Τρεις νέες ανασκοπήσεις που διεξήχθησαν σχετικά με δημοφιλή φάρμακα αδυνατίσματος όπως το Ozempic και το Μunjaro, για λογαριασμό του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι συγκεκριμένες θεραπείες φέρνουν πράγματι αποτέλεσμα οδηγώντας σε αξιόλογη μείωση του βάρους. Την ίδια στιγμή όμως τα ευρήματα των ανασκοπήσεων εγείρουν ερωτήματα σχετικά με την πολύ μεγάλη εμπλοκή των παρασκευαστριών εταιρειών των φαρμάκων σε πολλές από τις μελέτες που αναλύθηκαν. Σημειώνεται ότι ο ΠΟΥ ζήτησε τις ανασκοπήσεις αυτές προκειμένου να διαμορφώσει παγκόσμιες συστάσεις σχετικά με τη χρήση των GLP-1 θεραπειών ενάντια στην παχυσαρκία.
Κενά στα στοιχεία
Οι νέες αναλύσεις που δημοσιεύθηκαν στη βάση δεδομένων συστηματικών ανασκοπήσεων Cochrane επικεντρώθηκαν σε τρία φάρμακα της κατηγορίας των αγωνιστών του υποδοχέα GLP-1 – τιρζεπατίδη (Mounjaro), σεμαγλουτίδη (Ozempic, Wegovy, Rybelsus) και λιραγλουτίδη (Victoza, Saxenda).
Όπως προέκυψε, καθένα από τα φάρμακα αυτά προσέφερε μεγαλύτερη απώλεια βάρους σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο. Την ίδια στιγμή όμως οι ερευνητές εντόπισαν κενά στα στοιχεία, ιδίως σε ό,τι αφορούσε τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις των φαρμάκων στην υγεία, τις παρενέργειές τους καθώς και την πιθανή σύγκρουση συμφερόντων αφού οι περισσότερες μελέτες είχαν χρηματοδοτηθεί από τη φαρμακοβιομηχανία (και δη από τους παρασκευαστές των φαρμάκων).
Από τον διαβήτη στην παχυσαρκία
Οι αγωνιστές του γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου 1 (GLP-1) πρωτοαναπτύχθηκαν για τη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2 και η κλινική χρήση τους ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 2000. Στους ασθενείς με διαβήτη, ιδίως σε όσους πάσχουν καρδιοπάθεια ή νεφροπάθεια, τα φάρμακα αυτά έχουν δείξει ότι βελτιώνουν τα επίπεδα σακχάρου του αίματος, μειώνουν τον κίνδυνο καρδιακών και νεφρικών επιπλοκών, προσφέρουν μείωση του βάρους καθώς και μείωση του κινδύνου πρόωρου θανάτου.
Τα τελευταία χρόνια η έρευνα στράφηκε στη χρήση των αγωνιστών του υποδοχέα GLP-1 σε παχύσαρκα άτομα με δεδομένο ότι οι συγκεκριμένες θεραπείες αντιγράφουν τη δράση μιας φυσικά παραγόμενης ορμόνης του οργανισμού που επιβραδύνει την πέψη των τροφών και αυξάνει το αίσθημα κορεσμού.
Εως και 16% μείωση του βάρους σε 12 ως 18 μήνες
Από τις τρεις νέες ανασκοπήσεις προέκυψε ότι τόσο η τιρζεπατίδη όσο και η σεμαγλουτίδη αλλά και η λιραγλουτίδη οδηγούν σε αξιοσημείωτη μείωση του βάρους σε διάστημα ενός ως δύο ετών σε σύγκριση με εικονική θεραπεία. Τα οφέλη φαίνεται μάλιστα να συνεχίζονται για όσο διάστημα οι ασθενείς λαμβάνουν τις θεραπείες αυτές.
Συγκεκριμένα:
· Η τιρζεπατίδη η οποία χορηγείται σε μορφή ένεσης άπαξ εβδομαδιαίως, φάνηκε, με βάση την ανάλυση, ότι οδηγεί σε μέση μείωση του βάρους της τάξεως του 16% μέσα σε 12 ως 18 μήνες από την έναρξη της χορήγησης. Δεδομένα από οκτώ τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές που περιελάμβαναν 6.361 συμμετέχοντες έδειξαν ότι η απώλεια βάρους μπορεί να διαρκέσει ως και 3,5 έτη – παρότι πληροφορίες σχετικά με τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια από τη λήψη του φαρμάκου παρέμεναν περιορισμένες.
· Η σεμαγλουτίδη (χορηγείται επίσης ενέσιμα μια φορά την εβδομάδα) φάνηκε να προσφέρει μέση μείωση του βάρους της τάξεως του 11% μέσα σε 24 ως 68 εβδομάδες από την έναρξη της θεραπείας. Ευρήματα από 18 τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές (27.949 συμμετέχοντες) έδειξαν ότι η θετική επίδραση μπορεί να διαρκέσει ως και για δύο έτη. Τα άτομα που λάμβαναν σεμαγλουτίδη ήταν πιο πιθανό να χάσουν τουλάχιστον 5% του σωματικού βάρους τους, ωστόσο εμφάνιζαν υψηλότερα ποσοστά ήπιων ως μέτριας βαρύτητας γαστρεντερικών διαταραχών.
· Η λιραγλουτίδη (χορηγείται σε ημερήσια βάση σε μορφή ένεσης) παρουσίασε πιο μέτρια αποτελέσματα – μέση απώλεια βάρους της τάξεως του 4%-5% με βάση 24 κλινικές δοκιμές (9.937 συμμετέχοντες). Παρά ταύτα το φάρμακο προσέφερε μεγαλύτερη απώλεια βάρους σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο. Τα στοιχεία σχετικά με την επίδραση της θεραπείας μετά τα δύο χρόνια ήταν περιορισμένα.
Παρενέργειες από το πεπτικό σύστημα
Πάντως σε ό,τι αφορούσε τα σοβαρά καρδιαγγειακά επεισόδια, την ποιότητα ζωής ή τον κίνδυνο θανάτου, οι ερευνητές εντόπισαν ελάχιστες ή και καθόλου διαφορές μεταξύ των φαρμάκων GLP-1 και των εικονικών φαρμάκων. Παράλληλα οι παρενέργειες ήταν πιο συχνές με τις θεραπείες GLP-1 και αφορούσαν κυρίως ναυτία και άλλα προβλήματα του πεπτικού συστήματος – μάλιστα κάποιοι συμμετέχοντες διέκοψαν τη θεραπεία τους εξαιτίας των παρενεργειών.
Σημαντική απώλεια βάρους ιδίως κατά το πρώτο έτος
«Τα φάρμακα αυτά μπορούν να προσφέρουν σημαντική απώλεια βάρους, ιδίως κατά το πρώτο έτος» ανέφερε ο Χουάν Φράνκο, εκ των επικεφαλής των ανασκοπήσεων, από το Πανεπιστήμιο Heinrich Heine στο Ντίσελντορφ της Γερμανίας και συμπλήρωσε ότι «πρόκειται για μια συναρπαστική στιγμή μετά από δεκαετίες αποτυχημένων προσπαθειών ανάπτυξης αποτελεσματικών θεραπειών για τα παχύσαρκα άτομα».
Χρηματοδότηση των δοκιμών από τις παρασκευάστριες εταιρείες
Πρέπει πάντως να τονιστεί το γεγονός ότι πολλές από τις μελέτες που περιελήφθησαν στις ανασκοπήσεις χρηματοδοτήθηκαν από τις παρασκευάστριες εταιρείες των φαρμάκων. Σε πολλές περιπτώσεις οι εταιρείες είχαν εμπλακεί σε μεγάλο βαθμό στον σχεδιασμό, στη διεξαγωγή, στην ανάλυση και στην παρουσίαση των κλινικών δοκιμών, γεγονός που προκαλεί ανησυχία σχετικά με την αξία των ευρημάτων και υπογραμμίζει την ανάγκη για πιο ανεξάρτητες έρευνες.
Το υψηλό κόστος και το ζήτημα της πρόσβασης
Οι συγγραφείς των ανασκοπήσεων τονίζουν επίσης ότι προκειμένου να γίνει ευρύτερη χρήση των θεραπειών GLP-1 πρέπει να ληφθούν υπόψη παράμετροι όπως το κόστος, η κάλυψη από τα συστήματα υγείας και η απρόσκοπτη πρόσβαση σε αυτές όλων των ασθενών που τις έχουν ανάγκη. Χωρίς προσεκτικό σχεδιασμό μόνο τα «προνομιούχα» παχύσαρκα άτομα του δυτικού κόσμου θα έχουν πρόσβαση στα φάρμακα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι υψηλές τιμές περιορίζουν ήδη την πρόσβαση στη σεμαγλουτίδη και στην τιρζεπατίδη – το κόστος της λιραγλουτίδης έχει βέβαια μειωθεί καθώς έληξε η πατέντα της και κυκλοφόρησαν στην αγορά γενόσημες εκδοχές της. Σημειώνεται ότι και η πατέντα της σεμαγλουτίδης θα λήξει μέσα στο 2026.
Απαιτούνται περισσότερες ανεξάρτητες μελέτες
«Χρειαζόμαστε περισσότερα δεδομένα σχετικά με τη μακροπρόθεσμη επίδραση αυτών των φαρμάκων σε ό,τι αφορά την καρδιαγγειακή υγεία, ιδίως σε άτομα χαμηλότερου κινδύνου για καρδιαγγειακά επεισόδια» ανέφερε η Ευα Μαντρίντ, εκ των κύριων ερευνητών των ανασκοπήσεων από το Πανεπιστήμιο του Βαλπαραΐσο στη Χιλή και συμπλήρωσε ότι «η επαναπρόσληψη του βάρους μετά τη διακοπή της θεραπείας μπορεί να επηρεάσει τη μακροπρόθεσμη θετική επίδραση των θεραπειών. Απαιτούνται περισσότερες ανεξάρτητες μελέτες που θα αναλύσουν το θέμα υπό το πρίσμα της δημόσιας υγείας».
