Ανταπόκριση από την Ουάσινγκτον
Στην Ουάσιγκτον, το πρώτο έτος της διακυβέρνησης Τραμπ περιγράφεται ως ξέφρενη πορεία χωρίς φρένο. Ωστόσο, λίγο μετά την επέτειο του πρώτου χρόνου και εν όψει της υπουργικής συνάντησης Ελλάδας-ΗΠΑ, στην Ουάσινγκτον, στις 24 Φεβρουαρίου, με αντικείμενο τον Κάθετο Ενεργειακό Διάδρομο, η περίφημη «tiger team» της ενέργειας, όπως την αποκαλούν στην αμερικανική πρωτεύουσα, έκανε μια σπάνια στάση.
Πρόκειται για την ομάδα πρωτοκλασάτων στελεχών, που έχουν λάβει πολιτική εντολή να αλλάξουν ριζικά το τοπίο στην αμερικανική ενεργειακή πολιτική.
Η ομάδα εμφανίστηκε σύσσωμη, από τον υπουργό Εσωτερικών Νταγκ Μπέργκαμ έως τον εκτελεστικό διευθυντή του Εθνικού Συμβουλίου Ενεργειακής Κυριαρχίας, Τζάροντ Έιγκεν, σε εκδήλωση της δεξαμενής σκέψης Foundation for Defense of Democracies (FDD) την Πέμπτη (12/2) με θέμα «Η κατάσταση της αμερικανικής ενεργειακής κυριαρχίας».
Το παράδειγμα της Αθήνας
Από τις αναφορές σχεδόν όλων των αξιωματούχων δεν έλειψε η Ελλάδα, κάτι που αντανακλά εν μέρει τις προσωπικές σχέσεις που έχει καλλιεργήσει η Αθήνα και το ελληνικό υπουργείο Ενέργειας με όλους τους βασικούς παίκτες.
Ταυτόχρονα, αποτυπώνει την εντύπωση που επικρατεί σε αμερικανικούς κυβερνητικούς κύκλους ότι οι συμφωνίες που έγιναν στην Αθήνα, λειτουργούν ως θετικό προηγούμενο, το οποίο έχει αυξήσει το ενδιαφέρον και τα αιτήματα προς το Εθνικό Συμβούλιο για νέες ενεργειακές συνεργασίες.
Ειδικότερα, η υπογραφή του πρώτου μακροχρόνιου συμβολαίου για την προμήθεια LNG, αν και από άποψη αριθμών, δεν είναι εντυπωσιακή για τα αμερικανικά μεγέθη, αντιμετωπίζεται στην αμερικανική κυβέρνηση ως στρατηγική επιτυχία.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο εκτελεστικός διευθυντής του Εθνικού Συμβουλίου Ενεργειακής Κυριαρχίας, Τζάροντ Έιγκεν, έφερε την περίπτωση της Αθήνας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο κινείται αυτή η κυβέρνηση. Λιγότερες διακηρύξεις, περισσότερη δουλειά, για να ξεπεραστούν εμπόδια και να κλειστούν συμφωνίες.
Όπως αφηγήθηκε, «ένα από τα βράδια μείναμε ως τις δύο τα ξημερώματα, για να κλείσουμε συμφωνίες σε διεθνές επίπεδο, ώστε κανείς να μη φύγει από την Αθήνα χωρίς πραγματικές δεσμεύσεις σε ό,τι αφορά τον Κάθετο Διάδρομο. Και αυτό έχει ολοκληρωθεί».
Ο Κάθετος Διάδρομος και η συνάντηση στην Ουάσιγκτον
Στο ίδιο πνεύμα, ο Έιγκεν στάθηκε ειδικά στον Κάθετο Διάδρομο και στη συνεργασία με την Ελλάδα, για την επέκταση των τερματικών εισαγωγής, ακόμη και για την υλοποίηση πλωτών μονάδων επαναεριοποίησης. Όπως είπε, η Ελλάδα υπήρξε «εξαιρετικά υποστηρικτική» σε όλη αυτή την προσπάθεια, από τον πρωθυπουργό έως τον υπουργό Ενέργειας, αλλά και από τις εταιρείες που έχουν έρθει να συνεργαστούν με τις ΗΠΑ.
Σημείωσε, πάντως, ότι «πρέπει να γίνουν πολλά ακόμη», τόσο για τον άξονα βορρά-νότου όσο και για τον Κάθετο Διάδρομο και για τις διαφορετικές πύλες εισόδου προς την Ανατολική και την Κεντρική Ευρώπη. Τόνισε όμως ότι οι κινήσεις που έχουν γίνει, «στέλνουν το σωστό μήνυμα», καθώς καταδεικνύουν ότι η αμερικανική πλευρά επιδιώκει μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις και θέλει αυτές να μεταφραστούν σε συμφωνίες, όχι να παραμείνουν διακηρύξεις.
Σύμφωνα με τον Έιγκεν, στόχος της Ουάσιγκτον είναι να οικοδομήσει δεσμεύσεις «10 έως 20 ετών» με τις χώρες της περιοχής και, ταυτόχρονα, να σταλεί μήνυμα στη διεθνή κοινότητα και στη Ρωσία ότι δεν πρόκειται «απλώς για λόγια», αλλά για συμφωνίες. Στο πλαίσιο αυτό, υπενθύμισε ότι, μετά την Αθήνα, ο έλληνας υπουργός Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου ταξίδεψε στις ΗΠΑ και συναντήθηκε εκ νέου με τους αρμόδιους αξιωματούχους, πριν ληφθεί η απόφαση να συγκληθεί η υπουργική συνάντηση στην Ουάσιγκτον.
Στόχος είναι να γίνουν οι επόμενες κινήσεις, χωρίς να χαθεί πολύτιμος χρόνος, μέχρι το επόμενο συνέδριο της P-TEC, της κορυφαίας πλατφόρμας για υπουργούς Ενέργειας από την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, ώστε να συνεργάζονται με το αμερικανικό υπουργείο Ενέργειας και τον ιδιωτικό τομέα, για την αντιμετώπιση ενεργειακών ζητημάτων στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Πρόσθεσε δε ότι η κινητικότητα θα συνεχιστεί και τον επόμενο μήνα, στο Χιούστον, στη CERAWeek, την ετήσια διάσκεψη του ενεργειακού τομέα, γιατί, όπως είπε ο Έιγκεν, η φιλοσοφία παραμένει ίδια. Περισσότερες συμφωνίες, με αίσθηση κατεπείγοντος, με δεδομένο ότι πρόκειται για μια γραμμή που έχει δοθεί από τον ίδιο τον πρόεδρο Τραμπ, στο Συμβούλιο Ενεργειακής Κυριαρχίας.
Ο Έιγκεν έδωσε επίσης έναν καθαρό οδικό χάρτη για την επόμενη φάση του Κάθετου Διαδρόμου. Όπως είπε, το επόμενο βήμα είναι «να κοιτάξουμε πέρα από τα ελληνικά σύνορα». Προανήγγειλε συζητήσεις με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και έως την Ουκρανία, για το πώς ο Κάθετος Διάδρομος θα γίνει «ισχυρή, χειροπιαστή πραγματικότητα».
Για την Ελλάδα, ανέφερε ότι οι δύο αποστολές στην Αθήνα έπεισαν την αμερικανική πλευρά, τόσο σε κυβερνητικό επίπεδο όσο και τον ιδιωτικό τομέα, ότι «η Ελλάδα είναι μέσα» και θα στηρίξει το πρότζεκτ με όποιο τρόπο χρειαστεί.
GSI, 3+1, ΙΜΕC και Τουρκία στο «Ενεργειακό Κάδρο»
Στο ίδιο πάνελ, η ανώτερη διευθύντρια διεθνούς ενεργειακής πολιτικής του Εθνικού Συμβουλίου Ενεργειακής Κυριαρχίας, Μεράβ Τσερέν, έδωσε μια ευρύτερη εικόνα, που συνδέει την ενεργειακή ατζέντα με διαδρόμους υποδομών και περιφερειακά έργα.
Όπως είπε η Τσερέν, η συζήτηση δεν αφορά μόνο αγωγούς, αλλά και γραμμές ηλεκτρικής ενέργειας, οπτικές ίνες και τη συνολική διεύρυνση των δικτύων συνδεσιμότητας. Στο πλαίσιο αυτό συνέδεσε το σχήμα 3+1 (Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ + ΗΠΑ) με τον διάδρομο IMEC από την Ινδία προς το Ισραήλ μέσω Ιορδανίας και Σαουδικής Αραβίας, σημειώνοντας ότι πέρα από τις μεταφορές, υπάρχει πραγματικό ενδιαφέρον να επεκταθεί και σε τηλεπικοινωνίες και κρίσιμες υποδομές.
Η τοποθέτησή της δείχνει ότι η αξία του σχήματος 3+1 επανέρχεται στο προσκήνιο, όχι μόνο στο Κογκρέσο, αλλά και σε κυβερνητικούς κύκλους, σε μια φάση όπου διακρίνονται σημάδια πολιτικής βούλησης για την αναζωογόνησή του, έπειτα από μια περίοδο χαμηλής κινητικότητας.
Σημαντική ήταν και η αναφορά της στο ότι, πέρα από τα σχήματα της Ανατολικής Μεσογείου, εξετάζονται και ευρύτερες διαδρομές στη Μέση Ανατολή, που έχουν στο επίκεντρο την Τουρκία. Περιέγραψε μάλιστα την ιδέα μιας διαδρομής, που περνά από τη βορειοανατολική Συρία, καταλήγει στην Τουρκία και θα μπορούσε, σε επόμενο στάδιο, να συνδεθεί με τα ανατολικά τμήματα της Ευρώπης.
Η εικόνα που έδωσε είναι ότι η Τουρκία δεν εμφανίζεται ως χώρα εκτός κάδρου, αλλά ως πιθανός κρίκος σε συζητήσεις για πρόσθετες διαδρομές προς την Ευρώπη, χωρίς ωστόσο να προκύπτει από τα λόγια της κάποια δέσμευση ή συγκεκριμένη απόφαση.
Η τοποθέτηση της Τσερέν εντάχθηκε στη γενικότερη λογική που εξέπεμψε το πάνελ. Η αμερικανική πλευρά αναζητεί συμφωνίες όπου μπορεί, τόσο για οικονομικό όφελος όσο και για γεωπολιτική επιρροή, στηρίζοντας περισσότερες από μία πύλες εισόδου προς την ευρωπαϊκή αγορά. Το αποτέλεσμα είναι ένα μωσαϊκό διαδρομών που δε λειτουργούν κατ’ ανάγκην συμπληρωματικά, αλλά ενδέχεται και να ανταγωνιστούν ανάλογα με τις υποδομές, το κόστος και τη συγκυρία.
Σε ερώτηση για την Τουρκία και το Great Sea Interconnector (GSI), το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, η Μεράβ Τσερέν απέφυγε να σχολιάσει ευθέως τις κινήσεις παρεμπόδισης του έργου από την Άγκυρα. Αντί να μπει σε συγκεκριμένες λεπτομέρειες, μετέφερε το βάρος της απάντησης στη γενικότερη λογική που, όπως είπε, ακολουθεί ο πρόεδρος Τραμπ στις περιφερειακές εξισώσεις. Μια λογική που αξιοποιεί την οικονομία και τα επιχειρηματικά ντιλ ως εργαλείο διπλωματίας, με τις «ευκαιρίες» και τους «οικονομικούς διαδρόμους» να λειτουργούν ως μοχλός για να ξεμπλοκάρουν παλιές αντιπαραθέσεις.
Νταγκ Μπέργκμαν: η έννοια της ενεργειακής κυριαρχίας
Πέρα από τις επιμέρους αναφορές σε διαδρόμους και έργα, το ενδιαφέρον του πάνελ βρισκόταν και στον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική κυβέρνηση ορίζει τη στρατηγική της.
Η παρέμβαση του υπουργού Εσωτερικών Νταγκ Μπέργκμαν είχε αξία, όχι για κάποια ανακοίνωση, αλλά για το πλαίσιο που έδωσε στην έννοια της «ενεργειακής κυριαρχίας», ρίχνοντας φως στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση Τραμπ αντιμετωπίζει την ενέργεια ως εργαλείο οικονομικής ισχύος και εθνικής ασφάλειας.
Ο Μπέργκμαν έσπευσε να αποφορτίσει τον ίδιο τον όρο, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν τον χρησιμοποιεί με την κλασική έννοια της «κυριαρχίας» πάνω σε συμμάχους. Αντιθέτως τον παρουσίασε ως μια μετάβαση από την έννοια της ενεργειακής ανεξαρτησίας προς την ιδέα της ενεργειακής επάρκειας. Μια επάρκεια που, κατά τον ίδιο, επιτρέπει στις ΗΠΑ να κρατούν χαμηλά τις τιμές στο εσωτερικό, να προσελκύουν βιομηχανικές επενδύσεις και, κυρίως, να μπορούν να τροφοδοτούν φίλους και εταίρους με ενέργεια, ώστε εκείνοι να μην αναγκάζονται να αγοράζουν από αντιπάλους.
Αυτό το πλαίσιο το συνέδεσε με μια ευρύτερη ανάγνωση της εποχής. Υποστήριξε ότι ενέργεια, οικονομία και εθνική ασφάλεια είναι πλέον αδιαχώριστες και ότι η τεχνητή νοημοσύνη ανεβάζει δραματικά το διακύβευμα, καθώς, όπως είπε, για πρώτη φορά, η ηλεκτρική ενέργεια μπορεί να μετατραπεί σε «νοημοσύνη». Σε αυτή τη βάση, άσκησε κριτική στην «ενεργειακή μετάβαση», την οποία χαρακτήρισε φαντασίωση, υποστηρίζοντας ότι το ζητούμενο είναι να προστεθεί ισχύς και να σταθεροποιηθεί το ηλεκτρικό δίκτυο.
Η εκδήλωση του FDD και η «περιστρεφόμενη πόρτα»
Η επιλογή του Foundation for Defense of Democracies, να φιλοξενήσει τη συζήτηση για την «κατάσταση της αμερικανικής ενεργειακής κυριαρχίας» δεν ήταν τυχαία.
Η σύνθεση του πάνελ δείχνει γιατί δεξαμενές σκέψης, όπως το FDD, δεν παρακολουθούν απλώς την πολιτική, αλλά συμμετέχουν στη διαμόρφωσή της, μέσα σε ένα σύστημα όπου οι ρόλοι εναλλάσσονται και οι προσωπικές σχέσεις λειτουργούν ως δίαυλοι επιρροής.
Η δυναμική αυτή συνδέεται με το φαινόμενο της «περιστρεφόμενης πόρτας», δηλαδή τη μετακίνηση στελεχών από την κυβέρνηση σε δεξαμενές σκέψεις και αντίστροφα, με αποτέλεσμα οι προσωπικές σχέσεις να μετατρέπονται σε κεφάλαιο πρόσβασης.
Το πάνελ το αποτύπωσε καθαρά. Τη συζήτηση συντόνισε ο Ρίτσαρντ Γκόλντμπεργκ, επικεφαλής του προγράμματος Ενέργειας και Εθνικής Ασφάλειας του FDD. Δεν προέρχεται μόνο από τον χώρο των αναλύσεων. Έχει υπηρετήσει ως ανώτερος σύμβουλος στο Εθνικό Συμβούλιο Ενεργειακής Κυριαρχίας, καθώς και σε θέσεις στον Λευκό Οίκο και στο υπουργείο Εσωτερικών.
Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος που έθετε τα ερωτήματα, είχε υπάρξει μέρος του ίδιου μηχανισμού, που περιέγραφαν από σκηνής, ο υπουργός Εσωτερικών και πρόεδρος του Συμβουλίου Ενεργειακής Κυριαρχίας, Νταγκ Μπέργκαμ και οι συνεργάτες του.