Φωτογραφίες που φέρονται να απεικονίζουν την εκτέλεση 200 Ελλήνων αντιστασιακών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, την 1η Μαΐου 1944, ήρθαν για πρώτη φορά στο φως 82 χρόνια μετά το γεγονός. Αν και η αυθεντικότητά τους δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί, το υλικό θεωρείται σημαντικό οπτικό τεκμήριο ενός από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της γερμανικής Κατοχής στην Ελλάδα.
Η προέλευση των φωτογραφιών
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι εικόνες εντοπίστηκαν σε άλμπουμ που αποδίδεται σε Γερμανό αξιωματικό, ο οποίος υπηρετούσε σε μονάδα με έδρα τη Μαλακάσα κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Το άλμπουμ εμφανίστηκε προς πώληση σε διαδικτυακή δημοπρασία στο eBay από Βέλγο πωλητή, χωρίς να είναι γνωστός ο φωτογράφος.

Η δημοπρασία έγινε γνωστή μέσω της σελίδας «Greece at WWII Archives» στο Facebook, πυροδοτώντας συζητήσεις για τη γνησιότητα των φωτογραφιών και για το ζήτημα της εμπορικής διακίνησης ιστορικού υλικού που σχετίζεται με εγκλήματα πολέμου.

Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της Κατοχής
Η εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα των ναζιστικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Οι περισσότεροι από τους εκτελεσθέντες ήταν πολιτικοί κρατούμενοι, πολλοί εκ των οποίων είχαν μεταφερθεί από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου.
Η διαταγή της εκτέλεσης δημοσιεύθηκε στον Τύπο στις 30 Απριλίου του 1944. «Την 27ην Απριλίου του 1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους Λακωνίας, κατόπιν μιας εξ ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανόν στρατηγό και τρεις συνοδούς του.
Πολλοί Γερμανοί στρατιώται ετραυματίστησαν. Ως αντίποινα διατάχθηκε: 1. Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1.5.1944» ανέφερε η διαταγή μεταξύ άλλων.

Η μαζική εκτέλεση πραγματοποιήθηκε ανήμερα της Εργατικής Πρωτομαγιάς, ως αντίποινα για τον θάνατο Γερμανού στρατηγού, τριών αξιωματικών που τον συνόδευαν και τον τραυματισμό στρατιωτών στους Μολάους Λακωνίας, στις 27 Απριλίου 1944.

Η σημασία και οι προκλήσεις των νέων ντοκουμέντων
Εάν οι φωτογραφίες αποδειχθούν γνήσιες, μπορούν να προσθέσουν νέα στοιχεία στην τεκμηρίωση της εκτέλεσης και ακόμη να συμβάλουν στην αναγνώριση προσώπων από συγγενείς ή ιστορικούς μελετητές.

Παράλληλα, το ζήτημα επαναφέρει τη συζήτηση για τη σωστή διαχείριση, προστασία και ηθική αξιοποίηση ιστορικών τεκμηρίων που συνδέονται με εγκλήματα πολέμου και τη συλλογική μνήμη.