Λίγα μέτρα μακριά από το Λιμεναρχείο της Καλύμνου, κάτω από τον ναό του Αγίου Νικολάου, ένας σκυφτός νησιώτης αποτίνει φόρο τιμής σε αυτούς που στο συλλογικό υποσυνείδητο έχουν καταγραφεί ως οι «ήρωες των Ιμίων».
Τους αξιωματικούς του Πολεμικού Ναυτικού Χριστόδουλο Καραθανάση, Παναγιώτη Βλαχάκο και Έκτορα Γιαλοψό. Τριάντα χρόνια μετά τη μοιραία χειμωνιάτικη νύχτα της 30ης- 31ης Ιανουαρίου 1996, το έργο του ντόπιου γλύπτη Σακελλάρη Κουτούζη στέκεται εκεί συμβάλλοντας να διατηρηθεί ζωντανή η μνήμη.
Για να μην ξεχαστεί η επί του καθήκοντος θυσία των τριών γενναίων ανδρών, οι οποίοι σκοτώθηκαν εν μέσω σφοδρής κακοκαιρίας όταν το ελικόπτερο που έσπευσε από τη φρεγάτα «Ναβαρίνον», προκειμένου να διαπιστωθεί αν η δυτική βραχονησίδα του μικρού συμπλέγματος είχε καταληφθεί από Τούρκους άνδρες των ειδικών δυνάμεων, κατέπεσε στα νερά του Αιγαίου.
Αλλά και για να θυμόμαστε ως έθνος τα αποτελέσματα της πλέον επικίνδυνης κρίσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις μετά το 1974 έως και σήμερα. Μιας κρίσης κατά τη διάρκεια της οποίας αποδείχθηκε ότι η έλλειψη συντονισμού, η πολιτική αστάθεια, οι βεβιασμένες αποφάσεις και ο τυχοδιωκτισμός ενίοτε οδηγούν σε αναπόφευκτα τετελεσμένα.
Η εκατέρωθεν αστάθεια και η αμφισβήτηση της κυριαρχίας στο Αιγαίο
Οι πρώτες ημέρες του 1996 βρήκαν Ελλάδα και Τουρκία σε συνθήκες έντονης πολιτικής ανισορροπίας. Στη μεν Αθήνα το ΠαΣοΚ, ως κυβέρνηση και ως κόμμα, βίωνε το δράμα της αναγκαστικής διαδοχής του ιστορικού ηγέτη του. Οριακός νικητής, αρχικά ως υποψήφιος πρωθυπουργός, αναδείχθηκε ο Κώστας Σημίτης. Στην Τουρκία, η κεντροδεξιά κυβέρνηση συνασπισμού με επικεφαλής την Τανσού Τσιλέρ, εξαρτώμενη από το κεμαλικό κατεστημένο, αναζητούσε μια εθνική επιτυχία αφενός για να μακροημερεύσει, αφετέρου να να ανακόψει το δρόμο των ισλαμιστών προς την εξουσία.
Η προσάραξη- τυχαία ή μη- του φορτηγού πλοίου «Φιγκέν Ακάτ» ανήμερα των Χριστουγέννων του 1995 στα Ίμια, λειτούργησε για την Τουρκία απλώς ως η αφορμή, προκειμένου να αναπτύξει ξαφνικά, με απαρχή τη ρηματική διακοίνωση της 29ης Δεκεμβρίου, την ανυπόστατη θεωρία αμφισβήτησης της κυριαρχίας μιας σειράς ελληνικών νησίδων και βραχονησίδων, μεταξύ των οποίων και τα Ίμια: «Οι βράχοι Καρντάκ αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της τουρκικής επικρατείας».
Ακριβώς έναν μήνα αργότερα, στις 29 Ιανουαρίου 1996, σε μια δεύτερη ρηματική διακοίνωση της Άγκυρας αναπτύχθηκαν τα τουρκικά επιχειρήματα σύμφωνα με τα οποία η επίκληση της Ελλάδας στη Συνθήκη των Παρισιών του 1947 ήταν άκυρη διότι αφορούσε την κυριαρχία μόνο των μεγάλων νησιών των Δωδεκανήσων. Στο ίδιο κείμενο αποτυπωνόταν ο ισχυρισμός ότι στο Αιγαίο υπάρχει ένας απροσδιόριστος αριθμός νησίδων και βραχονησίδων το καθεστώς των οποίων δεν έχει καθορισθεί από τις διεθνείς συμφωνίες. Πρόκειται για τις αποκαλούμενες, έκτοτε, «γκρίζες ζώνες».
Η θεωρία δεν θα αργούσε να γίνει πράξη και η αντιπαράθεση να μεταφερθεί από το πεδίο της διπλωματίας και την παρασκηνιακή ανταλλαγή διακοινώσεων στο τετράγωνο μεταξύ της Κω, της Καλύμνου, των Ιμίων και των τουρκικών ακτών. Άμεσο αντικείμενο της διένεξης ήταν η κυριαρχία επί των 40 στρεμμάτων εδάφους των δύο βραχονησίδων. Ευρύτερο, η κυριαρχία σημαντικών τμημάτων του Αιγαίου. Η πρωτοβουλία του τότε δημάρχου Καλυμνίων Δημήτρη Διακομιχάλη να υψώσει στα ανατολικά Ίμια την ελληνική σημαία οδήγησε σε αντίστοιχη κίνηση της άλλης πλευράς. Τούρκοι δημοσιογράφοι αντικατέστησαν την ελληνική με τη σημαία της πατρίδας τους. Αυτή υπεστάλη από άνδρα πληρώματος πλοίου του Πολεμικού Ναυτικού, ο οποίος χωρίς να έχει αντίστοιχη διαταγή ύψωσε ξανά την ελληνική. Ο πόλεμος των συμβόλων είχε ήδη ξεκινήσει.

Αβεβαιότητα
«Είχα διάχυτη μια αίσθηση αβεβαιότητας. Το κράτος, δηλαδή η κυβέρνηση έμοιαζε να είναι χωρισμένη στη μέση», λέει στο «Βήμα» ο τότε έπαρχος Καλύμνου- Λέρου- Αστυπάλαιας Γιώργος Ρούσσος. «Υπήρχαν δύο γραμμές που έφθαναν από την Αθήνα στο νησί, μία σε εμένα, μία στον δήμαρχο. Η πρώτη ήταν υπέρ της ήπιας διαχείρισης της κατάστασης, η δεύτερη σαφώς πιο δυναμική. Το ενδιαφέρον είναι ότι οι δύο διακριτές γραμμές αποτυπώνονταν ακριβώς στα λεγόμενα των μεγαλύτερων τότε- και ανταγωνιστικών- ελληνικών ιδιωτικών καναλιών. Τόσα χρόνια μετά σκέφτομαι πως είναι δυνατόν εν μέσω αυτού του επικίνδυνου σκηνικού η κυβέρνηση της χώρας να μην ακολουθεί μία ενιαία πολιτική», προσθέτει. Υπουργός Εθνικής Άμυνας του Σημίτη ήταν ο Γεράσιμος Αρσένης, ο οποίος μαζί με τον Άκη Τσοχατζόπουλο λίγες ημέρες πριν (18 Ιανουαρίου) διεκδίκησαν την πρωθυπουργία. Υπουργός Εξωτερικών, ο Θεόδωρος Πάγκαλος.
Πράγματι, δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν ότι η κίνηση του Διακομιχάλη ήταν κατευθυνόμενη από τους εσωκομματικούς αντιπάλους του Σημίτη- απ’ την πτέρυγα του «πατριωτικού» ΠΑΣΟΚ και δη τον Γεράσιμο Αρσένη. Ο νεόκοπος πρωθυπουργός, άλλωστε, θεωρείτο μετριοπαθής στα εθνικά θέματα, τασσόμενος διαχρονικά υπέρ του ελληνοτουρκικού διαλόγου. Κατ’ άλλους, όπως και για τον πρώην δήμαρχο, η επιλογή να ανέβει στα Ίμια ήταν αυτονόητη. «Σαν να έβαζα σημαία στο σπίτι μου», έχει πει παλαιότερα ο ίδιος. «Υπήρχε τότε αρκετός κόσμος στην Κάλυμνο που έλεγε στα καφενεία “πάμε να φάμε τους Τούρκους”», αντιτείνει ο κ. Ρούσσος. «Καθώς όμως περνά ο χρόνος, οι περισσότεροι στο νησί πιστεύουν ότι τελικά οι συγκεκριμένοι χειρισμοί ήταν λανθασμένοι», επισημαίνει, ενώ όταν τον ρωτάμε αν 30 χρόνια μετά ο κόσμος μιλάει για όσα έγιναν το 1996 στα Ίμια, μας απαντά σαφώς καταφατικά. «Το πολεμοχαρές όμως έχει φύγει. Τότε είχε καλλιεργηθεί εντόνως».
Η πορεία προς την απόλυτη κλιμάκωση
Στις 29 Ιανουαρίου 1996 οι εκατέρωθεν δηλώσεις Σημίτη και Τσιλέρ- ο πρώτος περί στρατιωτικής ετοιμότητας, η δεύτερη για «τουρκικό έδαφος που δεν θα εγκαταλειφθεί»- υποδείκνυαν ότι οδηγούμαστε σε περαιτέρω κλιμάκωση. Πάνω από τα Ίμια και την Κάλυμνο καταγράφονταν όλο και περισσότερες υπερπτήσεις και αερομαχίες, ενώ σταδιακά αυξανόταν ο αριθμό των μονάδων επιφανείας που έπλεαν πέριξ των βραχονησίδων. Οι ηγεσίες στις δύο πλευρές του Αιγαίου αλληλοκατηγορούνταν για παραβιάσεις της κυριαρχίας σε θάλασσα και αέρα. Εν τω μεταξύ από το βράδυ της 28ης Ιανουαρίου ομάδα Ελλήνων βατραχανθρώπων είχε αποβιβαστεί στα ανατολικά Ίμια προκειμένου να τα προστατεύσει από μια πιθανή τουρκική ενέργεια.
Την 30η Ιανουαρίου, κατά τρόπο πρωτοφανή, η Ελλάδα παρακολούθησε σε ζωντανή μετάδοση τον στόλο να εξέρχεται, κατόπιν διαταγής του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ Χρήστου Λυμπέρη, από το ναύσταθμο της Σαλαμίνας με προορισμό τις θέσεις διασποράς σε όλο το Αιγαίο. Η «άδεια» τηλεοπτικής κάλυψης δεν δόθηκε προφανώς από το επιτελείο του Κώστα Σημίτη, ο οποίος όμως δεν φάνηκε να ενοχλείται από την εικόνα. Πίστευε, ίσως, ότι το σκηνικό θα λειτουργούσε ως μήνυμα αποφασιστικότητας έναντι της Τουρκίας. Η πραγματικότητα είναι ότι τις πρώτες ώρες εκείνης της ημέρας η Αθήνα φαινόταν σαφώς πιο αποφασισμένη από την Άγκυρα. Άλλωστε, το μέγεθος της στρατιωτικής κινητοποίησης, αλλά και της επιστράτευσης στην οποία προχώρησε η Ελλάδα σε όλο το μήκος των ανατολικών συνόρων της χώρας, ήταν τέτοιο που προμήνυε πορεία προς πολεμική αντιπαράθεση.
Ο Νικόλας Πλάτσης, μόνιμος κάτοικος Καλύμνου, ήταν τότε 39 ετών. Θυμάται ότι εκείνο το βράδυ ξενύχτησε μαζί με τη σύζυγό του μπροστά στην τηλεόραση. «Αγωνία εμείς δεν είχαμε. Κυκλοφορούσαμε κανονικά στο λιμάνι της Καλύμνου και τα μαγαζιά. Όταν όμως άνοιγες την τηλεόραση, τότε σε έπιανε μια αίσθηση πανικού, καθώς όλα μεγαλοποιούνταν», μας λέει. Θυμάται, μάλιστα, ότι «συγκεκριμένοι δημοσιογράφοι κυνηγούσαν και προβάλανε τις πιο ακραίες απόψεις. Εμείς, οι περισσότεροι τουλάχιστον, ήμασταν και είμαστε ακόμα σήμερα συνηθισμένοι σε ένα βαθμό με όλα αυτά που γίνονταν με τους Τούρκους. Σε καμία περίπτωση πάντως δεν υπήρχε η αίσθηση ότι θα πάμε σε πόλεμο».
Σαφώς περισσότερη ανησυχία επικράτησε, βεβαίως, στους κατοίκους της Κω και της Καλύμνου που κλήθηκαν να επιστρατευθούν. «Ήταν λογικό. Όσοι έλαβαν τηλεφώνημα στο σπίτι τους, να πάρουν το όπλο και να κατέβουν στο λιμάνι, αγχώθηκαν. Αγωνιούσαν κυρίως οι οικογένειές τους καθώς το μόνο που γνώριζαν ήταν ότι θα πάνε στην Κω. Από εκεί και πέρα τίποτα». «Υπήρξε ταλαιπωρία με τα φύλλα πορείας», προσθέτει ο κ. Ρούσσος, «τουλάχιστον μέχρι να καταλάβουμε- εμείς τουλάχιστον που ως αξιωματούχοι συνομιλούσαμε για το κέντρο- ότι υπήρχαν δίαυλοι επικοινωνίας με στόχο την αποκλιμάκωση». Όπως αποδείχθηκε αργότερα ο μόνος δίαυλος που λειτούργησε ήταν αυτός με ενδιάμεσους τους Αμερικανούς.
Σαν ήττα
Όσο πλησίαζαν τα μεσάνυκτα της 30ης Ιανουαρίου, ο Κώστας Σημίτης προσανατολιζόταν στη λογική της αποκλιμάκωσης. Με δεκάδες πολεμικά πλοία να έχουν τεθεί αντιμέτωπα στο Αιγαίο και τα μαχητικά να υπερίπτανται από πάνω τους, όλα κρέμονταν από μια πολύ λεπτή κλωστή. Ο Στέλιος Φενέκος, υποναύαρχος ε.α. του Πολεμικού Ναυτικού, βρισκόταν εκείνο το βράδυ στο Αρχηγείο του Στόλου που είχε στηθεί στη- ναυαρχίδα τότε- φρεγάτα «Έλλη». Δεν θα ξεχάσει το αξιόμαχο που επέδειξε το Πολεμικό Ναυτικό εν μέσω μιας μοναδικής περίπτωσης πραγματικού κινδύνου έναντι των συμφερόντων της χώρας. «Θυμάμαι την ετοιμότητα των πλοίων και των πληρωμάτων, τις διαταγές που εκτελέστηκαν με ακρίβεια και πειθαρχία, καθώς και τη σιωπηλή ένταση στη γέφυρα, στο Κέντρο Πληροφοριών Μάχης και σε κάθε σημείο του πλοίου. Την αίσθηση ότι η κατάσταση μπορούσε να αλλάξει μέσα σε λεπτά». Αν υπήρχε κάποια αμφιβολία σχετιζόταν μόνο με τον σκοπό της αποστολής. «Εκείνη τη στιγμή, το καθήκον ήταν σαφές: κάθε ένας να είναι έτοιμος να ανταποκριθεί νικηφόρα στο πεδίο. Η αμφιβολία δεν γεννήθηκε εκεί, αλλά στον σκοπό, όπως αυτός παρουσιαζόταν αντιφατικά ως προς την αποστολή».
Πράγματι, ο Έλληνας πρωθυπουργός, σε αντίθεση με τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ, αλλά και την πιο σκληρή πτέρυγα εντός του ΠΑΣΟΚ, δεν φαινόταν πια αποφασισμένος να συγκρουστεί με την Τουρκία. Αντί να συγκαλέσει το ΚΥΣΕΑ, ως όφειλε, επέλεξε να χειριστεί την κατάσταση σε πολιτικό επίπεδο. Η ανησυχία, πλέον, είχε φτάσει και στην Ουάσινγκτον, με τον πρόεδρο Κλίντον να κινητοποιεί τον υφυπουργό Εξωτερικών Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, ο οποίος διαπραγματεύθηκε με τον Θόδωρο Πάγκαλο και την Τσιλέρ.
Η πρωθυπουργός της Τουρκίας είχε στο πλευρό της την ηγεσία των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ στην Αθήνα η έλλειψη συντονισμού μεταξύ του Σημίτη και του ΓΕΕΘΑ, αλλά και οι διαφορετικές προσεγγίσεις που καταγράφονταν στις τάξεις των ανώτατων στελεχών της κυβέρνησης, προκαλούσαν κλυδωνισμούς, δεύτερες σκέψεις, αμφιβολίες και αναποφασιστικότητα. Αυτά, μάλιστα, στην πιο δύσκολη στιγμή της κρίσης.
Ακόμα μέχρι σήμερα, η πλειοψηφία των αξιωματικών του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, όπως επίσης και σειρά στρατιωτικών αναλυτών, πιστεύουν ότι την 31η Ιανουαρίου ξημέρωσε μια μεγάλη ευκαιρία για τη χώρα, που τελικά πήγε χαμένη: να αλλάξει μέσω πολεμικής σύγκρουσης για πολλές δεκαετίες τον συσχετισμό των δυνάμεων στις δύο πλευρές του Αιγαίου. Ο Σημίτης, όμως, δεν θα ακολουθούσε αυτήν την οδό παρά μόνο αν ήταν η τελευταία του επιλογή. Σύμφωνα με τη δική του ανάγνωση, η χώρα ανεξαρτήτως της διαφαινόμενης νίκης θα γυρνούσε στο πεδίο της οικονομίας πολλά χρόνια πίσω. Ήταν, πάντως απολύτως λογικό, ο πρωθυπουργός να επιδιώκει την αποφυγή ενός ελληνοτουρκικού πολέμου πριν καν συμπληρώσει 15 ημέρες στο θώκο του.
Μένοντας μακριά από την υποθετική συζήτηση, ο Στέλιος Φενέκος επιμένει ότι το πρόβλημα ήταν η αμφιβολία περί του σκοπού. «Δεν είναι η αποκλιμάκωση που βαραίνει τη μνήμη. Είναι η ασάφεια. Η έλλειψη καθαρής απάντησης στο “τι”, στο “μέχρι πού” και στο “για ποιο τελικό αποτέλεσμα”», μας λέει. Και προσθέτει ότι για έναν αξιωματικό, η σαφής εντολή, ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες, είναι πιο λειτουργική από τη σιωπή ή τα αντιφατικά μηνύματα. «Ο αξιωματικός ένιωσε ότι τον μπέρδεψε ένα κράτος που δεν μιλούσε με μία φωνή. Εκεί γεννήθηκε η πικρία, όχι απέναντι σε αυτήν καθαυτή την τελική πολιτική απόφαση, αλλά απέναντι στην απουσία ξεκάθαρου πολιτικού και στρατιωτικού σκοπού και στρατηγικής καθοδήγησης καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης».
Διαταγή για πυροβόλα ελεύθερα δεν έφτασε ποτέ στις μονάδες του Πολεμικού Ναυτικού. Αντιθέτως, η πολιτική ηγεσία πληροφορήθηκε από την ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα- δηλαδή από την τουρκική τηλεόραση- ότι ομάδα Τούρκων κομάντο έχουν καταλάβει τα δυτικά Ίμια. Έως σήμερα παραμένει ανεξήγητη η επιλογή του Α/ΓΕΕΘΑ να αφήσει αφύλακτη τη βραχονησίδα. Σύμφωνα με μια προσέγγιση, στο Επιτελείο ήταν βέβαιοι περί πολεμικής εμπλοκής άρα το ποιος θα κατείχε έδαφος μεταξύ των διασταυρούμενων πυρών δεν θα είχε ιδιαίτερη σημασία. Η κατάληψη των δυτικών Ιμίων έφερε στην επιφάνεια το βαθύ ρήγμα που υπήρχε μεταξύ Σημίτη και Λυμπέρη και κατ’ επέκταση μεταξύ της νέας ηγετικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ και της εσωκομματικής αντιπολίτευσης.
Η Άγκυρα, όμως, είχε πια στα χέρια της ένα εδαφικό τετελεσμένο, το οποίο ουσιαστικά οδήγησε σε μια ιδιότυπη ισοπαλία, ειδικά όταν πια επετεύχθη η συμφωνία με την πρωτοβουλία του Χόλμπρουκ. «No ships, no flags, no troops»- «όχι πλοία, όχι σημαίες, όχι στρατιώτες». Σε αυτά τα τρία «όχι» συνοψίστηκε όλη η ουσία της συμφωνίας. Όλοι έπρεπε να εγκαταλείψουν την περιοχή. Και προφανώς να μην επιστρέψουν σε αυτή, καθώς το λεγόμενο status quo ante δεν συμπεριλάμβανε ούτε στρατεύματα, ούτε εθνικά σύμβολα επί των Ιμίων. Ενώ το «γκριζάρισμα» λάμβανε σάρκα και οστά, η Αθήνα ενημερώθηκε για την πλέον μοιραία εξέλιξη της κρίσης: την πτώση του ελληνικού ελικοπτέρου.
Οι νεκροί δεν πρόκειται να γυρίσουν πίσω. Ούτε η θεωρία των «γκρίζων ζωνών» να αποσυρθεί από το τραπέζι. Όμως, η διαχείριση της μνήμης, η εμπέδωση των λάθος χειρισμών και κυρίως η συνειδητοποίηση των επιπτώσεων που επιφέρει η εσωτερική αντιπαράθεση εν μέσω μιας οριακά εμπόλεμης κατάστασης δύναται να λειτουργήσουν διδακτικά για το μέλλον. Ο Στέλιος Φενέκος αισθάνεται περήφανος για τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, διότι στάθηκαν στο ύψος τους.
«Είναι μια σιωπηλή, εσωτερική υπερηφάνεια που δεν χρειάζεται επιβεβαίωση. Όμως πιο επίμονο συναίσθημα που κυριαρχεί είναι η ανησυχία για τη θεσμική μνήμη», επισημαίνει. Και αναρωτιέται αν το κράτος έμαθε τα λάθη του. «Ή τελικά τα διδάγματα χάθηκαν μέσα σε αφηγήσεις, προσωποπαγείς ηρωικές κορώνες, μεταθέσεις ευθυνών, στρεβλώσεις και αποσιωπήσεις. Μαζί με αυτά γεννιέται μια μεγάλη ευθύνη: Να μεταφερθεί στους νεότερους όχι η ένταση των Ιμίων, αλλά το δίδαγμα ότι η ισχύς, χωρίς συνεργασία πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, ξεκάθαρο σκοπό, στρατηγική και ηγεσία στο πεδίο, δεν αρκεί».
