Νότια Κορέα: Το εκπαιδευτικό θαύμα και η σκοτεινή πλευρά – Επιδόσεις, πίεση και ανισότητες

Γιατί το εκπαιδευτικό μοντέλο της Νότιας Κορέας, παρά τις κορυφαίες επιδόσεις, προκαλεί ανησυχία για την ψυχική υγεία των παιδιών και πώς συγκρίνεται με το φινλανδικό πρότυπο

Νότια Κορέα: Το εκπαιδευτικό θαύμα και η σκοτεινή πλευρά – Επιδόσεις, πίεση και ανισότητες

Για περισσότερο από δύο δεκαετίες, η Φινλανδία προβάλλεται διεθνώς ως το πρότυπο ενός επιτυχημένου, ανθρώπινου εκπαιδευτικού συστήματος: λιγότερες ώρες διδασκαλίας, ελάχιστες εργασίες στο σπίτι, έμφαση στην ισότητα, κρατική χρηματοδότηση και περιορισμένη εξάρτηση από ιδιωτικά φροντιστήρια.

Στην άλλη πλευρά του κόσμου ωστόσο, ένα εντελώς διαφορετικό εκπαιδευτικό μοντέλο έχει επίσης οδηγήσει σε πολύ υψηλές μαθητικές επιδόσεις και κατατάσσεται στις πρώτες θέσεις των διεθνών αξιολογήσεων: αυτό της Νότιας Κορέας. Αντιθέτως όμως εκεί η επιτυχία βασίζεται σε έναν εξαιρετικά ανταγωνιστικό και απαιτητικό μηχανισμό, ο οποίος, σύμφωνα με διεθνή ρεπορτάζ, επιβαρύνει σοβαρά τα παιδιά και τις οικογένειες τους. Ως αποτέλεσμα, πληθαίνουν οι φωνές στη χώρα εκείνων που αναρωτιούνται αν το κόστος αυτού του μοντέλου έχει γίνει υπερβολικά βαρύ.

Μια εξουθενωτική καθημερινότητα

Όπως περιγράφουν οι New York Times, η καθημερινότητα πολλών οικογενειών, περιστρέφεται γύρω από τη μεταφορά των παιδιών από το σχολείο στα λεγόμενα «hagwon» -ιδιωτικά φροντιστήρια προετοιμασίας που λειτουργούν σχεδόν ως δεύτερο σχολείο.

Η νοτιοκορεάτισσα Λι Κιόνγκ Μιν, μητέρα δύο κοριτσιών στη Σεούλ, περιγράφει στην αμερικανική εφημερίδα πως πέρασε χρόνια περιμένοντας τις κόρες της μέχρι αργά το βράδυ σε καφετέριες γεμάτες γονείς που έκαναν το ίδιο: τα παιδιά έφευγαν από το σχολείο μόνο για να συνεχίσουν απευθείας με μαθήματα Μαθηματικών, Αγγλικών και Κορεατικών,καθώς προετοιμάζονταν για τις διαβόητα ανταγωνιστικές εξετάσεις εισαγωγής στα πανεπιστήμια.

Σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία τα οποία επικαλούνται οι NYT, το 80% των μαθητών σχολικής ηλικίας λαμβάνει ιδιωτική εξωσχολική εκπαίδευση, ενώ η σχετική αγορά έφθασε τα 20,3 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024, παρά τη συνεχή μείωση του μαθητικού πληθυσμού.

Σε ορισμένες περιοχές της Σεούλ, παιδιά μόλις τεσσάρων ετών δίνουν εξετάσεις για να εισαχθούν σε αγγλόφωνα νηπιαγωγεία, ενώ ορισμένοι μαθητές δημοτικού, αφιερώνουν έως και 40 ώρες εβδομαδιαίως σε πρόσθετη εκπαίδευση, συμπεριλαμβανομένων προγραμμάτων προετοιμασίας για ιατρικές σχολές.

Η Washington Post αναφέρει ότι στη Νότια Κορέα σχεδόν τα μισά παιδιά κάτω των έξι ετών λαμβάνουν πλέον ιδιωτική εκπαίδευση, κυρίως αγγλικών, ενώ ορισμένα προγράμματα υπόσχονται ότι θέτουν τα παιδιά «σε πορεία για την Ιατρική Σχολή» ήδη από το νηπιαγωγείο. Σε εύπορες περιοχές της Σεούλ, οι οικογένειες πληρώνουν ακόμη και περισσότερα από 1.400 δολάρια τον μήνα για τέτοια μαθήματα.

Η είσοδος σε ορισμένα από τα κορυφαία εν λόγω ιδιωτικά προγράμματα απαιτεί εξετάσεις οι οποίες, σύμφωνα με ντοκιμαντέρ του κορεατικού δικτύου KBS, φτάνουν σε επίπεδο γνώσεων μαθητών λυκείου. Όπως λένε γονείς στη Washington Post, τα παιδιά πλέον «κάνουν φίλους στα φροντιστήρια, όχι στις παιδικές χαρές».

Η σκοτεινή πλευρά της επιτυχίας

Το αμερικανικό περιοδικό The Diplomat που ειδικεύεται σε θέματα της Ασίας, αναφέρει ότι η παιδική ηλικία στη Νότια Κορέα έχει μετατραπεί σε «πεδίο εκπαίδευσης για επιβίωση στον ακαδημαϊκό πόλεμο». Παρά τις εξαιρετικές επιδόσεις πολλών μαθητών σε διεθνείς αξιολογήσεις όπως το PISA, τα στοιχεία για την ψυχική τους υγεία, προκαλούν ανησυχία: το

ποσοστό μαθητών που κοιμούνται επαρκώς μειώνεται σταθερά, ενώ αυξάνονται οι δείκτες κατάθλιψης και κινδύνου απόπειρας αυτοκτονίας σε εφήβους. Η χώρα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό αυτοκτονιών από τις 36 που συμμετέχουν στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), ένα δεδομένο το οποίο αναλυτές συνδέουν με το γεγονός ότι η πίεση και το άγχος ξεκινούν από πολύ μικρή ηλικία, ενώ η κοινωνική αξία συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την εκπαιδευτική επιτυχία.

Παράλληλα, η σημερινή κατάσταση του εκπαιδευτικού συστήματος της Νότιας Κορέας βαθαίνει και τις κοινωνικές ανισότητες: οικογένειες υψηλού εισοδήματος μπορούν να επενδύουν πολλαπλάσια ποσά σε φροντιστήρια, δημιουργώντας ένα εκπαιδευτικό πλεονέκτημα, το οποίο οι χαμηλότερες εισοδηματικές ομάδες δυσκολεύονται να ακολουθήσουν.

Οι New York Times καταγράφουν επίσης τις συνέπειες στις οικογένειες. Μητέρες εγκαταλείπουν την επαγγελματική τους σταδιοδρομία για να επιβλέπουν την εκπαιδευτική πορεία των παιδιών, ενώ αυξάνονται οι εντάσεις στα ζευγάρια λόγω του κόστους και των προσδοκιών. Παρ’ όλα αυτά, γονείς δηλώνουν ότι αισθάνονται «παγιδευμένοι» σε ένα σύστημα που θεωρούν «αναπόφευκτο». Η εισαγωγή σε κορυφαία πανεπιστήμια εξακολουθεί να θεωρείται καθοριστικός παράγοντας για την επαγγελματική και κοινωνική ανέλιξη, σε μια χώρα με περιορισμένες δεύτερες ευκαιρίες στην αγορά εργασίας.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version