ΣτΕ: Δεν επιστρέφονται 13ος και 14ος στους δημοσίους υπαλλήλους

«Ταφόπλακα» στην επαναφορά των δώρων για τους δημοσίους υπαλλήλους - Απορρίφθηκαν οι προσφυγές ΑΔΕΔΥ και εκπαιδευτικού - Η μη καταβολή τους δεν παραβιάζει το Σύνταγμα και δε δημιουργεί αδικία, ενώ το κόστος επαναφοράς θα ξεπερνούσε τα 1,5 δισ. ευρώ, έκριναν οι δικαστές

Απορριπτική, ως προς την προσφυγή ΑΔΕΔΥ και εκπαιδευτικού, ήταν η απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, σχετικά με την επαναφορά των δώρων (13ου και 14ου μισθού) για τους δημοσίους υπαλλήλους. Κατά τη διάσκεψη κεκλεισμένων των θυρών, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η μη καταβολή τους δε συνιστά δυσμενή διάκριση ούτε παραβιάζει το Σύνταγμα.

Η δημοσίευση της απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ αναμένεται μέσα στο επόμενο διάστημα.

Η υπόθεση αφορούσε στο σύνολο του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, συμπεριλαμβανομένων των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ και ξεκίνησε από αγωγή εκπαιδευτικού κατά του Δημοσίου, για τα επιδόματα εορτών και αδείας. Απορρίφθηκε επίσης αυτοτελής αίτηση άλλου εκπαιδευτικού, ένας από περίπου 700.000 υπαλλήλους του δημόσιου τομέα, ο οποίος ζητούσε την επαναφορά των τριών δώρων και την καταβολή αποζημίωσης για τα έτη 2023–2024, σύμφωνα με τον νόμο 3205/2003.

Η ΑΔΕΔΥ παρενέβη υπέρ του εκπαιδευτικού, εκπροσωπώντας το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων, και συμμετείχε ως διάδικος στη διαδικασία ενώπιον του ΣτΕ. Η υπόθεση εξετάστηκε από τη 29μελή Ολομέλεια στις 5 Ιουνίου 2025, υπό την προεδρία του Μιχάλη Πικραμένου και με εισηγητή τον σύμβουλο Επικρατείας Ιωάννη Μιχαλακόπουλο.

Το σκεπτικό της απόφασης

Η Ολομέλεια του ΣτΕ, εξετάζοντας εάν αντίκειται στο Σύνταγμα, στην ελληνική νομοθεσία και το ενωσιακό δίκαιο η μη επαναφορά των τριών επίμαχων επιδομάτων στους υπαλλήλους του Δημοσίου, αποφάνθηκαν αρνητικά. Οι σύμβουλοι Επικρατείας έκριναν ότι η μη καταβολή του 13ου και του 14ου μισθού στους δημοσίους υπαλλήλους δε δημιουργεί δυσμενή διάκριση έναντι των απασχολούμενων στον ιδιωτικό τομέα και ούτε παραβιάζεται η Ευρωπαϊκή Οδηγία 2022/2041/ΕΕ.

Τονίστηκε μάλιστα ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι διέπονται από ειδικό μισθολογικό καθεστώς και αποτελούν διαφορετική κατηγορία απασχολουμένων από εκείνη των υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα.

Το πάγωμα του 13ου και του 14ου μισθού, σύμφωνα με τους δικαστές, δεν παραβιάζει τις συνταγματικές αρχές της ισότητας, της αναλογικότητας, της ανθρώπινης αξίας και της ισότητας στα δημόσια βάρη.

Η μη επαναφορά των τριών δώρων, σύμφωνα με την Ολομέλεια του ΣτΕ, δεν προσβάλλει το αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης των δημοσίων υπαλλήλων, ούτε προσβάλλει το δικαίωμά τους να συμβάλλουν ισότιμα με τους υπόλοιπους πολίτες των άλλων κοινωνικών ομάδων στην εκπλήρωση του χρέους τους στην εθνική και κοινωνική αλληλεγγύη.

Οι σύμβουλοι Επικρατείας εξέτασαν το ύψος της δημοσιονομικής επιβάρυνσης για την περίπτωση κατά την οποία επανέρχονταν τα τρία επιδόματα στους εργαζόμενους του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Οι ανώτατοι δικαστές εξέτασαν και ανέλυσαν τους ισχυρισμούς και τα οικονομικά στοιχεία που προσκόμισε το Δημόσιο, τα οποία αναφέρουν ότι η επαναφορά των τριών δώρων θα έχει μόνιμη ετήσια δημοσιονομική επιβάρυνση 1,37 δισ. ευρώ, χωρίς να ληφθούν υπ’ όψιν οι εργοδοτικές εισφορές. Και αν συμπεριληφθούν κι αυτές, τότε η συνολική επιβάρυνση θα ανέλθει συνολικά στα 1,55 δισ. ευρώ. Τελικά, κατέληξαν ότι δεν είναι ώριμα τα δημοσιονομικά μεγέθη για να δεχθούν ένα τόσο μεγάλο οικονομικό βάρος.

Τι υποστήριξε η ΑΔΕΔΥ για 13ο και 14ο μισθό

Η ΑΔΕΔΥ είχε επισημάνει, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ότι η μη επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού είναι αντίθετη στο Σύνταγμα και ειδικότερα στις αρχές της ανθρώπινης αξίας, της ισότητας, της ισότητας στα δημόσια βάρη και της αναλογικότητας, όπως αντίθετη είναι και σε διατάξεις του Ευρωπαϊκού Δικαίου (Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ευρωπαϊκή Οδηγία 2022/2041/ΕΕ).

Ακόμη, η ΑΔΕΔΥ είχε επικαλεστεί ότι η επαναφορά των δώρων πρέπει να γίνει, καθώς αυτό επιβάλλεται από την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2022/2041/ΕΕ για «την ίση μεταχείριση των εργαζομένων του ιδιωτικού και του δημοσίου τομέα, αναφορικά με τη διασφάλιση επαρκούς κατώτατου μισθού, ο οποίος να εγγυάται την αξιοπρεπή διαβίωσή τους». Χαρακτηριστικά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, από την πλευρά της ΑΔΕΔΥ είχε επισημανθεί ότι, μεταξύ άλλων, είναι δυνατή η επαναφορά των τριών δώρων στους δημοσίους υπαλλήλους, καθώς υπάρχουν δημοσιονομικά πλεονάσματα και δεν υπάρχουν πλέον οι οικονομικές συγκυρίες του 2012, που οδήγησαν στο να «κοπούν» τα δώρα.

Οι θέσεις του Δημοσίου

Αντίθετα, η πλευρά του Δημοσίου είχε υποστηρίξει ότι η μη επαναφορά των επίμαχων παροχών δεν παραβιάζει τις συνταγματικές ή υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, καθώς και ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι διέπονται, ως προς τις αποδοχές τους κ.λπ., από ειδικό νομοθετικό καθεστώς, στο πλαίσιο της ιδιαίτερης υπηρεσιακής τους κατάστασης (σύμφωνα με το άρθρο 103 του Συντάγματος), αποτελώντας έτσι μια διαφορετική κατηγορία απασχολούμενων από εκείνη των υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα.

Παράλληλα, το Δημόσιο είχε υποστηρίξει ότι η μη επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού είναι θεμιτή και απολύτως δικαιολογημένη, καθώς εξυπηρετεί το γενικότερο συμφέρον, ενώ παράλληλα εντάσσεται στο πλαίσιο της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής που έχει χαράξει ο νομοθέτης, με βάση τη δημοσιονομική κατάσταση και τις επικρατούσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της Ελλάδας.

Μάλιστα, οι συνήγοροι του Δημοσίου δεν είχαν παραλείψει να επισημάνουν ότι έχουν ξεπεραστεί τα όρια ελέγχου του ΣτΕ και τώρα εισέρχεται πλέον το δικαστήριο στο νομοθετικό πλαίσιο, δηλαδή οι δικαστές επιχειρούν να νομοθετήσουν.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version