Την πορεία της κυβέρνησης των Βρετανών Εργατικών και πιθανά διδάγματα για την ελληνική κεντροαριστερά ανέλυσε ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, Δημήτρης Παπαδημητρίου, σε εκδήλωση του Ινστιτούτου για τη Σοσιαλδημοκρατία – InSocial, με τίτλο: «Δεκαοκτώ μήνες κυβέρνηση Εργατικών στη Βρετανία: τρεις μικροί απολογισμοί και μαθήματα για την κεντροαριστερά στην Ελλάδα».
Την συζήτηση σχολίασε ο διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης του Queen Mary University of London και διδάσκων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάνος Κολιαστάσης και συντόνισε ο επικεφαλής του InSocial Νίκος Χριστοδουλάκης.
Οικονομία: Στασιμότητα και στροφή του μοντέλου
Ο κ. Παπαδημητρίου παρουσίασε έναν απολογισμό της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης του Κιρ Στάρμερ, επισημαίνοντας ότι η βρετανική οικονομία τα τελευταία 15 χρόνια παραμένει στάσιμη. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση των κοινωνικών δαπανών, γεγονός που έχει οδηγήσει σε δημοσιονομικό έλλειμμα της τάξης του 4%.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, το Brexit είχε αρνητική επίδραση στην οικονομία, ενώ τα τελευταία χρόνια διαπιστώνεται μετατόπιση του οικονομικού μοντέλου προς πιο παρεμβατικές πολιτικές του κράτους. Οι δημόσιες δαπάνες αυξήθηκαν από περίπου 35% του ΑΕΠ σε 45%, πλησιάζοντας πλέον τα επίπεδα των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και κινήσεις επανακρατικοποίησης, όπως στα σιδηροδρομικά δίκτυα και στον τομέα του νερού, μετά και τις χαώδεις αποτυχίες που σημειώθηκαν όταν είχαν ιδιωτικοποιηθεί επί συντηρητικών κυβερνήσεων.
Στο μεταναστευτικό, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου σημείωσε ότι μετά το Brexit μειώθηκε θεαματικά ο αριθμός των (νόμιμων) μεταναστών από την Ανατολική Ευρώπη, αλλά αυξήθηκαν εξίσου θεαματικά οι αφίξεις από άλλες χώρες. Προκλήθηκε έτσι αφενός μια έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια για τη μετανάστευση και αφετέρου η εξάρτηση βασικών τομέων, όπως η υγεία, από εργαζόμενους με μεταναστευτικό υπόβαθρο. Αυτή η αμφιλεγόμενη στάση της βρετανικής κοινωνίας κάνει την διαχείριση του μεταναστευτικού εξαιρετικά δύσκολη και έχει επιφέρει σημαντικό κόστος στην κυβέρνηση, οτιδήποτε και αν αποφασίσει.

Εξωτερική πολιτική και σχέσεις με την Ευρώπη
Στην εξωτερική πολιτική, ο κ. Παπαδημητρίου ανέφερε ότι η αντιμετώπιση των διεθνών προκλήσεων από την κυβέρνηση Στάρμερ, ιδιαίτερα σε σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ, είχε θετικό αντίκτυπο στην Βρετανία.
Όσον αφορά την Ουκρανία, σημείωσε ότι η Βρετανία έχει κινηθεί πιο κοντά στην Ευρώπη, με το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία να έχουν δηλώσει σαφή πρόθεση αποστολής στρατευμάτων πρώτης γραμμής σε περίπτωση εκεχειρίας. Παράλληλα, διαφαίνεται τάση επαναπροσέγγισης με την Ευρωπαϊκή Ένωση και σε οικονομικό επίπεδο, η οποία όμως δεν αναμένεται να φτάσει έως την επανένταξη στην ΕΕ .
Τα μαθήματα για την ελληνική κεντροαριστερά
Συνδέοντας το Βρετανικό παράδειγμα με την ελληνική πραγματικότητα, ο κ. Παπαδημητρίου υποστήριξε ότι η στρατηγική του Στάρμερ, ο οποίος αρχικά δεν είχε έντονη ιδεολογική διαφοροποίηση, προσφέρει ένα χρήσιμο μάθημα: ότι μια «διακριτότητα» που δεν τρομάζει τους κεντρώους ψηφοφόρους μπορεί να αποβεί εκλογικά και πολιτικά χρήσιμη, αρκεί βέβαια να μην είναι τόσο γενική ώστε να φαίνεται άχρωμη.
Όπως είπε, αυτό μπορεί να εκφραστεί είτε με εκ των προτέρων αποκλεισμό συγκεκριμένων πολιτικών συνεργασιών είτε με προγραμματικές «κόκκινες γραμμές». Ο ίδιος τάχθηκε υπέρ της δεύτερης επιλογής για την ελληνική κεντροαριστερά και ειδικότερα για το ΠαΣοΚ.
Παράλληλα, τόνισε ότι ένα κόμμα που επιδιώκει να αποκτήσει κυβερνησιμότητα πρέπει να έχει συγκροτημένα επιτελεία σε βασικούς τομείς, τα οποία θα δίδουν καθημερινά πολιτικές μάχες και θα κτίζουν μια σχέση αξιοπιστίας και επικοινωνίας με τους πολίτες.

Η παρέμβαση Κολιαστάση: Επιτυχία και φθορά
Ο διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης του Queen Mary University of London και διδάσκων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάνος Κολιαστάσης, υπογράμμισε ότι το παράδειγμα Στάρμερ πρέπει να εξεταστεί συνολικά: αναδείχθηκε γρήγορα στο Εργατικό Κόμμα, κέρδισε την εμπιστοσύνη των πολιτών και τις εκλογές, όμως 18 μήνες μετά βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση στις δημοσκοπήσεις.
Σύμφωνα με τον κ. Κολιαστάση, η ελληνική κεντροαριστερά χρειάζεται να προσεγγίσει τον μεσαίο χώρο με θεσμική σοβαρότητα και επικοινωνιακή επάρκεια, συγκροτημένη ομάδα στελεχών και ολοκληρωμένο πρόγραμμα. Πρώτη προτεραιότητα, όπως είπε, πρέπει να είναι οι απαντήσεις στην ακρίβεια και τον πληθωρισμό.
Ο κ. Κολιαστάσης σημείωσε ακόμη ότι στην Ελλάδα έχει εξασθενήσει η παραδοσιακή διάκριση Δεξιάς–Αριστεράς. Μετά την οικονομική κρίση κυριάρχησαν οι αντιθέσεις «Μνημόνιο–Αντιμνημόνιο», στη συνέχεια «ΣΥΡΙΖΑ–αντιΣΥΡΙΖΑ» και σήμερα «σύστημα–αντισύστημα».
Κατά τον ίδιο, δεν υπάρχει προηγούμενο ανάλογο με το ΠαΣοΚ: ένα κόμμα που πριν μια δεκαετία κατέρρευσε εκλογικά, αλλά σχετικά σύντομα επανήλθε αυτόνομα, με τα σύμβολά του και σήμερα έχει καταφέρει να είναι αξιωματική αντιπολίτευση.
Τόνισε, τέλος, ότι το ΠαΣοΚ με ένα συνδυασμό κατάλληλων πολιτικών έχει την δυνατότητα να προσελκύσει πολλούς κεντρώους αναποφάσιστους ψηφοφόρους, αυξάνοντας αρχικά τη δύναμή του και στη συνέχεια διεκδικώντας και ένα τμήμα του λεγόμενου αντισυστημικού ακροατηρίου που θα το δουν ως την κύρια εναλλακτική πρόταση έναντι της ΝΔ.