Την έναρξη της διαδικασίας για τη Συνταγματική Αναθεώρηση ανακοίνωσε επισήμως ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ανοίγοντας τον διάλογο για αλλαγές, τις οποίες χαρακτήρισε αναγκαίες ώστε η Δημοκρατία να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής.
Ακολούθησε ενημέρωση των πολιτικών συντακτών από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη, ο οποίος παρουσίασε το πλαίσιο, τις προτεραιότητες της κυβέρνησης και τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί.
Στο τηλεοπτικό του μήνυμα, ο Πρωθυπουργός επισήμανε ότι το Σύνταγμα του 1975 διασφάλισε επί δεκαετίες πολιτική σταθερότητα και ομαλότητα, παραμένοντας ένα «ζωντανό» θεσμικό κείμενο, το οποίο όμως ανήκει στον 20ό αιώνα.
Όπως ανέφερε, «είναι καιρός να τολμήσουμε μεγάλες τομές», ώστε να ενισχυθεί το κύρος των θεσμών και η εμπιστοσύνη των πολιτών, λαμβάνοντας υπόψη νέες προκλήσεις όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η κλιματική κρίση και η δημοσιονομική βιωσιμότητα.
Οι προτάσεις της Κυβέρνησης
Στο επίκεντρο των προτάσεων της κυβέρνησης βρίσκεται η αναθεώρηση του άρθρου 86 για την ποινική ευθύνη των υπουργών, με στόχο τη μεγαλύτερη συμμετοχή τακτικών δικαστών στη σχετική διαδικασία.
Παράλληλα, προτείνονται η άρση του μονοπωλίου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μέσω της αναθεώρησης του άρθρου 16, η καθιέρωση μίας και μόνο εξαετούς θητείας για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η διαρκής αξιολόγηση στη δημόσια διοίκηση και ο επαναπροσδιορισμός της έννοιας της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς και η ουσιαστικότερη συμμετοχή των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στη θέσπιση συνταγματικών δικλίδων για τη δημοσιονομική σταθερότητα, ώστε –όπως τονίστηκε– να μην επιτραπεί ποτέ ξανά στη χώρα να οδηγηθεί σε δημοσιονομικό εκτροχιασμό και σε πρακτικές λαϊκισμού που στο παρελθόν είχαν βαρύ κόστος.
Παράλληλα με το διάγγελμα, ο Πρωθυπουργός απέστειλε επιστολή στους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, ζητώντας τους να καταθέσουν προτάσεις και παρατηρήσεις. Όπως εξήγησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, η κίνηση αυτή έγινε υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου της ΝΔ, προκειμένου να προηγηθεί η εσωκομματική διαβούλευση και να διαμορφωθεί η τελική πρόταση, η οποία αναμένεται να παρουσιαστεί εντός Μαρτίου.
Οι πρώτες αντιδράσεις
Απαντώντας σε ερώτηση του Βήματος σχετικά με το πώς μπορεί να επιτευχθεί συναίνεση, μετά τις πρώτες αντιδράσεις της αντιπολίτευσης, ο Παύλος Μαρινάκης υπογράμμισε ότι ο Πρωθυπουργός έχει θέσει εξαρχής ως στόχο την ουσιαστική και όχι προσχηματική συναίνεση. Όπως ανέφερε, η Συνταγματική Αναθεώρηση ακολουθεί συγκεκριμένη διαδικασία και σαφείς προβλέψεις ως προς τις απαιτούμενες πλειοψηφίες, ενώ «κάθε πολιτική δύναμη και κάθε πολιτικός θα αναμετρηθεί με την Ιστορία». Τόνισε, επίσης, ότι η κυβέρνηση θα επιμείνει στη συζήτηση επί της ουσίας και όχι σε πρόωρες αντιπαραθέσεις.
Από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ, ο Παναγιώτης Δουδωνής δήλωσε ότι το κόμμα του ήταν το πρώτο που άνοιξε τη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση και ότι θα προσέλθει στον διάλογο από τη δική του πολιτική και θεσμική αφετηρία, με στόχο τη διαμόρφωση των αναγκαίων ρυθμίσεων και των απαιτούμενων υπερπλειοψηφιών στη δεύτερη, αναθεωρητική Βουλή, όπως προβλέπει το άρθρο 110 του Συντάγματος. Απέφυγε, ωστόσο, να απαντήσει ευθέως αν εκτιμά ότι μπορεί να συγκεντρωθεί πλειοψηφία 180 βουλευτών στην προτείνουσα Βουλή.
Από την πλευρά της, η Νέα Αριστερά αντέδρασε έντονα, κάνοντας λόγο για «μπάζωμα» και όχι για αναθεώρηση, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι επιχειρεί να συνταγματοποιήσει τις πολιτικές της επιλογές και να τις καταστήσει μόνιμες. Στην ανακοίνωσή της ασκεί σφοδρή κριτική στις προτεινόμενες αλλαγές στα άρθρα 16, 86, 103 και 24, υποστηρίζοντας ότι εξυπηρετούν ιδιωτικά και κυβερνητικά συμφέροντα εις βάρος των θεσμών, της δημόσιας παιδείας, της δημόσιας διοίκησης και της περιβαλλοντικής προστασίας.
Τι ακολουθεί
Η σημερινή Βουλή είναι η προτείνουσα, ενώ η επόμενη θα είναι η αναθεωρητική, με τη διαδικασία να απαιτεί αυξημένες πλειοψηφίες και διαδοχικές ψηφοφορίες, όπως ορίζει το άρθρο 110 του Συντάγματος. Το αν και σε ποια άρθρα θα διαμορφωθούν οι αναγκαίες συναινέσεις παραμένει ανοιχτό, με τη συζήτηση να αναμένεται να κορυφωθεί τους επόμενους μήνες.
