνώριση από τις ισλανδικές αρχές. Παρά την ίδρυσή της ωστόσο, οι πνευματικές ανάγκες των Ελλήνων παραμένουν μεγάλες, καθώς δεν υπάρχει μόνιμη ή τακτική παρουσία ιερέα.
Προς παρόν, η χώρα μας διατηρεί περιορισμένες επαφές με πανεπιστήμια της Ισλανδίας μέσω προγραμμάτων όπως το Erasmus. Την ώρα που η Τουρκία, διαθέτει δομές όπως το Εθνικό Κέντρο DEHUKAM για τη Θάλασσα και το Δίκαιο της Θάλασσας, και επιχειρεί μεθοδικά την εδραίωση ερεισμάτων για ανατροπή του status quo στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, η Ελλάδα επείγει να εκμεταλλευθεί τις δυνατότητες που της παρέχει ο μετανάστης Ελληνισμός και ο ελληνικός εφοπλισμός.
Αεροπορική και πολιτισμική σύνδεση Αθήνας – Ρέικιαβικ
Η αποκατάσταση της απευθείας αεροπορικής σύνδεσης Αθήνας – Ρέικιαβικ, που είχε διακοπεί προ διετίας λόγω πτώχευσης του αερομεταφορέα Play OG, αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την ενίσχυση των σχέσεων Ελλάδας – Ισλανδίας. Ενδεχόμενη νέα σύνδεση θα αποφέρει πολλαπλά οφέλη: θα ενισχύσει τον τουρισμό και την επίσκεψη Ισλανδών στην Ελλάδα, θα προωθήσει τις διμερείς οικονομικές και εμπορικές σχέσεις, θα διευκολύνει φοιτητές και επιχειρηματίες και θα διασφαλίσει καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών των Ελλήνων ομογενών που ζουν στην Ισλανδία, αυξάνοντας παράλληλα το διεθνές αποτύπωμα ελληνικών αεροπορικών εταιρειών.
Η ιστορική και πολιτισμική διάσταση ενισχύει τη σημασία της Ελλάδας για το «Παγωμένο Νησί», και αντιστρόφως. Η χώρα μας είναι ιδιαίτερα αγαπητή στους Ισλανδούς: η Ισλανδία αναφέρεται ως Θούλη από τον Πυθέα τον Μασσαλιώτη και τον Πλίνιο, ενώ η νοοτροπία των Ισλανδών μοιάζει τόσο με την ελληνική, ώστε να έχουν χαρακτηριστεί «οι Μεσόγειοι του Βορρά».
Δεν είναι τυχαίο ότι αγαπημένο ελληνικό τραγούδι του Ισλανδού καθηγητή φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Όσλο και κορυφαίου διεθνώς ειδικού στον Πλωτίνο, Eyjólfur Kjalar Emilsson, είναι «Το τρένο φεύγει στις οκτώ» σε στίχους Μάνου Ελευθερίου και μουσική Μίκη Θεοδωράκη. Αυτή η πολιτισμική οικειότητα καθιστά απολύτως φυσιολογική και στρατηγικά ωφέλιμη τη στενότερη σύνδεση των δύο χωρών.
