Πέμπτη βράδυ και στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, η διάλεξη της Μινέ Γιλντιρίμ από την Τουρκία, μπροστά σε ένα ελληνόφωνο και αγγλόφωνο κοινό, ξεδιπλώνει με τον πιο γλαφυρό τρόπο μια πολυεπίπεδη έρευνα (ή και εκτενές ρεπορτάζ) για τη βία στις πόλεις, τη δημόσια πολιτική και τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες οργανώνουν ή αποτυγχάνουν να οργανώσουν τη συνύπαρξη με τα μη ανθρώπινα όντα.
Με αφετηρία την Κωνσταντινούπολη στην οποία επικεντρώνεται η έρευνα της, η ομιλήτρια – πολιτική επιστήμονας και ακτιβίστρια με μακρόχρονη ενασχόληση με τα δικαιώματα των ζώων – ξεκινά με μια απλή παρατήρηση: τα αδέσποτα ζώα δεν είναι ένα «πρόβλημα» που εμφανίζεται ξαφνικά στις πόλεις, αλλά αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών αποφάσεων, ιστορικών μεταβάσεων και πολιτισμικών επιλογών. «Τα ζώα», υπογραμμίζει, «είναι ήδη ενσωματωμένα στον τρόπο που λειτουργεί η πόλη – απλώς επιλέγουμε αν θα τα βλέπουμε ή αν θα τα θεωρούμε αόρατα».

Η Μινέ Γιλντιρίμ κατά τη διάρκεια της διάλεξής της στο ΕΜΣΤ την Πέμπτη 29 Ιανουαρίου @Ingmar Riswick
Πολλοί έχουν βρεθεί αυτό το βράδυ στο ΕΜΣΤ από φιλοζωικό ενδιαφέρον, γνωρίζοντας ενδεχομένως ότι στην Τουρκία, ο νέος νόμος για τα αδέσποτα ζώα (ή αλλιώς ο «νόμος της σφαγής», όπως ονομάζεται από τους επικριτές του) ψηφίστηκε τον Ιούλιο του 2024 επιφέροντας ριζικές αλλαγές στη διαχείριση των εκατομμυρίων αδέσποτων σκύλων της χώρας. Στα κύρια σημεία του νόμου περιλαμβάνονται υποχρεώσεις όπως η περισσυλογή από τους δήμους των αδέσποτων και η μεταφορά τους σε καταφύγια μέχρι να υιοθετηθούν.
Σε πολλές περιπτώσεις προβλέπεται η θανάτωση ζώων που παρουσιάζουν επιθετική συμπεριφορά, πάσχουν από ανίατες ασθένεις ή αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Οι δήμαρχοι που δεν εφαρμόζουν τις διατάξεις του νόμου αντιμετωπίζουν ποινές φυλάκισης από 6 μήνες έως 2 χρόνια, ενώ τα πρόστιμα για όσους εγκαταλείπουν τα κατοικίδια τους αγγίζουν τις 60.000 λίρες. Εντωμεταξύ οργανώσεις προστασίας των ζώων κάνουν λόγο για μαζικές εξοντώσεις σκύλων λόγω έλλειψης επαρκών υποδομών για την παραμονή των ζώων ή με το πρόσχημα της ασθένειας.
Από τη σφαγή των σκύλων το 1910 στο δυστοπικό σήμερα
Η μαζική εξόντωση των σκύλων στην Τουρκία και η λεγόμενη «αποκυνοποίηση» δεν είναι καινούρια φαινόμενα: πολλοί στο κοινό είμαστε εδώ από ιστορικό-κοινωνικό ενδιαφέρον, καθώς την προαναγγελία της διάλεξης της Γιλντιρίμ συνόδεψε η υπενθύμιση μιας απίστευτα φρικώδους ιστορίας που επανέρχεται πότε πότε στην συλλογική μνήμη. Αυτή της εγκατάλειψης 80.000 αδέσποτων σκύλων που το 1910 οδηγήθηκαν με πλοιάρια στο μικρό βραχώδες νησί Οξειά (ένα από τα μικρότερα του συμπλέγματος των Πριγκηπονήσων στον κόλπο του Μαρμαρά) και εγκαταλείφθηκαν εκεί στη μοίρα τους και σε βέβαιο θάνατο αλληλοσπαρασσόμενα.
Η τρομερή αυτή ιστορία μπορεί να λέγεται σήμερα από στόμα σε στόμα σαν αστικός θρύλος, έχει σημαδέψει ωστόσο βαθειά την πολιτισμική ταυτότητα της Κωνσταντινούπολης και επανέρχεται κάθε τόσο ως τραύμα από γενιά σε γενιά. Η Γιλντιρίμ καταγράφει στην έρευνα της τη μοίρα και την ιστορία των αδέσποτων σκυλιών της Πόλης με σημείο εκκίνησης το τρομερό αυτό γεγονός, γνωστό ως η «Σφαγή των Σκύλων της Χαϊρσίζαντα» που έγινε εις το όνομα του εκσυγχρονισμού και της «δυτικοποίησης», προβλέποντας μέχρι και πώλησή τους στη Γαλλία για βιομηχανική χρήση (δέρμα, λίπος).

Χειρόγραφο σχέδιο, απεικόνιση του 1910 της απέλασης σκύλων στο «Καταραμένο νησί« από τον Γάλλο καρικατουρίστα Sem
Η γενοκτονία αυτή ενέπνευσε μέχρι και ταινίες στις μέρες μας. Δύο ανιμέισον για την ακρίβεια: το υποψήφιο για 2 Οσκαρ «Isle of dogs» (2018, Το νησί των σκύλων) του Γουές Άντερσον όπου σε μια δυστοπική μελλοντική Ιαπωνία, ένας αυταρχικός δήμαρχος εξορίζει όλους τους σκύλους σε ένα νησί-χωματερή, λόγω μιας επιδημίας «γρίπης των σκύλων» αλλά και το βραβευμένο με τον Χρυσό Φοίνικα ταινίας μικρού μήκους «Barking Island» (2010), με τη σφραγίδα του Αρμένιου Σερζ Αβεντικιάν.
Στο δικό μας δυστοπικό παρόν η διάλεξη επιστρέφει επανειλλημένα στην Ιστορία. Αν δεν ανατρέξεις στο παρελθόν, πώς θα κατανοήσεις τις σύγχρονες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις; Στις αρχές του 20ου αιώνα, οι αδέσποτοι σκύλοι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του αστικού ιστού της Κωνσταντινούπολης. Η παρουσία τους δεν θεωρείται εξαρχής «πρόβλημα δημόσιας υγείας» αλλά στοιχείο της καθημερινής ζωής.
Την περίοδο 1908-1910 η Οθωμανική Αυτοκρατορία εισέρχεται σε φάση εντατικού εκσυγχρονισμού και εξευρωπαϊσμού των πόλεων. Τα αδέσποτα ζωά θεωρούνται εμπόδιο στη νεωτερικότητα και αρχίζουν να αντιμετωπίζονται ως ένδειξη καθυστέρησης, εμπόδιο στην «πολιτισμένη» εικόνα της πόλης και απειλή για την υγιεινή και τη δημόσια τάξη. Η απομάκρυνσή τους από τον δημόσιο χώρο συνδέεται με την επιθυμία για «καθαρές» και «πολιτισμένες» πόλεις. «Οι άνθρωποι αντέδρασαν», σημειώνει η Γιλντιρίμ. «Έκρυβαν ζώα, τα φρόντιζαν κρυφά. Αλλά η κρατική βία δεν χρειάζεται πάντα συναίνεση. Αρκεί η εξοικείωση». Η φράση αυτή λειτουργεί ως κεντρικός άξονας της διάλεξης: η βία γίνεται αόρατη όταν επαναλαμβάνεται και βαφτίζεται πολιτική διαχείρισης.

«Διαμαρτυρία ενάντια στο σχέδιο πώλησης των σκύλων», Kalem, 22 Απριλίου 1909 Καρικατούρα
Το 1910 καθώς η κυβέρνηση προχωρά στη μαζική επιχείρηση σύλληψης των αδέσποτων σκύλων της Κωνσταντινούπολης προσλαμβάνονται πρώην μαχητές και επιστρατεύονται περιθωριοποιημένες κοινωνικές ομάδες, γιατί η δημοτική διοίκηση αρνείται την περισυλλογή των σκύλων. Τα διεθνή μέσα από τους New York Times και το New Yorker μέχρι σύσσωμο τον γαλλικό τύπο επικροτούν την πρακτική ως προοδευτική και αναγκαία, δείγμα ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού. Η έννοια του «πολιτισμού» χρησιμοποιείται ως νομιμοποιητικό επιχείρημα.
Την ίδια περίοδο το Ινστιτούτο Παστέρ διαθέτει εκπρόσωπο στην Πόλη, τον Δρ. Ρέμλινγκερ: η απουσία επιδημία λύσσας δεν δικαιολογεί την επιχείρηση και καθώς στο ισλαμικό πλαίσιο δεν επιτρέπεται η άμεση θανάτωση ζώων, επιλέγεται η έμμεση εξόντωση των 80.000 τετράποδων ψυχών στα βράχια της Οξειάς από πείνα, δίψα και κανιβαλισμό. «Γιατί να μην τα σκοτώσουν επί τόπου όπως έκαναν στην Αθήνα;», αναφέρει η Γιλντιρίμ. Από τότε η Οξειά είναι το «Καταραμένο νησί» της Πόλης, ένας θρύλος που επιβιώνει κυρίως μέσω της προφορικής ιστορίας, καθώς δεν διατηρείται επαρκώς στα επίσημα κρατικά αρχεία.
Η περίπτωση της Αθήνας
Η σύγκριση της Αθήνας με την Κωνσταντινούπολη αποκαλύπτει διαφορές αλλά και ομοιότητες. Στην ελληνική περίπτωση τα αρχεία είναι αποσπασματικά και παρέχονται μόνο στα ελληνικά, κάτι που καθιστά δύσκολη την άμεση μετάφραση του σε έναν μη ελληνόφωνο ερευνητή, ενώ η θεσμική μνήμη φαίνεται ελλιπής. Η ιστορία των αδέσποτων ανασυντίθεται κυρίως μέσα από προφορικές μαρτυρίες ηλικιωμένων, γυναικών, φροντιστών. Η Γιλντιρίμ υπογραμμίζει ότι αυτές οι μικρές ιστορίες είναι κρίσιμες.
Στις αρχές του 20ου αιώνα η Αθήνα είναι ένα παράδειγμα που φωτίζει, μέσα από την αντιπαραβολή, τις επιλογές της Κωνσταντινούπολης και το ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο διαχείρισης των αδέσποτων ζώων της εποχής.

Στην Αθήνα η διαχείριση των αδέσποτων σκύλων συνδέεται στενά με την δημόσια υγεία. Η λύσσα σε αντίθεση με την Κωνσταντινούπολη του 1910, αποτελεί ενεργό και επείγον ζήτημα. Η πόλη εντάσσεται σε ένα ευρωπαϊκό βιοπολιτικό πλαίσιο, όπου τα ζώα του δρόμου αντιμετωπίζονται ως δυνητικοί φορείς ασθένειας, ως απειλή για τον ανθρώπινο πληθυσμό και τη σύγχρονη εικόνα της πόλης. Η θανάτωση των ζώων επί τόπου εντάσσεται στη λογική της αποτελεσματικότητας, χωρίς πολιτισμικά ή συναισθηματικά βάση και μετατρέπεται σε πρόβλημα προς επίλυση.
Έτσι η ελληνική πρωτεύουσα ευθυγραμμίζεται με άλλες ευρωπαϊκές μητροπόλεις, στη Γερμανία και στη Γαλλία για παράδειγμα, οι οποίες είναι κόμβοι ανάπτυξης «κοινών τεχνολογιών διαχείρισης»: η φροντίδα ιατρικοποιείται, η βία τεχνικοποιείται και ο θάνατος μετατρέπεται σε διοικητική διαδικασία. Η έννοια της ευθανασίας συγκροτείται σε αυτό το πλαίσιο ως μαζική πρακτική: μηχανές χημικής θανάτωσης, θάλαμοι ασφυξίας, ηλεκτροπληξία. Πρόκειται για τεχνολογικά επιτεύγματα που λογίζονται ως ανθρωπιστικές πρακτικές εξόντωσης. Η Αθήνα, όπως και άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, εντάσσεται σε αυτή τη μετάβαση, όπου η ωμή βία αντικαθίσταται από έναν θάνατο διαμεσολαβημένο από την επιστήμη.

«Αντίποινα-Εκδίκηση», Το Άστυ, 23 Μαρτίου 1886.
Κόμικ που απεικονίζει έναν σκύλο να φιμώνει τον υπουργό Εσωτερικών Νικόλαο Παπαμιχαλόπουλο
Η Γιλντιρίμ επιμένει ότι αυτή η πρακτική δεν ανήκει στο παρελθόν και αναφέρει ότι το γεγονός ότι στο σύγχρονο ευρωπαϊκό δίκαιο, πάνω από το 90% των κατοικιδίων πεθαίνουν μέσω ευθανασίας, υπογραμμίζει τη συνέχεια αυτής της λογικής. Και η Αθήνα, βρίσκεται μέσα σε αυτή τη γεωγραφία της «ειρηνικής» θανάτωσης, όπου ο φυσικός θάνατος έχει σχεδόν εξαφανιστεί από το λεξιλόγιο της πόλης. Σε αντίθεση με την Κωνσταντινούπολη όπου η βία έχει χαραχτεί στη συλλογική μνήμη με το «Καταραμένο νησί», η αθηναϊκή εμπειρία είναι σιωπηλή. Η απουσία εκταταμένων αρχείων και η έλλειψη μιας δημόσιας αφήγησης γύρω από αυτές τις πρακτικές, μετατρέπει την ιστορία σε ένα διάσπαρτο σύνολο αναφορών και συγκρίσεων.
Τα σημερινά καταφύγια της Κωνσταντινούπολης
Στην καρδιά της ανάλυσης βρίσκεται η έννοια της κυβερνητικότητας: ο τρόπος με τον οποίο το κράτος οργανώνει, ρυθμίζει και ελέγχει πληθυσμούς -ανθρώπινους και μη. Στην περίπτωση των αδέσποτων σκύλων, ο φόβος λειτουργεί ως βασικό εργαλείο. Ο φόβος για τα σκυλιά δεν αφορά μόνο τα ίδια, εξηγεί η Γιλντιρίμ. Είναι ένας τρόπος να εκπαιδευτούν οι πολίτες στη βία, στην αποδοχή της εξαφάνισης ενός σώματος από τον δημόσιο χώρο. Οι πολιτικές περισυλλογής, εγκλεισμού και διαχείρισης των σκύλων παρουσιάζονται συχνά ως ουδέτερες ή αναγκαίες. Στην πράξη όμως δημιουργούν ένα καθεστώς όπου η ζωή των ζώων γίνεται αναλώσιμη.
Η ομιλήτρια αναφέρεται εκτενώς στα δημόσια καταφύγια της Κωνσταντινούπολης τα οποία έχει επισκεφτεί και φωτογραφίσει: χώροι υπερπλήρεις, με ελάχιστους πόρους όπου ένα σκυλί σπάνια ζει περισσότερο από έξι μήνες. Τα καταφύγια εμφανίζονται ως ενδιάμεσοι σταθμοί εξαφάνισης. Οι υιοθεσίες παραμένουν ελάχιστες, οι εκστρατείες επανένταξης ανύπαρκτες, ενώ η διαφθορά και η έλλειψη ελέγχου υπονομεύουν ακόμη και τις ήδη ανεπαρκείς νομοθεσίες. Τα καταφύγια λειτουργούν συχνά ως άλλοθι, τονίζει η Γιλντιρίμ. Δίνουν την ψευδαίσθηση της φροντίδας, ενώ στην πραγματικότητα απομακρύνουν τα ζώα από το οπτικό πεδίο της κοινωνίας. Σε αυτό το πλαίσιο η πράξη της διάσωσης ενός ζώου αποκτά πολιτικό χαρακτήρα σε ένα σύστημα που βασίζεται στην αορατότητα και τη σιωπή.

Μινέ Γιλντιρίμ @Ingmar Riswick
Σύγχρονη προπαγάνδα
Στη σύγχρονη Τουρκία, η βία κατά των αδέσποτων σκύλων παρουσιάζεται ως αναγκαιότητα. Ως προστασία. Ως πράξη δημόσιας υγείας. Αυτό είναι, σύμφωνα με τη Μινέ Γιλντιρίμ, το πιο επικίνδυνο στοιχείο της σημερινής συγκυρίας, δηλαδή η κανονικοποίηση της εξόντωσης μέσα από έναν οργανωμένο λόγο φόβου.
Η ακαδημαϊκός περιγράφει μια πλήρως ανεπτυγμένη κρατική και μιντιακή μηχανή, η οποία εδώ και δύο χρόνια επαναφέρει με επιμονή το ίδιο αφήγημα: τα αδέσποτα σκυλιά ως φορείς ασθενειών και κινδύνου για εγκύους, παιδιά και ηλικιωμένους.
«Ανοίγεις την τηλεόραση και κάθε βράδυ τα mainstream media είναι γεμάτα με ιστορίες για επιθέσεις αδέσποτων σκύλων», σημειώνει. Η εικόνα είναι πάντα η ίδια: ένα μεμονωμένο περιστατικό αποσπάται από το πλαίσιο, διογκώνεται, επαναλαμβάνεται, μετατρέπεται σε σύμπτωμα μιας δήθεν γενικευμένης απειλής. Η στατιστική εξαφανίζεται. Η καθημερινή συνύπαρξη εξαφανίζεται. Αυτό που μένει είναι ο φόβος.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή την προπαγάνδα παίζει η λύσσα. Ένα φάντασμα του παρελθόντος που επιστρέφει ως εργαλείο πολιτικής διαχείρισης. Όπως τονίζει η Yildirim, στην Τουρκία δεν υπάρχει λύσσα. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση αγόρασε 4 εκατομμύρια εμβόλια λύσσας — όχι για να εμβολιάσει τα ζώα που ζουν στους δρόμους, αλλά στο πλαίσιο μιας γενικότερης «υγειονομικής» αφήγησης που δικαιολογεί τη μαζική απομάκρυνση και θανάτωση.
Η αντίφαση είναι κραυγαλέα. Σε χώρες και περιοχές όπου εξοντώθηκαν μαζικά τα αδέσποτα —όπως στη Ρουμανία και την Αλβανία— η πιθανότητα εμφάνισης κρουσμάτων λύσσας αυξήθηκε. Τα αδέσποτα λειτουργούν ως «ανάχωμα», ως πληθυσμοί επαφής που σταθεροποιούν το οικοσύστημα. Η εξάλειψή τους διαταράσσει αυτή την ισορροπία. Όμως αυτά τα δεδομένα δεν χωρούν στον τηλεοπτικό λόγο.
Η προπαγάνδα δεν περιορίζεται στις ειδήσεις. Διαχέεται παντού. Στο μετρό της Κωνσταντινούπολης, στα λεωφορεία, στις δημόσιες καμπάνιες, η εικόνα του παιχνιδιάρικου αδέσποτου σκύλου ή της χαριτωμένης γάτας συνυπάρχει με μια άνευ προηγουμένου κλιμάκωση της βίας. «Το TikTok και το Instagram είναι γεμάτα αστεία βίντεο με γάτες», λέει η Γιλντιρίμ, «ενώ η βία κατά των ζώων δεν ήταν ποτέ τόσο οξυμένη». Πρόκειται για μια μορφή «ατμοσφαιρικής βίας» — δεν χρειάζεται να τη δεις για να τη νιώσεις. Τη ζεις, τη αναπνέεις.
Στο επίκεντρο αυτής της πολιτικής βρίσκεται το καταφύγιο ως ενδιάμεσος χώρος εξαφάνισης. Η Γιλντιρίμ είναι κατηγορηματική: κανένα σκυλί δεν έχει ζήσει πάνω από έξι μήνες σε δημόσιο καταφύγιο. Συχνά εξαφανίζονται μέσα σε έναν μήνα. Το νομικό πλαίσιο είναι σκόπιμα ασαφές. Ένα «τεράστιο νομικό κενό», όπως το χαρακτηρίζει, που επιτρέπει στις αρχές να δρουν χωρίς λογοδοσία.
Η κρατική χρηματοδότηση δεν κατευθύνεται σε υιοθεσίες ή προγράμματα επανένταξης. Δεν υπάρχουν ουσιαστικές καμπάνιες υιοθεσίας. Υπάρχουν μόνο ευφημισμοί. Δημόσιες σχέσεις. Και, στον πυρήνα τους, συμβάσεις ευθανασίας. Το φάρμακο Τ19 —με κόστος περίπου 130 ευρώ ανά ζώο— χρηματοδοτείται από το κράτος ως «νόμιμο» μέσο θανάτωσης, παρότι, όπως υπογραμμίζει η Γιλντιρίμ, τα ζώα συχνά θανατώνονται με φρικτούς, παράνομους τρόπους.
Πίσω από αυτή τη διαδικασία αναδύεται μια ξεκάθαρη πολιτική οικονομία: νεποτισμός, πελατειακές σχέσεις, διαφθορά. «Είναι το εγχειρίδιο κάθε διεφθαρμένης κυβέρνησης στην Τουρκία», λέει. Η εξόντωση μετατρέπεται σε σύμβαση και ο θάνατος σε προϋπολογισμό.
Η φροντίδα των ζώων ως δημοκρατική πράξη
Απέναντι σε αυτή τη μηχανή, η αντίσταση παίρνει συχνά παράνομες μορφές. Η διάσωση ενός σκύλου από κρατικό καταφύγιο ισοδυναμεί με «κλοπή από το κράτος». Κι όμως, αυτές οι πράξεις —χέρια ανθρώπων που περνούν ένα ζώο πάνω από έναν φράχτη— είναι, για τη Μινέ Γιλντιρίμ, στιγμές δημοκρατίας. Εκεί μετατοπίζεται η ισχύς – από το κράτος στο κοινό.
Η απάντηση της κυβέρνησης είναι άμεση. Φωτογραφίες διασώσεων διαγράφονται από τα κοινωνικά δίκτυα. Λογαριασμοί μπλοκάρονται. Η εικόνα θεωρείται επικίνδυνη επειδή δείχνει τη δυνατότητα του πολίτη να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Το κράτος αντιμετωπίζει τα ζώα ως μάζα, ως αριθμούς, ως στατιστική. Οι ακτιβιστές τα αντιμετωπίζουν ως άτομα. «Η ζωή τους μετράει», σημειώνει η ομιλήτρια. «Ο θάνατός τους μετράει. Και το πώς πεθαίνουν». Ανάμεσα στην ευζωία και τον «καλό θάνατο» χαράσσεται και η διαχωριστική γραμμή. Η σύγχρονη προπαγάνδα ζητά να αποδεχτούμε σιωπηλά τον θάνατο των ζώων ως λογικό, αναπόφευκτο και τεχνοκρατικό, μία πολύ επικίνδυνη οπτική για την «υγεία» των σύγχρονων κοινωνιών.
Μια ερώτηση από το κοινό στο τέλος της διάλεξης ερεθίζει το συναίσθημα, τη σκέψη για όσα ειπώθηκαν μέχρι εδώ. Είναι άραγε λύση η στείρωση των ζώων; Πρόκειται για πρακτική φροντίδας ή βίας; «Είμαι υπέρ της στείρωσης», απαντά η ακαδημαϊκός. «Αλλά δεν μπορούμε να αγνοούμε ότι πρόκειται για παρέμβαση στο σώμα των ζώων, με ιστορικό βίας και ελέγχου». Η τοποθέτησή της αναγνωρίζει τη βιολογική και κοινωνική πραγματικότητα της συνύπαρξης ανθρώπων και σκύλων, τονίζοντας όμως ότι η λύση δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά τεχνική. Χρειάζεται, όπως τονίζει, «κοινοτική φροντίδα», αλλαγή νοοτροπίας και ανάληψη συλλογικής ευθύνης.
Οι γάτες της Κωνσταντινούπολης
Και τι συμβαίνει με τις περίφημες αμέτρητες γάτες που κινούνται ελεύθερα στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης σε αντιδιαστολή με τα σκυλιά, που είναι εξαφανισμένα από το αστικό τοπίο;
Η Γιλντιρίμ δεν δέχεται ότι οι γάτες «αγαπιούνται περισσότερο». «Τα σκυλιά αγαπιούνται επίσης, ίσως και περισσότερο», σημειώνει. «Η διαφορά δεν βρίσκεται στο συναίσθημα αλλά στο σώμα τους. Το σώμα του αδέσποτου σκύλου έχει φορτωθεί ιστορικά με αιτιάσεις περί φόβου, υγιεινής και δημόσιου κινδύνου. Οι γάτες, αντίθετα, έχουν ένα σώμα που ξεφεύγει από τις πρακτικές ελέγχου». Η παρατήρηση αυτή ανοίγει έναν ευρύτερο προβληματισμό: τα ζώα δεν αντιμετωπίζονται ισότιμα, ούτε καν ως προς το δικαίωμα ύπαρξής τους στον δημόσιο χώρο. Οι γάτες είναι ανεκτές και αποτελούν μέρος της γραφικότητας ενός τοπίου. Οι σκύλοι αντιθέτως ποινικοποιούνται. Η διαφορά αυτή είναι πολιτικά και ιστορικά κατασκευασμένη, λέει η Γιλντιρίμ.
Οι απλές καθημερινές πράξεις φροντίδας συντηρούν και προστατεύουν τα σκυλιά του δρόμου στην Τουρκία, επιτρέποντάς τους να ζουν. Η φροντίδα και η συμπόνια για τα ζώα παραμένουν η κύρια δύναμη που καθιστά δυνατή τη συνεχή παρουσία τους στην πόλη, προωθώντας τη συνύπαρξη προς το παρόν σε πείσμα της βίας.
INFO Η διάλεξη της Μινέ Γιλντιρίμ «Μεταξύ φροντίδας και βίας: τα σκυλιά της Κωνσταντινούπολης» πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Δημόσιου Προγράμματος του ΕΜΣΤ και της έκθεσης «Why Look at Animals?–Δικαιοσύνη για τη μη ανθρώπινη ζωή», την Πέμπτη 29 Ιανουαρίου. Η έκθεση στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης διαρκεί έως τις 15 Απριλίου 2026.
